14/10/2023

Das Kapital

Η Εφημερίδα των Συντακτών 14-15/10/2023


Με τον κίνδυνο να θεωρηθώ εμμονικός (που παίζει και να είμαι) επανέρχομαι για τρίτη φορά μέσα σε λίγες μέρες (προηγήθηκε ένα «ΑΝΩ ΚΑΤΩ» και ένα podcast) στο «τρέντι» θέμα των ημερών: το Κεφάλαιο. Εντάξει, για να είμαστε ακριβείς και ειλικρινείς, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. έχει προ πολλού πάψει να «δαιμονοποιεί το κεφάλαιο» και το έχει ποικιλοτρόπως αποδείξει και ως κυβέρνηση και ως αντιπολίτευση («δεν δαιμονοποιούμε την υγιή επιχειρηματικότητα», έλεγε συχνά πυκνά και ο απελθών πρόεδρός του), αλλά η αφοπλιστική ειλικρίνεια με την οποία το διακήρυξε ο νέος πρόεδρός του ακριβώς μέσα στο «γήπεδο» του εγχωρίου κεφαλαίου, στη συνέλευση του ΣΕΒ, ήταν κάτι άλλο. 

Προσωπικά ένιωσα να μου πατάνε δυνατά τον κάλο. Ή, εντάξει, επειδή δεν έχω κάλους να μου δίνουν μια δυνατή κλοτσιά ξέρετε πού. Με το κεφάλαιο ως έννοια έχουμε όλοι, εκόντες άκοντες, μια σχέση διανοητική και υλική ταυτόχρονα. Αυτοπροσδιοριζόμαστε απέναντί του, δίπλα του, στην περίμετρό του ή και εντός του, έστω κι αν το τελευταίο είναι απλώς φαντασίωση ή επιθυμία των «γουοναμπί» κεφάλαιο. 

Αλλά λίγο πολύ όλοι, από τους βαρεμένους συνωμοσιολόγους που τα αποδίδουν όλα σε ορδές ελοχίμ και νεφελίμ που ζουν ακόμη ανάμεσά μας, μέχρι τους οργανικούς και μη διανοούμενους που ρουφάνε φανατικά ό,τι έχει γραφεί ως πολιτική οικονομία εδώ και τρεις αιώνες, συγκλίνουν στο ότι το κεφάλαιο είναι η δύναμη που κυβερνά τον κόσμο. Είτε παίρνει τη μορφή συσσωρευμένου χρήματος, είτε των άυλων χρεογράφων και των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, είτε τη μορφή της επιρροής που ασκεί ο Μασκ με έναν χρησμό του στο «Χ» (πρώην τουίτερ) ή ο εγχώριος φαρμακοβιομήχανος με ένα εποχούμενο υβριστικό μανιφέστο του στο tik tok, το κεφάλαιο είναι η δύναμη που καταλαμβάνει κάθε σφαίρα της ζωής μας, συχνά πέρα και πάνω από τις προθέσεις και τις στρατηγικές των ίδιων των εκατομμυρίων κατόχων του. 

Αλλά, την επίσημη απο-δαιμονοποίηση του κεφαλαίου την παίρνω προσωπικά. Σκέφτομαι τις δεκαετίες που σπατάλησε ο θείος Κάρολος στη βιβλιοθήκη του Λονδίνου, βασανιζόμενος από τις δοθιήνες που έκαναν αφόρητο το να κάθεται σε καρέκλα, διαβάζοντας ισολογισμούς, εκθέσεις, Ρικάρντο, Σμιθ, κοινοβουλευτικά πρακτικά, κινήσεις μετοχών, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σέξπιρ, νομοθετικά κείμενα, ιστορικά τεκμήρια, προσπαθώντας να αξιοποιήσει τη σοφία αιώνων στην κατανόηση της πιο καταλυτικής και συνάμα δαιμονικής δύναμης της εποχής του. Αν διαβάσει κανείς, έστω και διαγωνίως ή αποσπασματικά, «Το Κεφάλαιο» του Μαρξ, που παραμένει μέχρι σήμερα η σημαντικότερη και πληρέστερη «αξονική τομογραφία» του καπιταλισμού, είναι απίθανο να μείνει με την εντύπωση ότι θα έρθει η στιγμή που το κεφάλαιο θα απαλλαγεί από τις καταστροφικές (και αυτοκαταστροφικές) και ανήθικες διαστάσεις του και θα συμφιλιωθεί με τον σταθερό αντίπαλό του, την εργασία. Αυτή η αντίθεση αποκλείεται να ξεπεραστεί ανώδυνα κι αναίμακτα, έστω κι αν περάσουν δεκαετίες και αιώνες, κι εμείς οι φιλολογούντες για τον καπιταλισμό έχουμε γίνει πια σκόνη του χρόνου. 

Αλλά αυτό που ανέφερα στην αρχή, πως ήταν σαν να μου πατάνε τον κάλο, εξομολογούμαι ότι αφορά τη σχεδόν φετιχιστική (μήπως και δαιμονική;) σχέση που έχω αναπτύξει από τα εφηβικά μου χρόνια με «Το Κεφάλαιο», σαν απτό, υλικό αντικείμενο. Το Das Kapital. Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν εξελισσόταν το big bang της διακίνησης ιδεών και εκδόσεων και απαγορευμένα μέχρι τότε βιβλία πλημμύριζαν πάγκους και ράφια βιβλιοπωλείων, θυμάμαι να παίρνω στα χέρια μου και να ξεφυλλίζω τους δυο πρώτους ογκώδεις τόμους του Κεφαλαίου (σε μετάφραση Παναγιώτη Μαυρομμάτη, που δεν αναφέρεται), σε φθηνή χαρτόδετη έκδοση του 1953, του εκδοτικού οίκου «Νέα Ελλάδα». Η μετάφραση, όπως αναφέρει η εισαγωγή, έγινε «με απόφαση της 2ης Ολομέλειας της Κ.Ε. του ΚΚΕ», που φυσικά ήταν παράνομο, και η εκτύπωση έγινε στο Βουκουρέστι, σε 5.000 αντίτυπα. Το γεγονός ότι μέχρι και το 1978, οπότε βγήκε και ο τρίτος τόμος του Κεφαλαίου (από τη «Σύγχρονη Εποχή», με επίσημη πια αναφορά του μεταφραστή) τα αντίτυπα αυτά εξακολουθούσαν να είναι τα μόνα που διακινούνταν στην Ελλάδα, σημαίνει ότι «Το Κεφάλαιο» στα ελληνικά δεν έγινε και ανάρπαστο. Ούτε, άλλωστε, η πολύ λογοτεχνική και δημοτικιστική μετάφραση του Σκουριώτη είχε καλύτερη τύχη. 

Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω, αυτούς τους δυο τόμους του Κεφαλαίου τους αντιμετώπιζα ως πολύτιμο απόκτημα. Μαζί με άλλα ημιπαράνομα για το συντηρητικό σπίτι μου αποκτήματα, τους έκρυβα κάτω από το στρώμα (μαλακό, από αφρολέξ) του κρεβατιού. Είναι απορίας άξιο πώς κοιμόμουν εκεί, με τους σκληρούς και ακανόνιστους όγκους των βιβλίων να μου πιέζουν την πλάτη. Αλλά, όταν είσαι 15 αυτά δεν έχουν σημασία. 

Εχω τα ίδια αντίτυπα ακόμη στη βιβλιοθήκη μου. Τα εξώφυλλα έχουν σκιστεί, οι σελίδες τους είναι κιτρινισμένες, τσακισμένες. Τα ξεφυλλίζω και βλέπω υπογραμμίσεις και σημειώσεις σχεδόν πενήντα ετών. Προσπαθώ να θυμηθώ τι εντύπωση είχε κάνει στον έφηβο που ήμουν κάποτε κάθε συγκεκριμένο απόσπασμα. Πρέπει να με είχε συναρπάσει ο φετιχισμός του εμπορεύματος, να με είχε δυσκολέψει η απόλυτη και η σχετική υπεραξία και να με είχε σοκάρει το κεφάλαιο για την πρωταρχική συσσώρευση. Μετά πολλές δεκαετίες είδα αυτό ακριβώς το κεφάλαιο του Κεφαλαίου να γίνεται θεατρική παράσταση, με τη Ρούλα Πατεράκη να διαβάζει για σχεδόν μιάμιση ώρα αποσπάσματα (αλλά σε μετάφραση Θανάση Γκιούρα, πια), με τις βαμπιρικές περιγραφές για την παιδική εργασία στα ανθρακωρυχεία και τα κλωστήρια της Αγγλίας να διακόπτονται από τον σαρκασμό: «Ω, γλυκό μου κεφάλαιο!», και φόντο μια ασπρόμαυρη οπτική σύνθεση του Θανάση Ρεντζή που περνούσε σαν συρμός της Ιστορίας σε μια οθόνη και σκιτσάριζε ζοφερά το έπος του βιομηχανικού καπιταλισμού. 

Η γοητεία που μου είχε ασκήσει το κείμενο του Μαρξ μένει ανεξίτηλη. Ο χρόνος που είχα αφιερώσει στα επιπόλαια ή στα πιο συστηματικά διαβάσματά του τότε και αργότερα είναι ένα κερδισμένος χρόνος. Από τότε, νιώθω ότι καταλαβαίνω τον υλικό κόσμο μας κι όσα συμβαίνουν σ’ αυτόν. Μου είναι αδιάφορο αν κάποιοι θεωρούν ότι φόρεσα παραμορφωτικούς φακούς. Και, όχι, αυτή τη φορά δεν θα βάλω απόσπασμα από «Το Κεφάλαιο» στις «ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ». Θα βάλω Κακουλίδη- Κραουνάκη. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Τώρα που ’ρθαν όλα τούμπα

Μια Ελλάδα κωλοτούμπα

Ελα απάνω μου κι ακούμπα

Τώρα που ’ρθαν όλα σκούρα

Ο καθένας μια φιγούρα

Ο καθένας μια καμπούρα


Τώρα που ’ρθε κούφια η ώρα

Εποχή θανατηφόρα

Καραγκιόζη μου προχώρα

Ηρωά μου

Φόρα επάνω σου

Τα όνειρά μου λατρεμένη μου σκιά


Κρεμασμένο σε καλούμπα

Πέταγα πάνω απ’ τη Τρούμπα

Ελα απάνω μου κι ακούμπα

Κρεμασμένο στα φεγγάρια

Σ’ είδα σκλάβα στα παζάρια

Να σε παίζουνε στα ζάρια



Γιάννη Κακουλίδη, «Κωλοτούμπα» (Σταμάτη Κραουνάκη, «Τα τραγούδια του Καραγκιόζη», 1996)


07/10/2023

Σασμός στη γη της ελιάς

Η Εφημερίδα των Συντακτών 7-8/10/2023


Ενδεχομένως αυτό είναι και μια δίκαιη τιμωρία. Ας πάει το λάδι, το παλιόλαδο που πάντα ήταν τόσο δεδομένο και αυτονόητο σχεδόν σαν το νερό, στα 15 ευρώ το λίτρο και στα 200 ευρώ ο τενεκές. Αλλά, πρέπει κι εσύ να σκεφτείς, δεν φέρθηκες εντάξει. Είχες 50 ρίζες ελιές, δυο-τρία στρέμματα (απαξίωσες έστω και να τα μετρήσεις σωστά), ξέχασες σχεδόν και πού πέφτει το χωράφι, επικλινές, κακοτράχαλο και λογγωμένο, και η μόνη σου μέριμνα εδώ και δεκαετίες ήταν να το δηλώνεις «βοσκοτόπι» στο Ε9, μην και επιβαρυνθεί ο ΕΝΦΙΑ, αν και την εποχή που έρρεαν οι επιδοτήσεις, φτάνοντας και σε μη «κατ’ επάγγελμα αγρότες», έσπευδες να κάνεις ακριβώς το αντίθετο: και την έκταση την ξεχείλωνες κατά ένα-δυο στρέμματα, και τα δέντρα τα πολλαπλασίαζες στις δηλώσεις που συσσωρεύονταν στα κοινοτικά γραφεία του χωριού. 

Επειτα, έχοντας γίνει πια ένας κανονικός αστός, άνθρωπος της πόλης που έχεις αποκόψει και τις τελευταίες ρίζες με το χωριό, παράτησες το χωράφι στην τύχη του, στη φροντίδα του «Αλβανού», που άπλωσε αυτός καινούργιες ρίζες εκεί, έχοντας αποκόψει τις δικές του, από όποια «Αλβανία» του κόσμου κι αν είχε έρθει. Ποιος τις κλάδευε, τις λίπαινε, τις ξελόγγωνε, τις μάζευε τις ελιές δεν σε ένοιαζε, σου αρκούσαν οι δυο-τρεις τενεκέδες λάδι που έρχονταν με το ταξί κάθε χρόνο, ή χρόνο παρά χρόνο, ως ανταμοιβή. Τις λίγες φορές που πήρες άδεια από τη δουλειά για το εθνικό σπορ της ελαιοσυγκομιδής και πράγματι πήγες στο χωριό, την έβγαζες στο καφενείο με καφέ και τσίπουρα. Ο «Αλβανός» μαζί με μερικούς ακόμη «Αλβανούς» από την Ασία ή από τους κοντινούς καταυλισμούς Τσιγγάνων έκαναν τη δουλειά. 

