Η τηλεόραση ακούγεται στη διαπασών – αυτός χυμένος στον καναπέ, με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, αυτή όρθια μπροστά στη σιδερώστρα, με το σίδερο στο χέρι και μια στοίβα ρούχα δίπλα της. Τα μόνα πράγματα που ακούγονται στο δωμάτιο είναι ο συριστικός θόρυβος του ατμοσίδερου και οι ομιλούσες κεφαλές του δελτίου των 8. «Και τι σημαίνει, Γιάννη, κούρεμα των ομολόγων χωρίς πιστωτικό γεγονός;». «Αυτό ας μην το θεωρούμε καθόλου βέβαιο, Όλγα…». «Κλείσ’ το», λέει αυτή, χωρίς να σηκώνει τα μάτια απ’ τη μπλούζα που σιδερώνει, «δεν μπορώ να τους ακούω άλλο… Βάλε Star καλύτερα». Αυτός υπακούει απρόθυμα. Αλλάζει κανάλι, χαμηλώνει τον ήχο. «Πήγες για εκείνη τη δουλειά;», διακόπτει αυτή το ρεπορτάζ για το ριάλιτι της Βίσση. «Δεν υπάρχει τίποτε ακόμη», απαντά αυτός μέσα απ’ τα δόντια του. «Θα πληρώσουμε τη δεύτερη δόση;», ξαναρωτάει αυτή. «Με τι;». «Έβαλαν και πετρέλαιο, χρωστάμε κοινόχρηστα», επιμένει αυτή και συνεχίζει, υψώνοντας τον τόνο της φωνής για να καλύψει τα ναζιάρικα σχόλια της ρεπόρτερ για τη Βίσση. «Γιατί δεν ξαναπερνάς από την τράπεζα να δεις αν γίνεται διακανονισμός για το δάνειο; Κάθεσαι που κάθεσαι…». Αυτός εκτοξεύει στον τοίχο το τηλεκοντρόλ – το τηλεκοντρόλ περνά ξυστά από την τηλεόραση πριν πέσει κάτω, ξεκοιλιασμένο από τις μπαταρίες του, σαν χυμένα σωθικά. Εξαφανίζεται στην κρεβατοκάμαρα. Αργότερα, την ώρα του ύπνου, θα μεταφερθεί με μια κουβέρτα στο σαλόνι.
***
Γυρίζοντας απ’ τη δουλειά στο σπίτι, βγαίνοντας από το ασανσέρ στον όροφό της, αισθάνεται την ψύχρα του κλιμακοστάσιου. Ασυναίσθητα, ακουμπά το χέρι στους χοντρούς κεντρικούς σωλήνες του καλοριφέρ. «Κανείς δεν άναψε ούτε σήμερα», σκέφτεται. Θυμάται πως συνήθως, τέτοιο καιρό και μ’ αυτή τη θερμοκρασία, κάθε φορά που γύριζε τέτοια ώρα απ’ τη δουλειά αισθανόταν τη θαλπωρή του κλιμακοστάσιου και τους σωλήνες καυτούς κάτω απ’ την παλάμη της. Βάζει το κλειδί στην πόρτα, δεν έχει κλειδωνιά, το παιδί έχει γυρίσει απ’ το σχολείο. «Έφαγες;» ρωτάει απότομα την κόρη της, ενώ ένα κύμα θυμού κοκκινίζει το πρόσωπό της καθώς τη βλέπει ξαπλωμένη στον καναπέ, να χαζεύει τηλεόραση. «Διάβασες; Τι χαζολογάς; Έχεις και φροντιστήριο σήμερα». Η κόρη της δεν αντιδρά, έχει συνηθίσει το σχεδόν μόνιμα νευρικό ύφος της μάνας τον τελευταίο καιρό. «Θα διαβάσω… Να χαλαρώσω λίγο. Να σου πω και τα ευχάριστα. Θαύμα, θαύμα, πήραμε άλλα δύο βιβλία σήμερα. Μαθηματικά και ιστορία». Η μητέρα της προσπαθεί να θυμηθεί τον εαυτό της μαθήτρια, σχεδόν τρεις δεκαετίες πριν. Τέλη Οκτώβρη χωρίς βιβλία, πάντως, δεν είχε μείνει ποτέ. «Δηλαδή, αυτό σε εμπόδιζε να διαβάσεις μέχρι τώρα;», της λέει με εριστικό ύφος. «Κλείσ’ την τηλεόραση τώρα και στο δωμάτιό σου αμέσως. Δεν θα ξεπατώνομαι τζάμπα εγώ για να χαζεύεις. Θα σ’ το κόψω το φροντιστήριο». Η μάνα ξαφνιάζεται με τον εαυτό της. Θυμάται πως πάντα, αυτή την ώρα, αυτή η συνάντηση με την κόρη της έκλεινε με μια αγκαλιά κι ένα φιλί.
