30/05/2007

kolovelonis

Κι έτσι ο Κωλοβελόνης έμεινε στη Γη…

«Να σας πώ την εξίσωση της ευτυχίας;» λέει στον ανυποψίαστο διαβάτη ο Κωλοβελόνης. «Χ= πλούτος – απληστία + απόλαυση – εργασία + συμμετοχή – εξουσία + εμπιστοσύνη –ασφάλεια + ελευθερία – ανταγωνισμός + έρωτας - αποκλειστικότητα».

Κανονικά, έπρεπε να έχει πάρει ήδη το δρόμο της επιστροφής, μαζί με τους συντρόφους του, τους καλικάντζαρους, τους βαθρακούκους, τους καρκάντσαλους, τους βορδόλακες, τους Κάηδες, τα σκαλικαντζούρια, τους λυκοκάντζαρους, τους παγανούς, τους Καλλισπούδηδες, τα χαμοδράκια, όλα τα πλάσματα του Κάτω Κόσμου που τέλειωσαν τις δωδεκαήμερες διακοπές τους στον Πάνω Κόσμο. Εχει λίγες ώρες καιρό να βουτήξει σ’ ένα από τα τούνελ της αβύσσου, να επιστρέψει στο άχαρο έργο που τον περιμένει όλο τον υπόλοιπο χρόνο: το πριόνισμα του Δένδρου της Ζωής. Αλλά ο Κωλοβελόνης, κάθεται άπραγος, αναποφάσιστος, σε μιαν έρημη άκρη της πόλης. Ενας φυγάδας της φυλής του. Σε στάση «Σκεπτόμενου» του Ροντέν, ρίχνει βλέμματα απλανή, ρεμβώδη στα φώτα της πόλης. Τον μαγεύει η εικόνα της τη νύχτα, κι αυτή είναι πιο πολύ που τον αποτρέπει από την επιστροφή στο σκοτεινό του κόσμο. Ο οποίος, υποτίθεται ότι εκπροσωπεί το επίσημο Κακό.

Τον Κωλοβελόνη τον διασκεδάζει η μυθολογία που έχουν αναπτύξει οι άνθρωποι για τον σκοτεινό Κάτω Κόσμο και τη διαρκή υπονομευτική δράση εις βάρος του Πάνω. Γελάει, καθώς σκέπτεται ότι έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι κάνουν πολύ περισσότερα από τους συκοφαντημένους Καλικάντζαρους για να κόψουν το Δένδρο της Ζωής ή, έστω, να το κλαδέψουν βάναυσα, ανεπανόρθωτα. Οι Καλικάντζαροι τουλάχιστον περιορίζονται σε μερικές πλάκες – άντε να κατουρήσουν το ψητό του ρεβεγιόν (θα καταναλώσουν λιγότερη χοληστερίνη οι άνθρωποι, δεν θα τους κάνει κακό), το πολύ να σβήσουν και τη φωτιά στο τζάκι (αλλά έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι έχουν καλοριφέρ και κλιματιστικά και καταναλώνουν άπληστα το υγρό, μαύρο πυρ- το οποίο, σημειωτέον, είναι για τους καλικάντζαρους ό,τι το νερό για τους ανθρώπους). Τα περισσότερα απ’ αυτά τα αθώα καψόνια δεν τα αντιλαμβάνονται πια οι άνθρωποι, προσηλωμένοι στην τηλεόραση να παρακολουθούν εκτελέσεις live, εναλλάξ με διαφημίσεις για νέα μοντέλα αυτοκινήτων, μοντέλες σε κατάσταση χορευτικής έκστασης και παίκτες που χοροπηδούν σαν πραγματικοί καλικάντζαροι γιατί κέρδισαν 200.000 στο Deal.

Ο Κωλοβελόνης διασκεδάζει, αλλά και καταθλίβεται μ’ όλ’ αυτά. Η Ζωή στον Πάνω Κόσμο, την οποία υποτίθεται ότι αυτός και η φάρα του επιβουλεύονται, είναι ένα γοητευτικό παιχνίδι αντιθέσεων που σε τίποτε δεν συγκρίνεται με το βαρετό πριόνισμα του Δένδρου στον δικό του σκοτεινό Κόσμο. Παράξενα πλάσματα οι άνθρωποι! Υπερασπίζονται τη ζωή με πάθος από ανύπαρκτες επιβουλές- καλικαντζάρων, τρομοκρατών, φτωχοδιάβολων- δίνουν δισεκατομμύρια στην ψευδαίσθηση της ασφάλειας και την ίδια στιγμή βυθίζουν το μισό κόσμο σε κανιβαλικούς εμφυλίους, γενοκτονίες, πανάκριβες στρατιωτικές επεμβάσεις, θεαματικές εκτελέσεις δικτατόρων που δεν απειλούν πια κανένα.

Παράγουν κάθε χρόνο δισεκατομμύρια τόνους αγαθών, απογειώνουν τον παγκόσμιο πλούτο σε σημείο που κάθε ανθρώπινο πλάσμα να έχει εξασφαλισμένη μιαν άνετη διαβίωση μέχρι τα βαθιά του γεράματα, αλλά αδυνατούν να κάνουν μια στοιχειωδώς δίκαιη μοιρασιά. Τι διάολο, δεν ξέρουν διαίρεση; σκέφτεται ο Κωλοβελόνης. Ένα παιδί που γεννιέται στις ΗΠΑ έχει στο «λογαριασμό» του ετήσιο εισόδημα 25.000 ευρώ. Το ίδιο παιδί στην Ευρώπη, διαθέτει 20.000 ευρώ (αν είναι από το Λουξεμβούργο έχει και πάνω από 35.000 ευρώ κατά κεφαλήν, αλλά αν είναι Ρουμανάκι πρέπει να αρκεστεί σε 5.000 ευρώ το χρόνο. Το πολύ…) Αν το ίδιο παιδί γεννιόταν στην Ινδία, θα του έπεφταν το πολύ 200 δολάρια το χρόνο, αν γεννιόταν στην Αφρική είναι πιθανό να μην έβγαζε τον πρώτο χρόνο ζωής του, πεθαίνοντας από πείνα, δίψα ή AIDS.

Στην Ευρώπη χρηματοδοτούν τις γεννήσεις παιδιών, πανικόβλητοι από το δημογραφικό έλλειμμα, αλλά στην Κίνα απαγορεύουν στις γυναίκες να κάνουν πάνω από ένα παιδί, τις στειρώνουν ή τις εξαναγκάζουν σε υποχρεωτική έκτρωση. Οι ηγέτες της Δύσης μυξοκλαίνε για τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού στις εθνικές τους αγορές, αλλά υψώνουν τείχη στα πλήθη των μεταναστών που καταφθάνουν απελπισμένα από την Ασία ή την Αφρική στο κατώφλι τους, διατεθειμένα να τους κάνουν τη δουλειά με τα μισά λεφτά και κάτω.