Μπορεί λοιπόν όλο αυτό να είναι κάποιας μορφής απονομή δικαιοσύνης. Κι αν το καλοσκεφτείς είναι πολύ παράξενο, γιατί δεν σου έλειψαν οι ισχυρές δόσεις εθνικής μυθολογίας στις πέντε έξι δεκαετίες της ζωής σου για την πολυτιμότητα της ελιάς: η Αθηνά να κερδίζει τον Ποσειδώνα στον αγώνα για την Αθήνα χαρίζοντάς της ένα ελαιόδεντρο. Ο Ομηρος να σκηνοθετεί την προετοιμασία εξόντωσης των μνηστήρων από τον Οδυσσέα και τον Τηλέμαχο κάτω από μια ιερή ελιά. Ο κότινος από κλαδιά ελιάς των ολυμπιονικών. Ο Παλαμάς και ο ποιητικός μονόλογος «είμαι η ελιά η τιμημένη» που τον μάθαινες απέξω στο Δημοτικό σχεδόν σαν δεύτερο εθνικό ύμνο. 

Και ύστερα ήρθαν οι νεωτερικές και μετανεωτερικές αναγνώσεις της ελαιώδους εθνικής μυθολογίας: ο Κολλάτος («Οι ελιές», 1964) που γράφει (και σκηνοθετεί αργότερα) πώς τρία αδέρφια σπρώχνουν την ανύπαντρη και «άσχημη» αδερφή τους στο κρεβάτι ενός μεθυσμένου για να την ξεφορτωθούν χωρίς προίκα, «γιατί οι ελιές δεν φεύγουν από την οικογένεια». Η «ανακάλυψη» της μεσογειακής διατροφής που στο κέντρο της μπαίνει το ελαιόλαδο. Η απάτη της «φραπελιάς» διά πάσαν νόσον, που ευτυχώς αποκαλύφθηκε εγκαίρως και δεν θρηνήσαμε θύματα. Και η άλλη, η ακόμη μεγαλύτερη απάτη του ελαιόλαδου που μπήκε σε αριθμημένα συλλεκτικά μπουκάλια και σε λακαρισμένες ξύλινες κασετίνες για να πουλιέται στα Harrods ή στα Εμιράτα 200 έως 1.000 ευρώ το μπουκάλι. 

Οταν το πρωτοδιάβασες αυτό στην αρχή γέλασες, αλλά μετά έκανες ένα μπακαλίστικο υπολογισμό για το πόσα λεφτά μπορεί να έχεις χάσει από τις 50 ρίζες ελιές που έχεις ξεχάσει και πού πέφτουν. Λες ο «Αλβανός» να πλουτίζει εις βάρος σου; Μετά σκέφτεσαι πιο ψύχραιμα και λες πως αν δεν ήταν κι αυτοί οι προκομμένοι άνθρωποι, τα χωριά θα είχαν ερημώσει εντελώς, τα χωράφια θα είχαν ξαναγίνει δάσος. Αλλά πάλι αναρωτιέσαι: πού πάει όλη αυτή η παραγωγή, πού πουλιούνται οι 400.000 τόνοι λάδι τον χρόνο, γιατί δεν έχουμε γίνει ένα από τα πλουσιότερα έθνη της Μεσογείου; Μας το παίρνει το λάδι η ιταλική μαφία; 

Σκέφτηκες μαφία και πήγε ο νους σου στις δύο πιο δημοφιλείς τηλεοπτικές σαπουνόπερες και ολίγον αγροτο-βουκολικά δράματα, τον «Σασμό» και τη «Γη της Ελιάς». Ποιο είναι το καλύτερο λάδι, της Κρήτης ή της Μάνης; Αλλά επειδή εκεί, στις δύο τηλεοπτικές περιοχές, με φόντο τα λιοστάσια, τα χωράφια και τ’ αμπέλια γίνονται τα πάντα -φόνοι, απαγωγές, ληστείες, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, βιασμοί-, αναρωτιέσαι γιατί οι παραγωγοί και οι ευφάνταστοι σεναριογράφοι δεν έχουν σκεφτεί να περιστρέψουν την πλοκή στο απόλυτο έγκλημα της εποχής: την κλοπή ελαιολάδου. Κι όλα τα συναφή εγκλήματα, από τη νοθεία μέχρι την καταπάτηση ιδιοκτησίας. Θα γίνει χαμός! 


Γελάς με τη σκέψη. Αν και δεν έχεις δει στην πραγματικότητα τις σειρές και δεν έχεις ιδέα τι και πώς διαδραματίζεται (εδώ που τα λέμε και οι δημιουργοί δεν έχουν ιδέα πού το πάνε), κάποιες φευγαλέες ματιές σε σκηνές οι οποίες εξελίσσονται σε λιοστάσια που θυμίζουν κήπους των Βερσαλλιών και ελαιοτριβεία που μοιάζουν με μικροβιολογικά εργαστήρια σε κάνουν να γελάς. Κάτι θυμάσαι κι εσύ από συγκομιδή, με τα χτένια να περνούν απ’ τα κλαδιά και τους πρασινόμαυρους καρπούς να κυλάνε στα λιόπανα, τις σκάλες πάνω στα δέντρα για να φτάσεις τα ψηλά κλαριά, τότε που η μέση και το σώμα σου αψηφούσε τη βαρύτητα και τις δισκοκοίλες. 

Ας πρόσεχες. Κι εσύ κι όλοι οι χιλιάδες κάτοχοι των 140 εκατομμυρίων ελαιοδένδρων που η ύπαρξή τους εξαντλείται σε μια δήλωση κτηματογράφησης και ένα Ε9. Η αγορά με το αόρατο χέρι της, που περνάει πάνω από χωράφια, ελαιοτριβεία, εργοστάσια εμφιάλωσης, αποθήκες λαδιού και μετατρέπει σε χρυσό αυτό που άλλοτε ήταν ο ελάχιστος πόρος των φτωχών, αποδίδει τη σκληρή δικαιοσύνη της απογειώνοντας την τιμή του λαδιού και εκτινάσσοντας στη στρατόσφαιρα το κέρδος της γαιοπροσόδου. Θα πεις το λάδι λαδάκι, είναι το κλισέ τον ημερών, της εποχής του νέου καπιταλιστικού φεουδαλισμού που μετατρέπει την τροφή στο απόλυτο πεδίο κερδοσκοπίας. 

Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, ίσως επανεξέταζες τη σχέση του με τη γη, μ’ αυτά τα ταπεινά χωράφια που κληρονόμησες. Ισως ένας κάποιος σασμός με τη γη της ελιάς, για λίγες μέρες κάθε χρόνο, με τις αυτοσχέδιες κολεκτίβες φίλων και συγγενών που τη μια μέρα μάζευαν στου Ηλία, την άλλη στου Πάνου, την τρίτη στης Μαρίας, που ήταν και μονάχη της, τα παιδιά της μετανάστες, ίσως ένας τέτοιος σασμός συμφιλίωνε κάπως την πόλη με το χωριό, την αστική υπερανάπτυξη με την αγροτο-κτηνοτροφική παραγωγή, τον μικροαστό που έγινες στη μητρόπολη με το επαρχιωτόπουλο που κατά βάθος πάντα ήσουν. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Είμαι του ήλιου η θυγατέρα

Η πιο απ’ όλες χαϊδευτή

Χρόνια η αγάπη του πατέρα

Σ' αυτό τον κόσμο με κρατεί

Οσο να πέσω νεκρωμένη

Αυτόν το μάτι μου ζητεί.

Είμ’ η ελιά η τιμημένη


Οπου και αν λάχει κατοικία

Δε μ’ απολείπουν οι καρποί.

Ως τα βαθιά μου γηρατειά,

Δεν βρίσκω στην δουλειά ντροπή.

Μ’ έχει ο θεός ευλογημένη,

Και είμαι γεμάτη προκοπή.

Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

.....................

Και φως πραότατο χαρίζω

Εγώ στην άγρια τη νύχτα.

Τον πλούτο πια δεν τον φωτίζω,

Συ μ’ ευλογείς φτωχολογιά.

Κι αν απ’ τον άνθρωπο διωγμένη,

Μα φέγγω μπρος στην Παναγιά.

Είμ’ η ελιά η τιμημένη.


Κωστής Παλαμάς, «Η ελιά» (1882) 


30/09/2023

Πιπέρι στο στόμα του φορομπήχτη…

Η Εφημερίδα των Συντακτών 30/9-1/10/2023

 Ανάμεσα στα όσα ζοφερά συμβαίνουν εδώ κι έναν μήνα, από τη στιγμή που οι πρώτες (χοντρές είναι η αλήθεια) σταγόνες της βροχής σκοτώσανε το καλοκαίρι και μαζί κάμποσες περιοχές της Θεσσαλίας κι όχι μόνο, ανάμεσα στα όσα εξωτικά συντελούνται μεταξύ Κουμουνδούρου και Κουκακίου, έγινε και κάτι που μας επιτρέπει να γελάσει τ’ αχείλι μας. Η κυβέρνηση έπαθε… Κατρούγκαλο. Και για να μην αδικώ τον παλιό συμφοιτητή και σύντροφο, που στο κάτω κάτω δεν είπε και τίποτα φοβερά παράδοξο τις παραμονές των εκλογών, όταν εκστόμισε την κουβέντα πως οι εισφορές των επαγγελματιών είναι χαμηλές, αφήνουν τρύπες στον ΕΦΚΑ και ίσως πρέπει να αυξηθούν (σ.σ. όποιος πιστεύει ότι ο περιούσιος μικρομεσαίος λαός εισφέρει τα δέοντα στην κοινωνική ασφάλιση, ας κάνει ένα βήμα μπροστά με τον κίνδυνο να πέσει στη συνταξιοδοτική άβυσσο της προσεχούς δεκαετίας), θα πω ότι η κυβέρνηση έπαθε Θεοχάρη. 

Ως γνωστόν αυτό έπαθε όταν ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών άφησε την αμυδρή υπόνοια επανεξέτασης των συντελεστών φορολόγησης των ελευθέρων επαγγελματιών. Πιπέρι στο στόμα του φορομπήχτη έσπευσαν να βάλουν διαδοχικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που δεν τον λες και γαλαντόμο στα φορολογικά. 

Και αφού ο «σούπερμαν» Χατζηδάκης, που όλα τα σφάζει, διαβεβαιώνει ότι δεν παίζει αύξηση των φορολογικών συντελεστών για τον συμπαθή λαό των μικρομεσαίων, που θεωρητικά έδωσε μεγάλο μέρος της εκλογικής νίκης στον Μητσοτάκη, οι ελευθεροεπαγγελματίες υποτίθεται πως μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι. Δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουν καμιά φορολογική επιβάρυνση, καμιά δυσάρεστη έκπληξη. Πιπέρι στο στόμα του φορομπήχτη. 

Αλλά χλωμό το βλέπω να έχει αυτό αποτέλεσμα, ακόμη κι αν κάψει γλώσσες πολλών υπουργών. Διότι έχει προηγηθεί η μελίρρυτος γλώσσα Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη, όπου σαν Μωυσής που μόλις κατέβηκε από το Σινά έφερε μαζί του έναν δεκάλογο εντολών υπαγορευμένο απευθείας από τον θεό της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ο ευφημισμός των δέκα φορολογικών εντολών είναι η πάταξη της φοροδιαφυγής, από την οποία υποτίθεται ότι η κυβέρνηση ελπίζει να φέρει τα επιπλέον έσοδα που χρειάζονται για να καλύψει τις τεράστιες τρύπες που άνοιξαν οι καταστροφές στη Θεσσαλία και αλλού.

Ημουνα νιος και γέρασα, η πάταξη της φοροδιαφυγής και η περίφημη διεύρυνση της φορολογικής βάσης είναι το Ελντοράντο στο οποίο δεκάδες οικονομικοί υπουργοί έχουν αφήσει τα πολιτικά κόκαλά τους και από υστεροφημία μηδέν. Εκτός από πιπέρι στο στόμα, οι φορομπήχτες υπουργοί, ακόμη κι όταν επιβάλλουν έναν δίκαιο φόρο (σπάνιο πράγμα), τιμωρούνται με πολιτική εξορία ή δυσμενή μετάθεση. 