***
«Βρε καλώς τον πρωτευουσιάνο…». Ο Γ. ξέρει ότι αυτή η υποδοχή από τους χωριανούς, κάθε πρωί που μπαίνει στο καφενείο, έχει κυρίως έναν σαρκασμό. Αλλά δεν δίνει σημασία. Δεν τον παίρνει, άλλωστε. Τις σπάνιες φορές που ερχόταν παλιότερα στο χωριό ο πατέρας του τού επεφύλασσε ένα γύρο του θριάμβου, με αναλυτική παρουσίαση κάθε καινούργιας επιτυχίας του γιου του: η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, το πτυχίο, το μεταπτυχιακό στην Αγγλία που κόστισε δυο χωράφια, η πρώτη δουλειά, η πρώτη καλοπληρωμένη μεταγραφή, η πρώτη προαγωγή, η πρώτη θέση στελέχους… Υπήρχε πάντα μια πρωτιά να επιδειχθεί. Μέχρι που ήρθε η πρώτη απόλυση. Άντεξε την ανεργία ένα χρόνο στην Αθήνα, κι ύστερα τα μάζεψε και γύρισε στο χωριό, τριανταπεντάρης και νεόκοπος καφενόβιος, ανάμεσα σε συνταξιούχους, αλλά και κάποιους συνομήλικους θαμώνες που δίνουν νέα ζωή στα παρηκμασμένα καφενεία των χωριών. «Βρε καλώς τον πρωτευουσιάνο…». Υπάρχει και μια πιο ταπεινωτική παραλλαγή σ’ αυτή την υποδοχή που την αποδέχεται απλώς σαν καλοπροαίρετο χιούμορ – αν και δεν είναι: «Βρε καλώς τον Λονδρέζο…». Σ’ αυτό περιέχεται μάλλον μια μομφή για τα πεταμένα λεφτά των σπουδών. Αλλά, ο Γ. την ανέχεται περισσότερο από τα κατηφή, μελαγχολικά βλέμματα των γονιών του στο σπίτι, που μέχρι πέρσι αγωνιούσαν απλώς για το πότε θα παντρευτεί.
***
Προσπαθεί να βαδίζει πάντα στο πεζοδρόμιο, αλλά είναι αδύνατο. Οι σωροί των σκουπιδιών και τα γλοιώδη τους περιεχόμενα, χυμένα έξω από τις σακούλες, τον υποχρεώνουν να κάνει ζιγκ ζαγκ. Απ’ το πεζοδρόμιο στον δρόμο και τούμπαλιν. Την αποφορά την έχει συνηθίσει και συλλαμβάνει τον εαυτό του να μην αισθάνεται τον θυμό που του γεννούσε συνήθως μια απεργία των εργαζόμενων στην αποκομιδή. Αισθάνεται κάποια κάποιου είδους αλληλεγγύη από τότε που ο διευθυντής του ανακοίνωσε περικοπή 20% στον μισθό του. Άλλωστε, κι ο ίδιος δεν έκανε καμιά προσπάθεια αυτοσυγκράτησης με τα σκουπίδια του, δεν τα ανεχόταν ούτε λεπτό στο στενό μπαλκόνι του διαμερίσματός του, εξάλλου διαπίστωσε ότι υπήρχαν τουλάχιστον δύο άτομα που κάθε πρωί έκαναν ανασκαφές στα σκουπίδια της γειτονιάς, ψάχνοντας κάτι ενδιαφέρον. Όχι βρώσιμο, ελπίζει κανείς. Ίσως, λοιπόν, είναι περισσότερο συνενοχή παρά αλληλεγγύη αυτή η ανοχή που δείχνει. Απόδειξη, ο θυμός του όταν ανακαλύπτει ότι τα λεωφορεία έχουν πάλι σήμερα απεργία. «Πώς δεν το πήρα είδηση, ο μαλάκας; Κι αυτοί οι παπάρες το ’χουν παραχέσει», σκέφτεται, και παίρνει απ’ το κινητό στη δουλειά, να ειδοποιήσει πως θ’ αργήσει λόγω ποδαρόδρομου…