Ο Κωλοβελόνης έχει εκπλαγεί κι ο ίδιος με το θυμοσοφικό του οίστρο, το βλέμμα του ρεμβάζει πάντα στα φώτα της πόλης που τρεμοπαίζουν σαν χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Αλλά πιο πολύ εκπλήσσεται από τα συμπεράσματα του άναρχου συλλογισμού του. Μένει στην ίδια στάση, καθισμένος σε μια πέτρα, με το δεξί του χέρι ακουμπισμένο στο γόνατο να στηρίζει το κεφάλι του. Η απόφασή του να μην ακολουθήσει τους συντρόφους του στον Κάτω Κόσμο δυναμώνει καθώς βυθίζεται στις σκέψεις του για τη γοητευτική σχιζοφρένεια του Πάνω Κόσμου (στο βάθος, γεννιέται μέσα του η σκέψη μιας αποστολής: τι θα μπορούσε να διδάξει στους ανθρώπους αυτός, ένας κατ’ επίφαση εκπρόσωπος του «Κακού», για την ανάγκη να απαλλαγούν από τις καταστροφικές εκφράσεις του «Καλού»; Αφού το Καλό που επικρατεί στον Πάνω Κόσμο φέρνει τόσο κακό, μήπως χρειάζεται μια γερή δόση από το Κακό του Κάτω Κόσμου για να αποκατασταθεί η ισορροπία; Επέστρεψε στον οίστρο του για την πολιτισμένη σχιζοφρένεια).

Είναι τρελοί αυτοί οι άνθρωποι! Ακριβώς σαν τους Ρωμαίους του Αστερίξ. Επικοινωνούν ακατάπαυστα, έχουν στη διάθεσή τους κινητά και σταθερά τηλέφωνα, κομπιούτερ και δίκτυα που μεταφέρουν μηνύματα, πληροφορίες, εικόνες με την ταχύτητα του φωτός, μιλάνε συνεχώς στα ακουστικά τους, αλλά…Τι λένε; Επικοινωνούν το τίποτα κι όταν έλθει η ώρα της συνεννόησης, υψώνουν τείχη ασυνεννοησίας, σαν τους οικοδόμους της Βαβέλ (ο Κωλοβελόνης θυμάται αυτό το απίστευτο καψώνι στους ανθρώπους, κατεργαριά του Κάτω Κόσμου κι όχι του Θεού που την οικειοποιήθηκε. Αλλωστε, δεν έκανε και τόσο κακό στους ανθρώπους η πολυγλωσσία. Μάλλον τους εκτόξευσε στην πρόοδο. «Αν δεν χωρίσουμε, δεν θα ξανασμίξουμε»- του Κωλοβελόνη του φαίνεται αρκετά λενινιστικό αυτό, και του αρέσει).

Ο μοναχικός μας καλικάντζαρος συνεχίζει τις σκέψεις του που ταξιδεύουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Στον Πάνω και στον Κάτω Κόσμο, στην Ανατολή και στη Δύση, στο παρελθόν και στο μέλλον. Αναρωτιέται αν η αρχέγονη διαχωριστική γραμμή του κόσμου ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό έχει καμιά σημασία πια σήμερα, με τον Αξονα του Καλού να σκορπίζει αφειδώς καταστροφή, αδικία, δυστυχία και θάνατο. Εγκαταλείπει τη στάση του σκεπτόμενου, σηκώνεται στα ισχνά, λιπόσαρκα τραγοπόδαρά του- το ένα κουτσό, όπως ακριβώς το θέλουν οι εικόνες των μύθων μας- κρύβει την ειδεχθή του γύμνια κάτω από ένα ανθρώπινο κουστούμι και παίρνει το δρόμο προς τα φώτα της πόλης, αποφασισμένος να τον βρουν τα Φώτα εδώ, στον Πάνω Κόσμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, έναν απόστολο του παρεξηγημένου Κακού ενάντια στον υπερτιμημένο Καλό.

Ξημερώνει και τίποτε παράξενο ή καταστροφικό δεν συμβαίνει στο σώμα του Κωλοβελόνη. «Καλημέρα, χρόνια πολλά», λέει στον πρώτο άνθρωπο που συναντά και εκπλήσσεται που κανένα τραύλισμα ή ψεύδισμα δεν υπάρχει στη μιλιά του. «Να σας πώ την εξίσωση της ευτυχίας;» λέει στον ανυποψίαστο διαβάτη. «Χ=πλούτος – απληστία + απόλαυση – εργασία + συμμετοχή – εξουσία + εμπιστοσύνη –ασφάλεια + ελευθερία – ανταγωνισμός + έρωτας - αποκλειστικότητα».

Υ.Γ. Τα παραμύθια του Δωδεκαήμερου τελειώνουν εδώ. Επιστρέφουμε στην παραμύθα της σοβαροφάνειας. Δυστυχώς, ακόμη κι οι καλικάντζαροι χάνουν το χιούμορ τους.

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Η ιδιοκτησία είναι κλοπή, είναι και φόνος

Ο οικονομικός μας πολιτισμός είναι προϊόν της ιδιοκτησίας. Η ιδιοκτησία, στις άπειρες σύγχρονες νομικές μορφές της μας θυμίζει ότι υπάρχουμε. Μας επιτρέπει να υπάρχουμε. Όταν υπερασπιζόμαστε την ιδιοκτησία, υπερασπιζόμαστε την ύπαρξή μας.


Όλος ο πολιτισμός 5.000 χρόνων και πλέον, αποτυπωμένος σε έξι λέξεις: «Επρεπε να υπερασπίσω την περιουσία μου». Δεν ξέρω αν το επίσημο πρακτικό της ομολογίας περιλαμβάνει μ’ αυτά τα λόγια την αλήθεια των εκτελεστών του Αγρινίου. Δεν έχει σημασία. Στα αστυνομικά και δικαστικά χρονικά θα μείνει η κοινοτοπία των τηλεοπτικών συμπερασμάτων. «Δι’ ασήμαντον αφορμήν», πέντε ζωές. Κι όμως, δεν υπάρχει τίποτε το ασήμαντο σ’ αυτή την αφορμή της καταπάτησης της ατομικής ιδιοκτησίας. Το αντίθετο. Η ιδιοκτησία είναι το θεμέλιο του οικονομικού πολιτισμού μας εδώ και πενήντα τουλάχιστον αιώνες. Πώς είναι δυνατό να το εξοβελίζει κανείς, με τόση ευκολία, στο σύμπαν της ασημαντότητας;

«Η ιδιοκτησία του θύμιζε ότι υπάρχει», έγραφε η Πατρίτσια Χάισμιθ για τον απόλυτο ήρωά της, τον απαλλοτριωτή ιδιοκτησίας, προσωπικότητας και ταυτότητας άλλων, τον Τομ Ρίπλει. Η ιδιοκτησία μας θυμίζει ότι υπάρχουμε. Είναι γραμμένη στο DNA μας. Στην πραγματικότητα, ο καθένας μας είναι ικανός να σκοτώσει για να την υπερασπίσει από τις έξωθεν προσβολές. Στη μνήμη του κυττάρου μας είναι καταγεγραμμένοι οι απλοί τρόποι με τους οποίους οι πρόγονοί μας, στα σπήλαια ή στα δένδρα, homines sapientes κι αυτοί όπως εμείς, πετύχαιναν την ατομική ιδιοποίηση του φυσικού ή τεχνητού πλούτου: φόνος, κλοπή, αρπαγή, αιχμαλωσία. Είμαστε σίγουροι ότι έχουμε διανύσει απόσταση ασφαλείας από αυτό το πανάρχαιο δίκαιο; Εγώ πάλι αμφιβάλλω.