Η φοροδιαφυγή είναι υπαρκτή, ποιος έχει αμφιβολία γι’ αυτό; Μετρημένη με ακρίβεια δεν είναι και τα νούμερα που παίζουν δεξιά κι αριστερά από μάλλον κομπογιαννίτικες έρευνες, κάτι μεταξύ 15 και 20 δισ. τον χρόνο, μάλλον δεν πρέπει να τα παίρνουμε τοις μετρητοίς. Αν στα 50 με 55 δισ. ευρώ φορολογικά έσοδα τον χρόνο, κυρίως από έμμεση φορολογία και δευτερευόντως από φορολογία εισοδήματος, προσθέταμε άλλα 15 δισ. με την πολυπόθητη «πάταξη», θεωρητικά θα ήμασταν πασάδες. Αλλά το ερώτημα στο οποίο φοβάται να απαντήσει ευθέως η κυβέρνηση και οι οικονομικοί υπουργοί, ακόμη κι όταν περάσει η επήρεια του καυτού πιπεριού, είναι ποιος φοροδιαφεύγει. Ποια είναι η ταξική ακτινογραφία των φοροφυγάδων ή, για να είμαστε ακριβείς, αυτών που αποκρύπτουν έσοδα και εισοδήματα; Πάλι στο γνωστά με τους υδραυλικούς και τους γιατρούς που δεν κόβουν αποδείξεις θα πέσουμε; 

Για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: φοροδιαφεύγουν αυτοί που μπορούν και φοροαποφεύγουν αυτοί που η φορολογική νομοθεσία τούς δίνει τη δυνατότητα να το κάνουν. Προφανώς δεν είναι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, άρα ο κλήρος πέφτει στις λοιπές συμπαθείς και αντιπαθείς τάξεις που έσοδό τους είναι ο πακτωλός της δημόσιας και ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης. Χρήμα του μισθωτού, του συνταξιούχου και μερικών ακόμη ομάδων που έχει φορολογηθεί ήδη στην πηγή (παρακράτηση), όταν μπαίνει στο μίξερ της κατανάλωσης έχει την ευκαιρία να αποφύγει το δεύτερο επίπεδο φορολόγησης (ΦΠΑ, έμμεσοι φόροι) χάρη σε μια υποτίθεται αμοιβαία επωφελή συναλλαγή με τη μη κοπή απόδειξης που αντισταθμίζεται με μείωση τιμής για το προϊόν ή την υπηρεσία. Τρίχες, καμιά αμοιβαιότητα δεν υπάρχει σε αυτό, δεν είναι win win φοροδιαφυγή, αλλά ουσιαστικά επιστροφή του φορολογικού βάρους στον καταναλωτή, τελικά στους μισθωτούς και συνταξιούχους που παραμένουν οι μόνοι σταθεροί και δεδομένοι αιμοδότες του κρατικού ταμείου. Γνωστά αυτά, είναι η καθημερινότητα των περισσότερων από μας. 

Κι αν αντιτείνει κανείς ότι αυτός ο μηχανισμός φοροδιαφυγής ρίχνει όλο το ανάθεμα στους μικρομεσαίους, που στο κάτω κάτω δεν είναι και όλοι ζάμπλουτοι, πρέπει να επισημάνουμε ότι η φοροδιαφυγή της απόδειξης που δεν κόβεται έχει συνενόχους και στα πιο υψηλά οικονομικά κλιμάκια. Γιατί από κάπου πρέπει να ήρθε το προϊόν που πουλήθηκε χωρίς απόδειξη. Με κάποια τιμολόγια μπήκε στο μαγαζί ή μήπως, ούτε τιμολόγια υπάρχουν; (Ρητορικό το ερώτημα, αφού είναι γνωστό ότι η ανθούσα βιομηχανία πλαστών και εικονικών τιμολογίων είναι ο βασικός τροφοδότης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών στο Δημόσιο που μένουν απλήρωτα ή περιμένουν υπομονετικά τη διαγραφή τους από τα διοικητικά δικαστήρια και τις ίδιες τις φορολογικές αρχές.) 

Επί της ουσίας η κυβέρνηση κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της. Θέλει να τα πάρει από μικρομεσαίους και ελευθεροεπαγγελματίες, που προφανώς έχουν τα περισσότερα εκτός φορολογητέας ύλης έσοδα, αλλά χωρίς να το πει ευθέως. Θα ήθελε να τους στριμώξει μέσω υψηλότερων συντελεστών, εφόσον η πλειονότητα εξακολουθούν να δηλώνουν εισοδήματα πένητα, αλλά δεν τολμά να τους προγκήξει. Οι μηχανισμοί αποτροπής της φοροδιαφυγής, με τη διασύνδεση όλων των συναλλαγών από την προμήθεια μέχρι την τελική πώληση (ας γίνει, καμιά αντίρρηση), είναι μια επινόηση για να αυξηθεί η φορολόγηση του περιούσιου μεσαίου λαού χωρίς να αυξηθούν οι συντελεστές. Αλλά θα αποδώσει, αν αποδώσει, σε βάθος χρόνων εκτός τρέχοντος εκλογικού κύκλου. Ως τότε τα μισθωτά υποζύγια θα πληρώνουν τον φορο- πολιτικό τρόμο της κυβέρνησης και όλων των κυβερνητικών κομμάτων, μη και στάξει η ουρά του γαϊδάρου. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

«Κανένας πολίτης δεν εξαιρείται από την τιμίαν υποχρέωσιν του να συνεισφέρῃ κατά την δύναμιν και τα πλούτη του τα εις δημοσίας ανάγκας δοσίματα».

Ρήγας Φεραίος, «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων νήσων και της Βλαχομπογδανίας» 


23/09/2023

Το κομματικό χρηματιστήριο

Η Εφημερίδα των Συντακτών 23-24/9/2023


 Προσπαθώ να βρω ένα αξιοπρεπές πρόσχημα για να δικαιολογήσω την παρουσία αυτού του κειμένου της στήλης στις οικονομικές σελίδες της «Εφ.Συν.». Δυσκολάκι, γιατί παρότι όλα στην εποχή μας δένουνε γλυκά (ή θεόπικρα) και η ώσμωση οικονομίας και πολιτικής είναι προφανέστερη από ποτέ, φαίνεται πλεονασμός ένα μυριοστό κείμενο για τα τεκταινόμενα στον ΣΥΡΙΖΑ. 

Ισως το πιο εύστοχο σχόλιο που συνδέει αυτά τα τεκταινόμενα με την οικονομία έχει διατυπωθεί από αρθρογράφο του capital.gr (τον Κ. Στούπα, στις 19/9/2023) που χαρακτήρισε τις εξελίξεις και την υποψηφιότητα Κασσελάκη ως «επιθετική εξαγορά του ΣΥΡΙΖΑ». Το πήρε copy paste ο Αδωνις Γεωργιάδης και το αναπαρήγαγε τηλεοπτικά την ίδια κιόλας μέρα της ανάρτησης, υποψιάζομαι χωρίς καν να σεβαστεί την «πνευματική ιδιοκτησία» του ευρήματος. 