***
«Λες να πληρώσει, σήμερα;», λέει ο ψηλός της ομήγυρης που κάνει διάλειμμα για τσιγάρο στην είσοδο της επιχείρησης. Οι άλλοι γελάνε λες κι είπε ανέκδοτο. «Αγορίνα μου, ξέρεις πόσες επιταγές τού σφραγίσανε αυτή τη βδομάδα;», τον πληροφορεί ο διπλανός του. Ένας τρίτος, χαμηλώνοντας συνωμοτικά τη φωνή, προσθέτει κρίσιμη φήμη μέσα απ’ το λογιστήριο ότι έχουν σκάσει ένα σωρό προμηθευτές που ετοιμάζονται για ασφαλιστικά και τέτοια. Κι ο τέταρτος εκμυστηρεύεται αποκλειστική πληροφορία μέσα από τη διεύθυνση ότι ετοιμάζεται και νέα λίστα απολύσεων. «Δε γαμιέται, καλύτερα ένα φρικτό τέλος παρά μια φρίκη δίχως τέλος», φιλοσοφεί ο πέμπτος. «Δεν τ’ αξίζω αυτό», σχεδόν μονολογεί ο ψηλός, ρουφώντας νευρικά το τσιγάρο, «δεν τ’ αξίζω, έχω πατήσει πολλή δουλειά σ’ αυτό το κωλοχανείο για να ’μαι απλήρωτος τρεις μήνες… Και να κινδυνεύω να μείνω χωρίς δουλειά. Δεν τ’ αξίζω…». «Γιατί, εμείς τ’ αξίζουμε;». «Ναι, ρε μαλάκες, αλλά εγώ έχω κι οικογένεια, έχω δάνειο…». «Κι εμείς, οι εργένηδες, δηλαδή, είμαστε για Καιάδα, ρε φίλε;». Ευτυχώς που το τσιγάρο τελειώνει πριν εξελιχθεί σύρραξη εργένηδων - οικογενειαρχών. Μπαίνουν στ’ ασανσέρ αμίλητοι, ψυχροί. Κι ύστερα κατευθύνονται σκυθρωποί καθένας στο γραφείο του.
***
Είναι προετοιμασμένος, σχεδόν έχει προβάρει στον καθρέφτη τα λόγια που θα της πει, αλλά την κρίσιμη στιγμή κωλώνει. Την αγαπάει; Ναι, μάλλον την αγαπάει. Τουλάχιστον τόσο ώστε να μη θέλει να την πληγώσει. Αλλά, πώς να της το πει; Ξεχνάει όλα τα λόγια που έχει προβάρει. «Μπορούμε να τελειώνουμε μ’ αυτό το μυστήριο; Λέγε, τι θέλεις να μου πεις; Θες να χωρίσουμε;». Ο τρόπος που τον αιφνιδιάζει αυτή βαραίνει την ατμόσφαιρα. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις…». «Δεν ήρθα εδώ ν’ ακούσω ηλίθιες ατάκες από ελληνικές ταινίες. Πες το στα ίσια. Θα τ’ αντέξω. Μας αναλογεί παραπάνω από ένας γκόμενος στη ζωή. Απλώς… Νόμιζα ότι θα καταλήγαμε κάπου οι δυο μας». «Φεύγω». «Κι αφήνεις πίσω σου συντρίμμια… Ποια είναι; Την ξέρω;». «Φεύγω από εδώ. Απ’ την Ελλάδα». Αυτή σιωπά, αιφνιδιασμένη από την τροπή της κουβέντας. «Πάω Καναδά. Είναι ο αδελφός της μάνας μου εκεί, σου ’χω πει. Δουλειά υπάρχει, τη γλώσσα την έχω, μου το περιγράφουν μάλλον εύκολο, αν αντέξω το κλίμα… Δεν μπορώ στα 32 μου να με ταΐζει η μάνα μου, με μια σύνταξη 800 ευρώ». Αυτή κλαίει αθόρυβα, μ’ ένα μείγμα ανακούφισης κι απελπισίας. «Κι άμα δω πως με σηκώνει το κλίμα, θα σε περιμένω να ζήσουμε εκεί». «Μη λες μαλακίες», τον διακόπτει με λυγμούς αυτή, «αφού το ξέρεις…Δεν πρόκειται να ξαναβρεθούμε». Πέφτει στην αγκαλιά του, αδιαφορώντας για τις έτσι κι αλλιώς αδιάφορες παρέες στα γύρω τραπέζια. Όταν αποτραβιέται, ένας χάρτης από δάκρυα έχει ζωγραφιστεί στο πουκάμισό του. Μοιάζει με τον χάρτη του Καναδά.