Ας αποστασιοποιηθούμε για λίγο από το σοκ του αίματος, κι ας μεταφερθούμε στη σκηνή της τραγωδίας. Πέντε νέοι που διατηρούν το αρχέγονο ένστικτο του κυνηγού. Στόχοι τους, τσίχλες και ορτύκια, που προφανώς δεν αναγνωρίζουν κι αυτά όρια ιδιοκτησίας. Τους ανήκει όλος ο ζωτικός χώρος που ενδέχεται να περιέχει την τροφή τους. Τα δάση που ανήκουν στο δημόσιο, στην εκκλησία ή σε κανένα. Τα χωράφια που ανήκουν σε καλλιεργητές. Τα βοσκοτόπια που ανήκουν στους κτηνοτρόφους. Μόνα σύνορα, οι ξόβεργες (δεν νομίζω ότι τις χρησιμοποιούν πολλοί πια), οι κάνες των όπλων και το κρύο. Όταν ο κυνηγός βγαίνει παγανιά, τη δική τους «ιδιοκτησία» παραβιάζει πρώτ’ απ’ όλα. Μια ιδιοκτησία χωρίς τίτλους, χωρίς νομική υπόσταση, αλλά πραγματική, φυσική, γιατί περιέχει τους όρους ύπαρξής τους. Σ’ αυτή την αναμέτρηση όμως, και ο κυνηγός έχει την ίδια κτητική αντίληψη. Ολος ο ζωτικός χώρος των θηραμάτων είναι διεκδικήσιμος, απαλλοτριωτέος. Μπορεί να τον απαλλοτριώσει μέχρι εκεί που φτάνει η εμβέλεια της σφαίρας του. Εστω και στιγμιαία. Επειτα, παρεμβάλλεται ένας τρίτος απαλλοτριωτής. Ο κτηνοτρόφος ή ο γεωργός. Εχει τη νομή του ζωτικού χώρου πτηνών και κυνηγών. Αλλά με τίτλους, με συμβολαιογραφικές πράξεις, με τη βούλα της εφορίας και κάθε κρατικής αρχής που του εγγυάται με τη βαρύτητα μιας συνταγματικής διάταξης το αναπαλλοτρίωτο της ιδιοκτησίας του:

«Σύνταγμα της Ελλάδος, Αρθρο 17. 1. H ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Kράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Kανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο». (Εδώ αποσύρονται οι πρωταγωνιστές του δράματος. Οι μεν στη φυλακή, οι δεν στο θάνατο. Μένουν τα πτηνά του ουρανού, στις δικές τους αρπακτικές και φονικές επιδόσεις εις βάρος των αθέατων κομπάρσων της σκηνής: των σκουληκιών και των εντόμων που θα γίνουν τροφή τους).

Μάλλον δεν υπάρχει πλέον χώρα στον κόσμο που να μην υπερασπίζεται την ιδιοκτησία έναντι των ιδιωτών με τον ισχυρό τρόπο της συνταγματικής επιταγής. Αλλά πάνω από το γραπτό σύνταγμα, υπάρχει ένας άγραφος νόμος με τον οποίο εμβολιαζόμαστε συστηματικά εξ απαλών ονύχων. Η ιερότητα της ιδιοκτησίας. Όχι μόνον ο οικονομικός πολιτισμός, ο πολιτισμός της απαλλοτρίωσης, αλλά και όλα τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα είναι προϊόντα της ιδιοκτησίας. Οι απώτεροι πρόγονοί μας απέκτησαν πολιτικές προσωπικότητες ανάλογα με το ρυθμό διάχυσης της ιδιοκτησίας, κι αφού οι ίδιοι έπαψαν να είναι αντικείμενα νομής και κατοχής. Η ιδιοκτησία, στις άπειρες σύγχρονες νομικές μορφές της, όχι απλά μας θυμίζει ότι υπάρχουμε. Μας επιτρέπει να υπάρχουμε. Όταν υπερασπιζόμαστε την ιδιοκτησία, υπερασπιζόμαστε την ύπαρξή μας, κι αυτήν είναι αναμενόμενο να την υπερασπιζόμαστε μέχρι αίματος. Μέχρι φόνου. Σας φαίνεται υπερβολή; Κι όμως, κάθε πράξη απόκτησης, προϋποθέτει την αποξένωση του άλλου από το «κτήμα». Κάθε πράξη επιβεβαίωσης της ύπαρξής μας δια της ιδιοκτησίας, είναι η αφαίρεση ενός μέρους της ύπαρξης του άλλου. Ο Σάιλοκ, στον «Εμπορο της Βενετίας» του Σέξπιρ, είναι ο αυθεντικότερος εκφραστής αυτής της προσθαφαίρεσης. «Η λίβρα το κρέας που του απαιτώ είναι ακριβοπληρωμένη, δικιά μου είναι και θα την πάρω», λέει στο δικαστήριο, απαιτώντας να κόψει ένα κομμάτι από το σώμα του Αντώνιου, έναντι του δανείου που του χορήγησε. Αυτό είναι το ψυχολογικό υπόστρωμα του αδιανόητου εγκλήματος κι ας μην το κρύψουμε κάτω απ’ το χαλί της υποκρισίας.

Πριν από όχι και πολλές δεκαετίες, τα εγκλήματα ΥΠΕΡ της ιδιοκτησίας δεν ήταν σπάνια φαινόμενα που άφηναν εμβρόντητο το πανελλήνιο. Ησαν μάλλον κανόνας στη βουκολική Ελλάδα που κινούνταν στις παρυφές της νομιμότητας και της χωροφυλακής. Και σήμερα φαίνεται ότι επιβιώνουν «νησίδες» που δεν έχουν διδαχθεί τα νέα μαθήματα προστασίας της ιδιοκτησίας, χωρίς όπλα και αίματα. Και κυρίως, δεν έχουν πάρει πρέφα ότι η ιδιοκτησία έχει καταργηθεί. Χωρίς μπολσεβίκους, χωρίς επανάσταση, χωρίς απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών, χωρίς ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς επιστροφή στην πρωτόγονη κοινοκτημοσύνη του παραδείσου, όπου όλοι τα είχαν όλα, άρα κανένας δεν είχε τίποτα. Η ιδιοκτησία καταργήθηκε όχι με την ηθική επιφοίτηση του Προυντόν που συμπέρανε ότι «η ιδιοκτησία είναι κλοπή». Αλλά με το μηχανισμό που μας κατέστησε όλους ιδιοκτήτες. Ο καθένας μας πια, στο σύγχρονο καπιταλισμό είναι ιδιοκτήτης. Είναι ιδιοκτήτης μέχρι να του πάρει το ενυπόθηκο σπίτι η τράπεζα. Και φυσικά δεν μπορεί να «σκοτώσει» την τράπεζα. Η τράπεζα θα «σκοτώσει» το σπίτι του. Ο καθένας είναι ιδιοκτήτης, μέχρι να του πάρει το χωράφι το κράτος υπέρ δημοσίου έργου, ή η εφορία έναντι οφειλών. Είναι κάτοχος μετοχών και μιας τεράστιας ποικιλίας άυλων αξιών, την τύχη των οποίων καθορίζουν άνθρωποι που δεν χρειάζεται καν να είναι οι ίδιοι ιδιοκτήτες. Είναι μάνατζερ, είναι διαχειριστές κεφαλαίων, είναι διαπραγματευτές νομισμάτων που μπορούν ν’ απαξιώσουν ή να απογειώσουν την περιουσία του ανυποψίαστου μικροαστού χωρίς να το πάρει πρέφα. Ο καθένας είναι ιδιοκτήτης αυτοκινήτου, αλλά δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα μέτρο με το όχημά του αν δεν έχει πληρώσει τέλη κυκλοφορίας, ασφάλεια ή τις δόσεις του τραπεζικού δανείου. Γίναμε όλοι ιδιοκτήτες, απολύτως ανήμποροι και ανυπεράσπιστοι έναντι των οιονεί απαλλοτριωτών της ιδιοκτησίας μας που με μια πληκτρολόγηση μπορούν να την κάνουν delete χωρίς να χυθεί ούτε σταγόνα αίμα. Η μικρή μας ιδιοκτησία, δεμένη με λίγα τετραγωνικά μέτρα γης ή λίγα κυβικά μπετόν, παρά τη στομφώδη συνταγματική προστασία, είναι στο έλεος ενός ανελέητου μηχανισμού απαλλοτριωτών (κράτους και ιδιωτών) που αντλούν την ισχύ και την εξουσία τους από το οξυγόνο του «ελεύθερου ανταγωνισμού της ανοικτής οικονομίας». Αυτού που η ηγεσία του ΣΕΒ θέλει να του αποδώσει τη διάσταση αιώνιας αλήθειας, με την πατίνα μας συνταγματικής διάταξης.