Τεχνικά, πράγματι, ο όρος περιγράφει αρκετά πιστά αυτό που γίνεται στον ΣΥΡΙΖΑ, όσο κι αν προσβάλλει μέλη και στελέχη του που βρίσκονται σ’ αυτόν με τις προσδοκίες, τις διαψεύσεις, τις ελπίδες, τις διαφωνίες τους, αλλά και με μια ελάχιστη αφοσίωση και δέσμευση. Στις εισηγμένες μετοχικές εταιρείες, που η πλειονότητα των μετοχών τους είναι διεσπαρμένες σε χιλιάδες, ακόμη και εκατομμύρια μικρομετόχους, αλλά η εξουσία ασκείται από μια μειοψηφία βασικών μετόχων οι οποίοι φυτεύουν τους εκλεκτούς μανατζαρέους τους στη διοίκησή της, εμφανίζεται ένας μεγαλοεπενδυτής και προτείνει στους μικρομετόχους να εξαγοράσει τις μετοχές τους σε καλύτερη τιμή, για να απαλλάξει την εταιρεία από την καχεξία και να την απογειώσει. Φυσικά, έχει κάποιους κανόνες όλο αυτό (επιτροπές κεφαλαιαγοράς, προθεσμίες, υποχρεώσεις δημοσιότητας κ.λπ.), αλλά σε αδρές γραμμές αυτή είναι η διαδικασία. 

Αλλοτε πετυχαίνει και επιβιώνει, όπως με τη Vodafone που «κατάπιε» τη γερμανική Mannesmann πριν από 24 χρόνια, άλλοτε εξελίσσεται σε φιάσκο. Οπως έγινε το 2000 με την AOL και την Time Warner, το ντιλ των 165 δισ. δολαρίων, που έπεσε πάνω στην κρίση της τεχνολογικής φούσκας και χρειάστηκαν εννιά χρόνια και ζημιές δεκάδων δισ. δολαρίων μέχρι να ξαναχωρίσουν τα τσανάκια τους. Η τύχη των εκατομμυρίων μικρομετόχων που θα γίνονταν πλουσιότεροι από την «εξαγορά της χιλιετίας» αγνοείται. 

Οι αντιστοιχίες είναι προφανείς, αλλά η μεταφορά μετοχικής κουλτούρας στα κόμματα δεν είναι πρωτοφανής. Για να είμαστε ακριβείς, τις συνθήκες «επιθετικής εξαγοράς» στον ΣΥΡΙΖΑ δεν τις έφερε ο Στέφανος Κασσελάκης με την επιχειρηματική κουλτούρα του και την εμπειρία του από την Αγρια Δύση του καπιταλισμού. Ολα τα κόμματα της Μεταπολίτευσης, αυτά που ακόμη και το Σύνταγμα ορίζει ως αναπόσπαστους θεσμούς της δημοκρατίας, από συλλογικοί μηχανισμοί με τα μέλη τους, τις τοπικές και κλαδικές οργανώσεις τους, με ιεραρχική δομή και αιρετά θεσμικά όργανα από τη βάση μέχρι την κορυφή τους, μετατράπηκαν σταδιακά σε «κόμματα των δύο ευρώ και των δύο ωρών». Αυτό μόνο προϋποθέτει η συμμετοχή καθενός πολίτη που από πεποίθηση, συμπάθεια, χόμπι ή απλώς για πλάκα ψηφίζει την εκλογή του ηγέτη τους. Ξεκίνησε το 2004 από το ΠΑΣΟΚ του ενός εκατομμυρίου «μελών και φίλων» που εξέλεξαν τον ΓΑΠ και έγινε μοναδικός τρόπος εκλογής των αρχηγών όλων των κομμάτων διακυβέρνησης. 

Αυτό που πλασαρίστηκε ως ο πλέον δημοκρατικός τρόπος ανάδειξης ηγετών είναι στην πραγματικότητα ο τρόπος κατάλυσης κάθε ίχνους εσωκομματικής δημοκρατίας που απέμενε στα κόμματα. Ηταν ο τρόπος που οι αρχηγοί τους έκαναν την «επιθετική εξαγορά» των κομμάτων τους, υποβαθμίζοντας ή εξουδετερώνοντας εντελώς όλα τα άλλα αιρετά όργανα, από τους γραμματείς τοπικών ή περιφερειακών οργανώσεων, μέχρι Κεντρικές Επιτροπές, ακόμη και τα κατά τεκμήριο κορυφαία όργανα, τα συνέδρια, που είναι πλέον διακοσμητικά στοιχεία. Δεν είναι απλώς ότι όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα (με εξαίρεση το ΚΚΕ που διατηρεί την κάθετη οργανωτική λειτουργία που είχε πάντα –«δημοκρατικός συγκεντρωτισμός»– και τα κόμματα-διάττοντες αστέρες της Βουλής) έχουν γίνει αρχηγικά, άρα απολύτως συγκεντρωτικά, με τους λοιπούς συντελεστές τους σε απλούς γνωμοδοτικούς ρόλους. Είναι ότι οι υποψήφιοι αρχηγοί τους έχουν το δικαίωμα και την ευχέρεια να αλλάζουν κάθε φορά τον «λαό», το εκλογικό σώμα που τους αναδεικνύει. Αρα, να αλλάζουν κατά βούληση (ή καθ’ υπόδειξη) όλη την ταξική, ιδεολογική και πολιτική οικοσκευή του κόμματος-Α.Ε. για να προσελκύσουν έναν διαφορετικό «λαό» που θα τους αναδείξει. 

Θεωρητικά, από το 2004 που έχει εγκαινιαστεί αυτή η διαδικασία εκλογής κομματικών αρχηγών, έχουν περάσει από τις εκλογικές διαδικασίες της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ πάνω από 3 εκατομμύρια πολίτες. Τίποτε δεν αποκλείει οι εκλογείς του Παπανδρέου, ή ένα μέρος τους, να έγιναν αργότερα εκλογείς του Σαμαρά, της Φώφης Γεννηματά, του Μητσοτάκη, του Ανδρουλάκη, του Τσίπρα. Φυσικά και δεν απαγορεύεται να αλλάζει κανείς στρατόπεδα και προτιμήσεις. Αλλά τι σημαίνει για την εσωτερική ζωή των κομμάτων ότι σε ένα «δεξιό» κόμμα εκλέγει τον αρχηγό του ένα «αριστερό» εκλογικό σώμα και αντίστροφα, με όλες τις ενδιάμεσες παραλλαγές; Τι σημαίνει για τα κόμματα ότι οι υποψήφιοι αρχηγοί τους που ζητούν την εκλογή τους από τον «λαό» έχουν ουσιαστικά τη δυνατότητα να εκλέξουν προηγουμένως αυτοί τον «λαό» που θα τους εκλέξει; 

Σημαίνει την αυτοκατάργησή τους. Σημαίνει τη μετατροπή τους σε πολιτικούς και ιδεολογικούς χυλούς που ετεροκαθορίζονται. Σημαίνει τη μετατροπή τους σε κόμματα «μετόχων», κατόχων μιας «μετοχής» που αντιστοιχεί στο δικαίωμα εκλογής του αρχηγού μία φορά στα 2 ή 3 χρόνια. Σημαίνει ότι μπορεί κανείς να είναι κάτοχος «μετοχών» πολλών κομμάτων και το μόνο που απομένει για να μετατρέψει το κομματικό σύστημα σε ένα κανονικό χρηματιστήριο είναι να επιτραπεί η αγοραπωλησία ή η ανταλλαγή μετοχών. Ακόμη και το δικαίωμα αγοράς περισσότερων της μιας μετοχών σε κάθε κόμμα. Σημαίνει την απόλυτη παρακμή του κομματικού συστήματος, την οριστική αποκοπή του από την παράδοση των ταξικών αναφορών που εγκαινιάστηκε το 1789. 