***
Το χειρότερο με τη χρεοκοπία δεν είναι που μας κάνει φτωχότερους, είπε ο Γιώργος. Το χειρότερο είναι που γαμάει τις ζωές των ανθρώπων. Σαν σαράκι που κατατρώει τις σχέσεις τους.
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
28/10/2011
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (28/10/2011)
… Η ορθόδοξη πολιτική οικονομία δεν μπορούσε να ευχηθεί κάτι καλύτερο για να επαληθεύσει το δόγμα της, σύμφωνα με το οποίο η αθλιότητα πηγάζει από τον απόλυτο υπερπληθυσμό και η ισορροπία αποκαθίσταται ξανά με την ελάττωση του πληθυσμού. Πρόκειται για ένα πείραμα πολύ πιο σημαντικό από την πανούκλα των μέσων του δέκατου τέταρτου αιώνα, που την έχουν εκθειάσει τόσο πολύ οι μαλθουσιανοί…. Η πείνα του 1846 στην Ιρλανδία στοίχισε τη ζωή σε πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους, επρόκειτο όμως μόνο για φουκαριάρηδες. Δεν προκάλεσε ούτε καν την παραμικρότερη ζημιά στον πλούτο της χώρας. Η διαρκώς αυξανόμενη έξοδος του πληθυσμού από την Ιρλανδία, που ακολούθησε και συνεχίζεται εδώ και είκοσι χρόνια, δεν αποδεκάτισε μαζί με τους ανθρώπους και τα μέσα παραγωγής τους, όπως έκανε λ.χ, ο Τριακονταετής Πόλεμος. Η ιρλανδική ιδιοφυΐα εφεύρε μια εντελώς καινούργια μέθοδο για να ξαποστείλει τον φτωχό λαό χιλιάδες μίλια μακριά από το θέατρο της δυστυχίας του. Οι μετανάστες που εγκαταστάθηκαν στις Ενωμένες Πολιτείες στέλνουν κάθε χρόνο χρήματα στα σπίτια τους, τα ναύλα για όσους απέμειναν στην Ιρλανδία. Κάθε φουρνιά που μεταναστεύει τον ένα χρόνο τραβάει μια δεύτερη φουρνιά τον επόμενο. Έτσι η μετανάστευση, αντί να στοιχίζει και στην Ιρλανδία, αποτελεί ένα από τους πιο προσοδοφόρους κλάδους του εξαγωγικού εμπορίου της.
Καρλ Μαρξ, το Κεφάλαιο (τόμος Α΄)
Καρλ Μαρξ, το Κεφάλαιο (τόμος Α΄)
22/10/2011
Στη ζούγκλα… (22/10/2011)
«Έξω από το ευρώ είναι η ζούγκλα», είπε πριν από μερικές μέρες στη Βουλή ο Β΄ αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομικών -ο αίρων τας αμαρτίας της τρόικας- Ευάγγελος Βενιζέλος. Και μέσα στο ευρώ τι υπάρχει, είναι το εύλογο ερώτημα που ακολουθεί. Κανείς δεν τολμά πλέον να μιλήσει όχι για παράδεισο, αλλά έστω για ένα καθαρτήριο που διασώζει την προσδοκία της εξιλέωσης και της «μεταγραφής» στον παράδεισο, έπειτα από μια μακρά, οδυνηρή τιμωρία. Την απάντηση στο «τι υπάρχει» και ακόμη περισσότερο «τι θα υπάρχει» σε λίγο καιρό εντός του ευρώ δεν τολμούν να τη δώσουν, έστω και υπαινικτικά, ούτε οι πιο θερμοί θιασώτες του.