Το ίδιο θα πρότεινε κι ο Σάιλοκ, αλλά προτίμησε το δικαστήριο. Εξ άλλου, τότε δεν υπήρχαν και συντάγματα.

ΚΙΜΠΙ

Information.


Κραχ στην αγορά της πληροφορίας

Οι χιλιάδες ανεπεξέργαστες πληροφορίες που μας βομβαρδίζουν, αποδομούν και τα λίγα που ξέρουμε για τον κόσμο μας. Η αγορά της πληροφορίας αναπτύσσεται ιλιγγιωδώς στα όρια μιας φούσκας που θα σκάσει στα μούτρα μας. Απειλούμαστε από ένα κραχ δυσπιστίας, υπερπληροφορημένης άγνοιας και σκοταδισμού.

Ο υπουργός ζήτησε να μην τον ενοχλήσει κανείς για περίπου μία ώρα. Είχε προσωπικό ραντεβού. Αλλωστε, στο πρόγραμμα που είχε αποσταλεί στα γραφεία και με SMS στα κινητά των δημοσιογράφων, υπήρχε κενό. Ο επισκέπτης του ήρθε στην ώρα του. Πέρασε το κατώφλι του γραφείου- ένας εγκάρδιος χαιρετισμός και μια ζεστή, φιλική αγκαλιά. Δεν υπήρχε τίποτε που να προδίδει συνάντηση πολιτικού ή επαγγελματικού ενδιαφέροντος. Ωστόσο, δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι ο επισκέπτης του υπουργού ήταν κορυφαίος μάνατζερ ευρωπαϊκού τηλεπικοινωνιακού ομίλου. Από το πολυπληθές γραφείο τύπου του υπουργείου βρίσκονταν εκεί δύο εκ των πολλών που κοσμούν το μακροσκελές pay roll- κι αυτοί για δική τους δουλειά. Ο ένας είχε την περιέργεια να ρωτήσει για τον παράξενο επισκέπτη, η ιδιαιτέρα του υπουργού του το ψιθύρισε εμπιστευτικά χωρίς άλλες εξηγήσεις. Το όνομα ήταν γνώριμο. Ο δημοσιογράφος αυτόματα έπιασε το τηλέφωνο. Σε περίπου δέκα λεπτά 25 δημοσιογράφοι του ρεπορτάζ είχαν ενημερωθεί για την περίεργη συνάντηση. Μεταξύ τους και τα έμμισθα πλην ακριβοθώρητα στελέχη του γραφείο τύπου που επίσης διέδωσαν την είδηση σε 55 συναδέλφους τους του ευρύτερου πολιτικο-οικονομικού ρεπορτάζ και άλλους 35 του χρηματιστηριακού, οι οποίοι, εκτός από άλλους συναδέλφους τους, ενημέρωσαν και μερικές δεκάδες παράγοντες της χρηματιστηριακής αγοράς, ρωτώντας τους παράλληλα αν ξέρουν τι παίζεται. Σε ελάχιστα λεπτά, στα χρηματιστηριακά γραφεία έγινε πανικός με εκατοντάδες εντολές αγοράς της μετοχής του εθνικού τηλεπικοινωνιακού φορέα, η οποία εκτινάσσεται παράδοξα, παρασύροντας σε έναν βαθμό και μερικές άλλες μετοχές του κλάδου. Για το επόμενο 24ωρο, στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και τις εφημερίδες η είδηση που μεταδίδετο και σχολιαζόταν από τους επι παντός επιστητού άνκορμαν και άνκοργούμαν και τα παραθυράτα εξαπτέρυγά τους ήταν ότι πωλείται ο εθνικός τηλεπικοινωνιακός φορέας. Πέρα από τους περίπου 155 δημοσιογράφους που είχαν μεσολαβήσει μέχρι στιγμής και τα περίπου 135 «παπαγαλάκια» που έδωσαν στην πληροφορία υπόσταση υπεραξίας, άρχισε μια αντίστροφη κινητοποίηση.

Πρώτον, βουλευτές κατέθεσαν σχετικές ερωτήσεις στη βουλή, τα κόμματα και αρμόδιοι τομεάρχες διέρρευσαν σχόλια και έκαναν δηλώσεις (εδώ μεσολαβούν περίπου 35 υπεύθυνοι τύπου). Δεύτερον, κινητοποιήθηκαν το ΧΑ και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για να δηλώσουν ότι δεν είχαν ιδέα, αλλά θα ρωτούσαν (άλλοι 15 υπεύθυνοι τύπου μεσολάβησαν). Τρίτον, τα γραφεία τύπου τριών συναρμοδίων υπουργείων καθώς και του πωλούμενου τηλεπικοινωνιακού οργανισμού εξέδωσαν ανακοινώσεις διάψευσης, αφού προηγουμένως διέρρευσαν σχόλια κύκλων προσκείμενων (αλλοι 27 υπεύθυνοι τύπου). Τέταρτον, ο ευρωπαϊκός τηλεπικοινωνιακός όμιλος διέρρευσε δια κορυφαίων κύκλων του σε δύο διεθνή πρακτορεία ότι δεν είχε ιδέα περί τίνος επρόκειτο και ότι η Ελλάδα δεν υφίσταται στη διεθνή επενδυτική του ατζέντα (μεσολάβησαν περίπου 16 δημοσιογράφοι και λομπίστες της εταιρείας). Πέμπτον, ο εισαγγελέας πρωτοδικών, διέκοψε την αδιάλειπτη ανάγνωση εφημερίδων και παρακολούθηση τηλεόρασης και διέταξε μια προκαταρκτική έρευνα, νάχουν οι εισαγγελείς να πορεύονται (κινητοποιήθηκαν 23 δικαστικοί ρεπόρτερ). Εκτον, το συνδικάτο του πωλούμενου φορέα συγκάλεσε έκτακτη συνέντευξη τύπου, αφού προηγουμένως είχε εκδώσει μια ανακοίνωση- καταπέλτη για το ξεπούλημα της εταιρείας (απασχολήθηκαν 17 εργατικοί ρεπόρτερ). Εβδομον, ο υπουργός προσήλθε στη βουλή για να απαντήσει στις ερωτήσεις και επερωτήσεις των βουλευτών, εξέφρασε την απορία του για το θόρυβο και διευκρίνισε ότι όλα προήλθαν από μια φιλική συνάντηση που είχε στο γραφείο του με παλιό συμμαθητή και συμφοιτητή του στο LSE για καφέ (κινητοποιούνται 25 κοινοβουλευτικοί συντάκτες). Ογδοον, ο ανυποψίαστος φίλος του υπουργού αναγκάστηκε να επιβεβαιώσει τον αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα της συνάντησης σε 12 απευθείας τηλεφωνικές και τηλεοπτικές συνδέσεις με τα βραδινά τηλεοπτικά δελτία (κινητοποιήθηκαν 35 δημοσιογράφοι και τεχνικοί συνεργείων). Εννατον, τα γραφεία τύπου του ΧΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακοίνωσαν ότι δεν τρέχει τίποτα, αλλά παράλληλα ξεκίνησαν έρευνα για το ενδεχόμενο εσωτερικής πληροφόρησης και χειραγώγησης της αγοράς (κινητοποιήθηκαν δέκα υπεύθυνοι τύπου και 20 στελέχη). Δέκατον, δυο μέρες μετά την πρώτη διαρροή η μετοχή του μη πωλούμενου οργανισμού ξεφουσκώνει μαζί με την πληροφορία που τη φούσκωσε.