Ενδεχομένως αυτό είναι μια μοιραία εξέλιξη στην εποχή των ραγδαίων μετασχηματισμών στην κοινωνία και την οικονομία, στην εποχή της απόλυτης σύγχυσης για την ταξική, ιδεολογική, πολιτική ταυτότητα ατόμων και στρωμάτων (τι πιο χαρακτηριστικό από τις ανοησίες για το ποιοι συγκροτούν τη «μεσαία τάξη»;), για το τι είναι «αριστερό» και τι «δεξιό». Τα κόμματα, ως μηχανισμοί εκπροσώπησης και συλλογικής συμμετοχής στη διαπάλη για την εξουσία (ή απλώς τη διακυβέρνηση), ίσως έχουν προ πολλού κλείσει τον κύκλο τους. Αλλά αυτό που επιχειρείται να καλύψει το κενό τους σε αυτή τη μεταβατική εποχή (μού είναι απεχθείς όλοι οι νεολογισμοί με πρώτο συνθετικό το «μετα-»: μετα-πολιτική, μετα-δημοκρατία κ.λπ.) μου προκαλεί τρόμο. Και θα ’πρεπε να προκαλεί τρόμο και σε όποιον, ανεξαρτήτως ένταξης, θεωρεί ότι η ανάπηρη, προβληματική, αστική, κοινοβουλευτική δημοκρατία, με όλο τον ξεχαρβαλωμένο εξοπλισμό της (κόμματα, συνδικάτα, εκλογές κ.ά.) είναι –μέχρι να εφευρεθεί κάτι άλλο– ελάχιστος όρος επιβίωσης των υποτελών τάξεων στον ύστατο ολοκληρωτικό καπιταλισμό της εποχής. Που δεν έχει τίποτε «μετα-». Είναι το ίδιο άγριος και μοβόρος με το «πριν» της πρωταρχικής συσσώρευσης ή της βιομηχανικής εποποιίας. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Αρκετοί θεωρούν πως η εμπειρία κάποιου στις επιχειρήσεις είναι αρκετή για να κυβερνήσει μια χώρα. Τούτο είναι λάθος. Μια επιχείρηση λειτουργεί συγκεντρωτικά γιατί αυτός που τη διοικεί έχει απόλυτη εξουσία να αξιολογήσει, να προσλάβει ή να απολύσει... Σε μια χώρα όμως δεν μπορεί κάποιος να απολύσει και να εξαφανίσει αυτούς που διαφωνούν με τις επιλογές του. Στην πολιτική κάποιος οφείλει να είναι συμπεριληπτικός και να διοικεί με τη συναίνεση των πολιτικών αντιπάλων. Για τον λόγο αυτό πρέπει να συνθέτει συνεχώς κοινωνικές και πολιτικές πλειοψηφίες για τα ζητήματα που τον ενδιαφέρουν να προωθήσει.

Κώστας Στούπας, «Η επιθετική εξαγορά του ΣΥΡΙΖΑ» (capital.gr, 19/9/2023)


17/09/2023

Αγορά αλληλεγγύης

 Η Εφημερίδα των Συντακτών 16-17/9/2023


Εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στους τόπους της μεγάλης πλημμύρας, δίπλα στους εγκλωβισμένους των πλημμυρισμένων χωριών του κάμπου. Δεν τους κάλεσε κανείς, δεν τους ρώτησε κανείς: «θέλετε, μπορείτε;». Βούτηξαν στα βρομόνερα ώς τον λαιμό, πήραν γερόντους στους ώμους, βόηθησαν παιδιά να βγουν με ασφάλεια σε στεγνό έδαφος, μετέφεραν ρούχα και είδη πρώτης ανάγκης, μαγείρεψαν χιλιάδες μερίδες φαγητό για τους ξεσπιτωμένους. Το έκαναν οργανωμένα ή εντελώς αυθόρμητα, μερικές φορές χαοτικά. Συνεργάστηκαν με τις λιγοστές και ασυντόνιστες δυνάμεις του κρατικού μηχανισμού, τις υποκατέστησαν πλήρως όπου αυτές ήταν απούσες και δεν ήταν λίγες οι φορές που αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία, ίσως και εχθρότητα όπου ήταν παρούσες. Δεν έβγαλαν ανακοινώσεις και ηχηρά καλέσματα, δεν βγήκαν γι’ αυτές/αυτούς δελτία Τύπου με ευχαριστήρια από υπουργούς και κρατικούς αξιωματούχους. Ισως δεν άκουσαν κι ένα «ευχαριστώ» από όσους βοήθησαν. Δεν είναι η πλειονότητα, αυτή παρακολούθησε την τραγωδία από τις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή. Αλλά είναι αρκετοί για να δείξουν ότι ο ατομικισμός, η αγριότητα του νεοφιλελευθερισμού, ο ανταγωνισμός, το πνεύμα Θάτσερ («Δεν υπάρχει κοινωνία…»), αλλά και η πονηριά του εξαγορασμένου «εθελοντισμού» δεν έχει σκοτώσει τα γονίδια της κοινότητας και της ανθρώπινης συνύπαρξης. Αυτοί είναι οι άνθρωποι της αλληλεγγύης που δεν περιμένει ανταπόδοση και δεν είναι οργανωμένη σε μια καθωσπρέπει αγορά. 