Ενας πρόχειρος απολογισμός αποδίδει τα εξής: Για τη διαρροή και διακίνηση της πληροφορίας κινητοποιήθηκαν 365 δημοσιογράφοι, 150 παπαγαλάκια, 20 άνκορμεν και σχολιαστές, 35 βουλευτές, 105 τεχνικοί ραδιοτηλεόρασης, 47 γραφειοκράτες εποπτικών φορέων, οργανισμών και δικαστικών υπηρεσιών. Αλλαξαν χέρια 49 εκατομμύρια ευρώ μέσω χρηματιστηρίου, χάθηκαν περίπου 3.500 εργατοώρες διακινητών της πληροφορίας και περίπου 4,5 εκατομμύρια ώρες από το χρόνο των αποδεκτών της: των πολιτών τηλεθεατών.

Σ’ αυτή τη μικρή, φανταστική ιστοριούλα, ελαφρώς φαντεζί ενσταντανέ της καθημερινότητάς μας, υπάρχουν όλα τα συστατικά για το επερχόμενο κραχ στην αγορά της πληροφορίας. Το ότι η πληροφορία αποτελεί τη νέα πηγή πλούτου δύσκολα μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Ιδιαίτερα αν ρίξει μια ματιά στα εισοδήματα των διακινητών της, τουλάχιστον όσων βρίσκονται στην κορυφή της επικοινωνιακής πυραμίδας. Ο στρατός των διαμεσολαβητών της πληροφορίας, από τους κατασκευαστές μέχρι τους συσκευαστές της, από τους πρωταγωνιστές μέχρι τους κομπάρσους της, από τους σκηνοθέτες μέχρι τους διανομείς της, αποτελεί το πιο γενναιόδωρα αμειβόμενο κομμάτι αυτής της βιομηχανίας. Αλλά αυτό δεν αποδεικνύει ότι δικαιολογούν το μισθό τους. Ελάχιστες από τις χιλιάδες πληροφορίες που διακινούνται κάθε μέρα από υπουργικά γραφεία, κρατικές υπηρεσίες, εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς, εταιρικά μέγαρα, επιχειρηματικά λόμπι, επιστημονικά ινστιτούτα, ερευνητικά κέντρα, μέσα ενημέρωσης, γραφεία δημοσίων σχέσεων ενσωματώνουν πραγματικές αξίες και υπεραξίες. Επικοινωνούμε τα πάντα. Το σημαντικό και το ασήμαντο. Το μέγιστο και το ελάχιστο. Το αληθινό και το ψεύτικο. Το ιδιωτικό βίτσιο και τη δημόσια αρετή. Το άθλιο κουτσομπολιό που ικανοποιεί την οφθαλμολαγνία μας (τι έκανε ο διοικητής του ΙΚΑ στο διαμέρισμα του Παγκρατίου;) και το επιστημονικό άλμα που μπορεί να απαλλάξει την ανθρωπότητα από μια ασθένεια- μάστιγα. Την απαξίωση της ζωής, που κομματιάζεται σε δεκάδες θανάτους καθημερινά στο Ιράκ και το δικαίωμα στο θάνατο για την Βρετανίδα ανάπηρη που τον επιζητεί ως λύτρωση. Την λιμοκτονία των πληθυσμών στην Αττική και την ανορεξία των μοντέλων στις πασαρέλες της Ευρώπης. Όλα πληροφορίες, ισότιμα παραταγμένες στην οθόνη της τηλεοπτικής γνώσης.

Ποια είναι η τιμή κάθε διακινούμενης πληροφορίας; Ποιο το κόστος της; Και ποια η αξία της; Η πρώτη είναι ίσως εύκολο να υπολογιστεί, αν εκτιμηθεί ο διαφημιστικός χώρος και χρόνος που της αναλογεί στα μέσα ενημέρωσης. Το κόστος της είναι ίσως και αυτό εφικτό να το υπολογίσεις αν αθροίσεις τις εργατοώρες των διακινητών της πληροφορίας από την πηγή ως τον καταναλωτή της, το κοινό. Αλλά η αξία κάθε πληροφορίας, πώς υπολογίζεται; Υποθέτω, από την δυνατότητα να μεταφραστεί σε γνώση, σαν ψηφίδα που προστίθεται στο μεγάλο πάζλ της αντίληψής μας για τον κόσμο και τον εαυτό μας, σαν μέσο για να ερμηνεύσουμε και να αυτό-ερμηνευτούμε. Τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει στην «κοινωνία της πληροφορίας», στην κατ’ επίφαση οικονομία της γνώσης. Οι χιλιάδες ανεπεξέργαστες πληροφορίες που μας βομβαρδίζουν άκριτα, αποδομούν και τα λίγα που ξέρουμε για τον κόσμο μας. Η αγορά της πληροφορίας αναπτύσσεται ιλιγγιωδώς στα όρια μιας φούσκας που θα σκάσει στα μούτρα μας (και στα μούτρα της αναξιόπιστης πλέον επαγγελματικής μου συντεχνίας).

Πληροφορία και γνώση βρίσκονται σε κραυγαλέα αντίθεση και απειλούμαστε από ένα κραχ δυσπιστίας, υπερπληροφορημένης άγνοιας και σκοταδισμού.

Μοιάζει σαν εκδίκηση για το προπατορικό μας αμάρτημα. Φάγαμε όλα τα μήλα από το δένδρο της γνώσης, τώρα κατασπαράσσουμε τα φύλλα, τον κορμό και τις ρίζες του.

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Είναι πολλά τα λεφτά, Γιώργο…

Το έλεγε και ο Λαοτσέ. «Αν είσαι δυστυχής γιατί είσαι φτωχός, κάθισε και μέτρα όλα τα υλικά αγαθά που έχεις στο σπιτικό σου. Μέτρα τα ακίνητα και τα κινητά αντικείμενα, υπολόγισε την αξία και του πιο ασήμαντου που διαθέτεις. Αθροισέ τα. Στο τέλος θα εκπλαγείς από το πόσο πλούσιος είσαι!»


«Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».

Το θυμάμαι από παιδί να ακούγεται σε αγιασμούς και αρτοκλασίες, στις οποίες εκουσίως ή ακουσίως παρευρισκόμουν- κυρίως στις δεύτερες, με την προσδοκία για ένα κομμάτι από το ζαχαρωμένο ψωμί που ευλογούσε τελετουργικά ο παπάς. Και μετείχα κι εγώ, εν τη αφελεία μου, στη συλλογική ψευδαίσθηση αυτής της ιδιότυπης ανακατανομής του πλούτου μέσω της πίστης. Δεν μου είχαν πει πάντως όλη την αλήθεια. Ότι, δηλαδή, η υπεσχημένη αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης αφορούσε τη μετά θάνατον ζωή, για την οποία υποθέτω ότι κανείς δεν βιάζεται, όσο πιστός κι αν είναι.

Όταν, μεγαλώνοντας, ατόνησε η επιρροή των χριστιανικών επαγγελιών, τις διαδέχθηκαν άλλου είδους προσδοκίες ανακατανομής του πλούτου, χωρίς της μεσολάβηση Θεού, αλλά με τη μεσολάβηση της επανάστασης, ή – για να μην είμαστε μαξιμαλιστές- της κοινωνικής μεταρρύθμισης. Εκεί, ως γνωστόν, πολλοί φάγαμε τα μούτρα μας- άλλοι στο καταρρεύσαν τείχος του Βερολίνου, άλλοι στο νέο τείχος της παγκοσμιοποίησης κι άλλοι στη βολική αυταπάτη της «αοράτου χειρός της αγοράς» που απονέμει δικαιοσύνη με το δικό της αιματηρό τρόπο. Το αποτέλεσμα, ως γνωστόν, είναι ανάλογο με εκείνο της χριστιανικής επαγγελίας: πράγματι, κάποιοι πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν ελέω ανταγωνισμού, αλλά το αντίστροφο δεν συνέβη. Απλώς έγινε μια τράμπα. Στη θέση των παλιών αστών, οι νεόπλουτοι. Αλλά οι εκζητούντες τον Κύριον- τον όποιον Κύριο- ακόμη ζητούν το λογαριασμό. Ρωτήστε και τους κοψοχέρηδες νεοεπενδυτές του 1999.

Αφού λοιπόν η ανακατανομή του πλούτου αναδεικνύεται-προς το παρόν- σε αδύνατη επαγγελία, τόσο μέσω καπιταλισμού της αγοράς όσο και μέσω σοσιαλισμού του κράτους, ήταν λογικό σε δεύτερο χρόνο να κερδίσει έδαφος το επόμενο επιχείρημα, κυρίαρχο πλέον στον πολιτικό λόγο των κομμάτων εξουσίας: γιατί να πονοκεφαλιάζουμε στη φενάκη της κατανομής της πίτας- που αποδείχτηκε σαν τον τετραγωνισμό του κύκλου- αφού μπορούμε να μεγαλώσουμε την πίτα για όλους; Πόσες φορές το έχετε ακούσει; Χιλιάδες.

Ε, λοιπόν, είμαστε ενώπιον αυτής της ιστορικής ευκαιρίας. Να μεγαλώσουμε την πίτα για όλους, απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Με μια μονοκοντυλιά. Δεν χρειάζεται να παρεμβληθεί ούτε το ρίσκο του χρηματιστηρίου, ούτε ένας ολυμπιακός όλεθρος, ούτε καν η αύξηση της παραγωγικότητάς μας. Χρειάζεται απλώς να μετρήσουμε σωστά τα λεφτά που έχουμε στην τσέπη μας. Διότι η οικονομία είναι πρωτίστως ζήτημα ψυχολογίας. Αν μετρήσουμε τα λεφτά σωστά και ανακαλύψουμε ότι είναι περισσότερα από όσα νομίζαμε ότι έχουμε, αυτομάτως θα αισθανθούμε πλουσιότεροι. Ετσι δεν είναι Γιώργο;

Το έλεγε και ο Λαοτσέ, στο «ευαγγέλιο» του Ταοϊσμού: «Αν είσαι δυστυχής γιατί είσαι φτωχός, κάθισε και μέτρα όλα τα υλικά αγαθά που έχεις στο σπιτικό σου. Μέτρα τα ακίνητα και τα κινητά αντικείμενα που έχεις στην κατοχή σου, υπολόγισε την αξία και του πιο ασήμαντου αντικειμένου που διαθέτεις. Αθροισέ τα. Στο τέλος θα εκπλαγείς από το πόσο πλούσιος είσαι!»

Δεν ξέρω αν ο κ. Αλογοσκούφης έχει ασπαστεί τον Ταοϊσμό, αλλά η αναθεώρηση του ΑΕΠ ανταποκρίνεται πλήρως σ’ αυτή την αρχαία ανατολική φιλοσοφία. Το πρόβλημά μας δεν είναι πως δεν είμαστε ένα πλούσιο έθνος, αλλά ότι δεν γνωρίζουμε πόσο πλούσιο έθνος είμαστε. Προσυπογράφω, και ταυτοχρόνως απορρίπτω όλα τα φθηνά ευφυολογήματα περί της συμβολής της πορνείας στην οικονομική μας μεγέθυνση, που άλλωστε είναι άνευ ηθικού βάρους, αφού κάθε μισθωτή εργασία είναι εκπόρνευση. Επομένως δεν είναι διόλου απίθανο η μισθωτή εργασία εν συνόλω να συνέβαλε στην αύξηση του εγχωρίου πλούτου κατά 25%.

Αλλωστε, ο πλούτος κάθε έθνους αυξάνεται με ιδιαίτερο τρόπο. Οι Ελβετοί πλούτισαν από ρολόγια, σοκολάτες και ξέπλυμα βρόμικου χρήματος. Οι Αγγλοι από δουλεμπόριο και πειρατεία. Οι Γάλλοι από τη λεηλασία των πολιτισμών και τη διακίνηση των ιδεών. Οι Σκανδιναβοί από το θέατρο και τα κινητά τηλέφωνα. Οι Γερμανοί από τη φιλοσοφία και το κοινωνικό κράτος. Οι Αμερικανοί από τους πολέμους που παρακολούθησαν εξ αποστάσεως και από αυτούς που προκάλεσαν στη συνέχεια. Καθένας με τον τρόπο του.