Υπάρχει όμως και η καθωσπρέπει αγορά αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη που διατυμπανίζεται, που παρέχεται οργανωμένα, που συνοδεύεται από δελτία Τύπου και φωτογραφίες που κατακλύζουν τα δημοσιογραφικά μέιλ, από συναντήσεις στα γραφεία υπουργών και απαραίτητα ακολουθείται από τις δημόσιες δηλώσεις ευγνωμοσύνης για τη γενναιόδωρη προσφορά. Υπάρχει η αλληλεγγύη της ένωσης των εφοπλιστών, που συζήτησε με τον Χατζηδάκη το πώς θα συνεισφέρει στην αντιμετώπιση της τραγωδίας στη Θεσσαλία, και η αλληλεγγύη της ένωσης των τραπεζιτών, που εισφέρει από το υστέρημά της τα πρώτα 50 εκατομμύρια ευρώ. Υπάρχει η αλληλεγγύη των διαχειριστών των «κόκκινων» δανείων, που κάνουν την καρδιά τους πέτρα και αναστέλλουν για λίγο τους πλειστηριασμούς ακινήτων στην πλημμυροπαθή περιφέρεια (αν και πολλοί ιδιοκτήτες ενυπόθηκων και πλημμυρισμένων ακινήτων ευχαρίστως θα τους έλεγαν «πάρτε το, πάρτε και το σπίτι και το χωράφι, εμείς δεν ξαναγυρνάμε εκεί, το χωριό μας δεν υπάρχει πια»). Υπάρχει η αλληλεγγύη της ασφαλιστικής αγοράς, που διαβεβαιώνει ότι θα κάνει τη δουλειά της και θα αποδείξει σε τι ακριβώς χρησιμεύουν τα 5 δισ. ευρώ τον χρόνο που πληρώνουμε για κάθε είδους κίνδυνο. Υπάρχει η αλληλεγγύη των αλυσίδων σούπερ μάρκετ που προσφέρουν εκπτώσεις στα καταστήματά τους στην περιοχή και ξεστοκάρουν τις αποθήκες τους από προϊόντα μακράς διαρκείας κοντά στη λήξη τους. Και φυσικά υπάρχει η εμφιαλωμένη αλληλεγγύη των νερουλάδων που στέλνουν στους πλημμυροπαθείς ένα ελάχιστο μέρος από το νερό που έτσι κι αλλιώς ανήκει σε όλους, δηλαδή το δικό τους νερό, το νερό που γίνεται πόσιμο όταν πέφτει στα βουνά, τροφοδοτεί πηγές και ποτάμια και τελικά εγκλωβίζεται σε δίκτυα και σε πλαστικά (ή χάρτινα, αν είναι στο Μαξίμου) μπουκάλια, αλλά μας πνίγει ή μας δηλητηριάζει όταν σπάει φράγματα και διαλύει δίκτυα. 

Ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι η οργανωμένη αγορά αλληλεγγύης, διοχετευμένη σε προγράμματα και απολογισμούς Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, αποτυπωμένη σε δείκτες ESG (Περιβάλλον, Κοινωνική Ευθύνη, Διακυβέρνηση) και βαθμολογίες βιωσιμότητας, είναι μια αγορά που περιμένει ανταπόδοση. Είτε από το κράτος και τις κυβερνήσεις, σε χρήμα ή σε είδος, είτε από τις άλλες αγορές, τις αγορές μετοχών, ομολόγων, εμπορευμάτων. Δεν πηγάζει από κάποια ανθρώπινη παρόρμηση, αλλά από τους σχεδιαστές εταιρικής στρατηγικής και τους συντάκτες των εταιρικών ισολογισμών, που πλέον έχουν έναν διακριτό και ποσοτικοποιημένο κωδικό στο ενεργητικό και το παθητικό τους. Είναι μια αλληλεγγύη εμφιαλωμένη και συσκευασμένη, ένα κανονικό προϊόν που πουλιέται και αγοράζεται. 

Αν υπήρχε αληθινή ανθρώπινη παρόρμηση στην αγορά αλληλεγγύης και ανάληψη πραγματικού κόστους συμπαράστασης, υπάρχουν πολύ πιο απλά και αποτελεσματικά πράγματα να κάνουν οι γενναιόδωρες επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, οι τράπεζες να καταργήσουν τις ακριβές προμήθειές τους, ή να μηδενίσουν τα επιτόκια δανεισμού και να αυξήσουν αυτά των αποταμιεύσεων. Να παραιτηθούν κι αυτές και οι servicers από το «δικαίωμα» πλειστηριασμών και κατασχέσεων. Οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις να παγώσουν τις τιμές και να μηδενίσουν το εμπορικό κέρδος τους. Οι εφοπλιστές να παρέχουν δωρεάν ένα μέρος από τις τεράστιες ποσότητες πετρελαίου που μεταφέρουν σε όλον τον πλανήτη, οι ενεργειακές να μειώσουν τα τιμολόγια ρεύματος και τα διυλιστήρια να ελαχιστοποιήσουν το περιθώριο διύλισης για να πέσουν οι τιμές των καυσίμων. Και, κυρίως, με το μεγάλο ειδικό βάρος τους να αποτρέψουν να μετατραπεί η τραγωδία σε ένα πάρτι κερδοσκοπίας πάνω από ερείπια και πτώματα. Αλλά, με τι μούτρα θα έβγαιναν μετά στις αγορές, πώς να εμφανιστούν στους μετόχους και τους επενδυτές που αδημονούν για μερίσματα και υπεραποδόσεις; 

Ανάμεσα στην οργανωμένη και επώνυμη αγορά αλληλεγγύης και την αλληλεγγύη των ανωνύμων υποβόσκει προφανώς ένας ανταγωνισμός, μπροστά στα μάτια των ευεργετούμενων. Ελπίζει κανείς ότι στους ξεσπιτωμένους του Κάμπου η πρόχειρα μαγειρεμένη σε ένα καζάνι στο ύπαιθρο μερίδα φαγητού, σερβιρισμένη σε πλαστικό δοχείο μιας χρήσης, μετράει πιο πολύ από την εκκωφαντική πλειοδοσία γενναιοδωρίας με μερικές δεκάδες εκατομμύρια που είναι άγνωστο αν και πότε θα φτάσουν στους αποδέκτες τους. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Πέθανες –κι έγινες και συ: ο καλός,

Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,

Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαβρέντη, εγώ που μόνο το 'ξερα τι κάθαρμα ήσουν, 

Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα,

Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα 'ρθω την ησυχία σου να ταράξω 


Μανώλη Αναγνωστάκη, «Επιτύμβιον» («Ο Στόχος») 


Είναι και Μάης και Ιούλης και Οκτώβρης και Νοέμβρης και Δεκέμβρης: Με τον φόβο τους να κοιμάστε!

Μικρή ανακεφαλαίωση της τελευταίας εικοσαετίας: η αλληλουχία κρίσεων και κοινωνικών εξεγέρσεων που προκαλεί το μεγάλο πλιάτσικο του κοινωνικ...