Εμείς; Από τι μπορεί να πλουτίσαμε κατά 25%, εν μια νυκτί; Μήπως από τις τσακώνικες μελιτζάνες; Τα αγγουράκια Κρήτης; Το τσίπουρο; Το ούζο, τη φέτα, το γάλα; Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι τους; Τι λέω τώρα; Ξέχασα ότι ζούμε στην εποχή της αποϋλοποιημένης οικονομίας. Μπορεί η Κίνα, για παράδειγμα, να είναι το εργοστάσιο του κόσμου, αλλά οι υπεραξίες που εκεί δημιουργούνται να γίνονται λογιστικές αξίες στην άλλη πλευρά του Ειρηνικού. Κι αν αυτό είναι εφικτό στο χώρο, γιατί να μην είναι δυνατό και στο χρόνο. Εμείς, προφανώς, υλοποιούμε τις υπεραξίες της ιστορίας που μας αναλογούν. Μετατρέπουμε σε εθνικό πλούτο το χαμένο κοπιράιτ του Ομήρου, του Αισχύλου, του Αριστοφάνη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, των χιλιάδων ελληνικών λέξεων που βρίσκονται στο DNA όλων των γλωσσών και πολιτισμών του πλανήτη. Αν μια αμερικανική μετοχή –τούρμπο και τα μερίσματα που της αναλογούν ενσωματώνει ένα ποσοστό αέρα κοπανιστού που μετρά και παραμετρά στο αμερικανικό ΑΕΠ, γιατί να μην ενσωματώσουμε κι εμείς στο ελληνικό ΑΕΠ το χαμένο χρόνο, το λεηλατημένο πολιτισμό του οποίου είμαστε κληρονόμοι;

Ούτως ή άλλως, για χιλιάδες χρόνια, έθνη και κοινωνίες υπήρξαν πλούσια ή φτωχά χωρίς να έχουν ιδέα πόσο ήταν το ΑΕΠ τους. Υπόθεση μερικών δεκαετιών είναι αυτό το κατά συνθήκην ψεύδος, που ενσωματώνει ένα ποσοστό «αθώας απάτης», που θα ‘λεγε κι ο Γκαλμπρέιθ. Απάτης, γιατί στην πραγματικότητα η πιο εξελιγμένη στατιστική μέθοδος, στην πιο «λευκή» οικονομία του κόσμου, είναι αδύνατο να προσεγγίσει το πραγματικό της μέγεθος χωρίς ένα ποσοστό «αέρα» (δηλαδή, παραοικονομίας). Και αθώας, γιατί την κάνουν όλοι και άρα, ένοχος ένοχον ου ποιεί.

Αφού, λοιπόν, η φαντασιακή θέσμιση της οικονομίας έχει τη σφραγίδα της νομιμότητας και την πιστοποίηση όλων των διεθνών οργανισμών (του ΟΟΣΑ, του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Eurostat και όλων των χρυσοπληρωμένων ειδικών που βγάζουν το παντεσπάνι τους από τη διακίνηση του κατά συνθήκην ψεύδους), γιατί και ο Γ. Αλογοσκούφης να μην αποφασίσει ότι η Ελλάδα είναι πλουσιότερη από όσο νομίζαμε;

Δικαίωμά του. Αλλά υπό έναν όρο. Να αναγνωρίσει και αυτός στον κάθε Ελληνα να αποφασίζει το πόσο πλούσιος ή πόσο φτωχός θέλει ΝΑ ΔΗΛΩΝΕΙ ότι είναι. Να έχει δικαίωμα και κάθε φορολογούμενος στην ποσόστωση απάτης που μας αναλογεί ως έθνος. Να μην είναι καταδικασμένος στην ειλικρίνεια. Αυτό είναι ένα δίκαιο κοινωνικό συμβόλαιο.

Αυτό, βέβαια, ενέχει έναν κίνδυνο. Να εξελιχθούμε σε ένα πάμπλουτο έθνος, που αποτελείται από πάμφτωχους πολίτες. Και ποιος θα πληρώσει τα «κερατιάτικα» της ευρωστατιστικής παρθενίας; Αλλά τι σημασία έχει; Το θέμα είναι να μεγαλώνει η πίτα, έτσι δεν είναι; Η μοιρασιά είναι υπόθεση της αποϋλοποιημένης (παρα)οικονομίας. Όπως στους Χριστιανούς, ο πλούτος των πιστών είναι υπόθεση της αποϋλοποιημένης, μετά θάνατον ζωής.

Κοίταξε να δεις…Πάλι στη μεταφυσική καταλήξαμε…

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Το έλλειμμα στο ισοζύγιο ελευθερίας και ασφάλειας

Ας φανταστούμε την ελευθερία και την ασφάλεια ως χρηματιστηριακά προϊόντα. Οσο περισσότεροι ζητούν ν’ αγοράσουν ελευθερία, τόσο αυξάνεται η τιμή της. Αν στραφούν φοβισμένοι, πανικόβλητοι στην ασφάλεια, η «μετοχή» της θα γίνεται ρουκέτα. Αλλά τελικά πρόκειται για μια «φούσκα».

Πόσες φορές το έχετε ακούσει το τελευταίο δεκαήμερο; «Ελευθερία και ασφάλεια δεν είναι ασυμβίβαστες έννοιες». Πόσες φορές το έχετε ακούσει από τον Σεπτέμβρη του 2001, όταν τα «τρελά» αεροπλάνα καρφώνονταν στους Δίδυμους Πύργους; Πέντε χιλιάδες φορές; Εκατό χιλιάδες φορές; Οσες περισσότερες φορές το έχετε ακούσει, τόσο περισσότερο υπογραμμίζεται ότι πρόκειται για μιαν απίστευτη βλακεία. Η ελευθερία και η ασφάλεια ήσαν πάντα δύο αντιτιθέμενες δυνάμεις, από τότε που υπάρχει άνθρωπος με συνείδηση της ύπαρξής του. Θυμάστε τον Καλικάντζαρό μου, τον Κωλοβελόνη που, πριν δύο εβδομάδες, παραμονή των Φώτων στην ίδια σελίδα προσπαθούσε να διατυπώσει την εξίσωση της ευτυχίας; Από την ελευθερία αφαιρούσε την ασφάλεια και τον ανταγωνισμό. Κάτι ήξερε.

Ισως πρόκειται για το πιο ευαίσθητο ισοζύγιο του πολιτισμού μας. Την εποχή της απόλυτης ελευθερίας τους, στην ημιζωώδη κατάστασή τους, τα ανθρώπινα πλάσματα ήσαν και απόλυτα εκτεθειμένα στην ανασφάλεια. Εκτεθειμένα στους καταναγκασμούς της φύσης, στον κεραυνό, στο κρύο, στη ζέστη, στο πεινασμένο σαρκοφάγο ζώο, σε μια απλή ίωση, στον εχθρικό του γείτονα που θα τον σκότωνε προκειμένου να απαλλοτριώσει το ζωτικό χώρο, μια σπηλιά ή ένα προστατευμένο από τον κωλόκαιρο κατάλυμα. Ολες οι χιλιετίες εκπολιτισμού που μεσολάβησαν επεφύλασσαν ένα ακατάπαυστο ροκάνισμα της ελευθερίας, στην απόλυτη, άκαμπτη και ριψοκίνδυνη εκδοχή της, και μια διόγκωση της ασφάλειας και όλων των μέσων που την θωρακίζουν. Ολο το ζήτημα είναι ποια αναλογία ελευθερίας και ασφάλειας είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε για να έχει η ελευθερία έναν ρεαλιστικό, ζωτικό χώρο υλοποίησης. Γιατί ελεύθερος και νεκρός, δεν λέει…

Η γραμμή ασφαλείας είναι το ισοζύγιο. Αν το ισοζύγιο ελευθερίας και ασφάλειας παραμένει θετικό υπέρ της πρώτης, μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι ο πολιτισμός και οι δημοκρατίες για τις οποίες επαιρόμαστε στη Δύση δεν ρέπει προς τη φασιστική βαρβαρότητα. Και απαράβατος όρος για ένα θετικό ισοζύγιο είναι να ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής πως ιεραρχούμε τα δύο αγαθά. Αν δηλαδή η ελευθερία διατηρεί την απόλυτη προτεραιότητά της έναντι κάθε άλλου δημόσιου και ιδιωτικού αγαθού. Και σ’ αυτό, η περίφημη ελευθερία των αγορών (αυτός ο συμβατικός ευφημισμός του άγριου καπιταλισμού) έχει να μας προσφέρει μια χρήσιμη υπηρεσία (ίσως την πρώτη και τελευταία της).

Πρέπει να φανταστούμε την ελευθερία και την ασφάλεια ως χρηματιστηριακά προϊόντα. Να υποθέσουμε μια κοινωνία ως αγορά όπου οι άνθρωποι αλλά και οι συλλογικότητες- τα κράτη, οι διεθνείς οργανισμοί, τα κόμματα, τα συνδικάτα- έρχονται και διαπραγματεύονται για την τιμή τους. Οσο περισσότεροι ζητούν ν’ αγοράσουν ελευθερία, τόσο αυξάνεται η τιμή της. Αν στραφούν φοβισμένοι, πανικόβλητοι στην ασφάλεια, η «μετοχή» της θα εκτιναχθεί. Αυτό είναι απλή εφαρμογή του νόμου προσφοράς και ζήτησης. Ο οποίος, όπως σε κάθε πραγματική- και όχι φανταστική, εγχειριδιακή αγορά- δεν έχει και τόση τύχη. Η «αγορά δικαιωμάτων» υφίσταται βάναυσες στρεβλώσεις, έχει όλες τις αναπηρίες κάθε χρηματιστήριου- τα παπαγαλάκια, την εσωτερική πληροφόρηση, την παραπλάνηση του κοινού. Εχει πάνω απ’ όλα τη στρέβλωση της καταθλιπτικής παρουσίας ενός όλο και πιο αυταρχικού κράτους που «αγοράζει» αφειδώς ασφάλεια, αλλά έχει πάψει προ πολλού να επενδύει έστω κι ένα ευρώ στην ελευθερία.

Εδώ και έξι χρόνια κράτη, διακρατικές ενώσεις και διεθνείς οργανισμοί αγοράζουν μόνον ασφάλεια. Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι (των τρομαγμένων Αμερικανών), επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ και δολάρια. Συστήματα παρακολούθησης των τηλεφωνικών μας συνδιαλέξεων, δορυφόροι που υποκλέπτουν τις συνομιλίες μας και φωτογραφίζουν τις κινήσεις μας, ψηφιακά μάτια που καταγράφουν τις διαδικτυακές μας πλοηγήσεις, κάμερες στους δρόμους, στα καταστήματα, στις υπηρεσίες, πιστωτικές κάρτες που προδίδουν τις προτιμήσεις και τις απόκρυφες αδυναμίες μας, τράπεζες των προσωπικών μας δεδομένων, διακινητές των βιογραφικών μας, διαβατήρια και ταυτότητες με τα βιομετρικά μας δεδομένα, πολυπληθείς μυστικές υπηρεσίες, ιδιωτικοί στρατοί ασφάλειας, δημόσια σώματα αστυνόμευσης, λευκές και μαύρες λίστες κακοπληρωτών και καλοπληρωτών. Όλα συγκροτούν έναν πανάκριβο εφιάλτη ασφάλειας, έναν πολυπρόσωπο «Μεγάλο Αδελφό». Αλλά, πέστε μου ειλικρινά, τι άλλο από διάχυση της παγκόσμιας ανασφάλειας έχει προκαλέσει η υστερία της 11ης Σεπτεμβρίου 2001;

Οι πηγές της ανασφάλειας έχουν πολλαπλασιαστεί. Οι ίδιοι οι Αμερικανοί, αν το 2001 ένιωθαν εύλογα ανασφαλείς στο ένα τρίτο του πλανήτη, πέντε χρόνια μετά δεν είναι πουθενά ασφαλείς. Εχουν πολλαπλασιάσει τους εχθρούς τους ακόμη και στις χώρες που ένιωθαν σαν στο σπίτι τους, στη Βρετανία για παράδειγμα. Μια Κύπρος μ’ όλον της τον πληθυσμό έχει χαθεί στο Ιράκ. Μια ευμεγέθης αμερικανική κωμόπολη είναι οι επίσημα μετρημένες απώλειες των ίδιων των Αμερικανών στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Ένα Λουξεμβούργο μ’ όλους τους κατοίκους του έχει χαθεί στους εμφυλίους της Αφρικής εδώ και πέντε χρόνια. Η πολιτική της ασφάλειας το μόνο που έχει καταφέρει είναι να πολλαπλασιάσει τους επίδοξους θυμωμένους τρομοκράτες, έτοιμους να ρισκάρουν ή να γίνουν παρανάλωμα μαζί μ’ έναν συμβολικό αμερικανικό ή δυτικό στόχο. Ένα σπασμένο τζάμι στην πρεσβεία…Τρίχες! ΠΟΛΥ ΚΑΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ. Να τους στείλουμε έναν τζαμά. Τα έξοδα δικά μας. Το ξέρουν κι οι ίδιοι ότι η επίθεση ελάχιστα υπερβαίνει τη σημειολογία του πληγωμένου γοήτρου. Αλλά ίσως αποτελεί την ευκαιρία να σερβιριστεί το ξαναζεσταμένο φαγητό της ελληνικής «τρομοκρατίας».

Και για να ξαναγυρίσουμε στην «αγορά» δικαιωμάτων, στο χρηματιστήριο ελευθερίας και ασφάλειας το συμπέρασμα είναι ότι τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια που διοχετεύτηκαν στο νέο «υπέρτατο αγαθό», το καθιστούν μια καραμπινάτη χρηματιστηριακή φούσκα. Που σκάει καθημερινά στα μούτρα μας. Με όρους κόστους- απόδοσης, η επιχείρηση ασφάλεια έχει χρεοκοπήσει. Κανονικά, πρέπει να επέμβει η επιτροπή κεφαλαιαγοράς και οι λοιπές αρχές και να θέσει τη μετοχή «ασφάλεια» εκτός ταμπλό. Να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της εταιρείας «Μεγάλος Αδελφός». Να παραπέμψει τη διοίκησή της στη δικαιοσύνη για την πιο κραυγαλέα απάτη εις βάρος των επενδυτών. Να δώσει πίσω τα λεφτά στο εξαπατημένο παγκόσμιο κοινό. Και να στρέψει τον πακτωλό πόρων της ασφάλειας, σε ταπεινές, αθόρυβες επενδύσεις στην ελευθερία.

Γιατί η ελευθερία στην πραγματικότητα, αν και είναι η πιο διαχρονική και ακαταμάχητη υπεραξία του ανθρώπινου πολιτισμού, απαιτεί ελάχιστες επενδύσεις. Τι μας κοστίζει, αλήθεια, η επένδυση στην ανοχή, στην αυτοδέσμευση, στην αλληλεγγύη, στη συνύπαρξη, στην αυτοκυβέρνηση, στην αυτοδιάθεση, στο σεβασμό της διαφορετικότητας και τελικά στον αυτοσεβασμό μας;

Εκτός των άλλων, οι ανέξοδες υπεραξίες ελευθερίας απελευθερώνουν πόρους για να επενδύσουμε σ’ ένα άλλο υπέρτατο αγαθό: την αθανασία. ‘Η μηπως σας φαίνεται βαρετή;

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...