Για τη σημειολογία του πράγματος, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι υπάρχει μια άδικη κατάχρηση της έννοιας «ζούγκλα», με όλα όσα υπονοούνται για τους άγριους νόμους της. Ωστόσο, η ζούγκλα δύσκολα μπορεί να ταυτιστεί με τη βιβλική περιγραφή της άνυδρης και σκοτεινής κόλασης, με τα καζάνια στα οποία σιγοβράζουν της γης οι κολασμένοι, σ’ ένα ατέλειωτο τιμωρητικό μαρτύριο. Στην πραγματικότητα, η ζούγκλα αντιστοιχεί πολύ περισσότερο στη μυθολογική έννοια του παραδείσου, όπου υπάρχει χώρος για όλα τα πλάσματα και είδη, σε μια ισορροπία που δεν αποκλείει μεν τα φονικά ένστικτα των πιο σαρκοφάγων και επιθετικών από αυτά, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν απειλεί με εξαφάνιση κανένα. Στη ζούγκλα, αν δεν διαταραχθούν οι νόμοι της από κάποια εξωτερική επέμβαση, κατά κανόνα ανθρώπινη, διατηρείται πάντα ένα σοφό ισοζύγιο ανάμεσα σε δυνατά και αδύναμα είδη, σαρκοβόρα και φυτοφάγα, άλογα ή έλλογα. Δεν ήταν η ζούγκλα και οι σκληροί νόμοι της που απείλησαν την ύπαρξη των ανθρώπινων φυλών που ζουν ακόμη στη λίθινη εποχή, στον Αμαζόνιο για παράδειγμα. Αντιθέτως, ήταν ο «πολιτισμός» -με τη μορφή θηριωδών εκσκαφέων που ανοίγουν δρόμους, υδροηλεκτρικών φραγμάτων ή μηχανικών πριονιών- που αφάνισε κι αφανίζει τους τελευταίους του είδους μας που κατοικούν ακόμη στην παραδείσια ζούγκλα.
Υπήρχε, άλλωστε, ένα παλιό τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου που αποκαθιστούσε την οπτική μας για τη ζούγκλα, ως ιδανικό καταφύγιο από τη «ζούγκλα» του πολιτισμού. «Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν/ θα φύγω σ’ ένα μήνα./ Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν / τον παιδικό μου φίλο,/ παρέα με τον ελέφαντα/ να μη μου δίνουν ξύλο Θ' αφήσω το γραφείο μου/ και τα υπάρχοντά μου,/ θα πάρω το κορίτσι μου / να το 'χω συντροφιά μου. / Κι αν θα μας φάνε τ' άγρια θηρία/ θα μας γράψουν και στην ιστορία/ πως μας φάγανε τα ζώα/ κι όχι η μπόρα του αιώνα». Μεγάλο σουξέ του 1972, με τη χούντα στα ντουζένια της και τους δημιουργούς να ψάχνουν τρόπους να παρακάμψουν τη λογοκρισία, έστω και με μια υπαινικτική μόνον σάτιρα, την οποία τελικά το καθεστώς δεν άντεξε και απαγόρευσε το τραγούδι, ένα χρόνο μετά, το 1973. Το τραγούδι, επί τη ευκαιρία, γνωρίζει μια νέα περίοδο ακμής στην καινούργια μπόρα του αιώνα, ακόμη κι ανάμεσα στους αγέννητους επί χουντικής επταετίας. Τυχαίο; Δεν νομίζω…
Διότι η εκτός ευρώ ζούγκλα, που περιγράφεται ως χώρος απερίγραπτων δεινών από την κυβέρνηση, τους ένθερμους ευρωπαϊστές και την ίδια την ευρωπαϊκή ελίτ, αίφνης έχει αναδειχθεί στα μάτια της μουδιασμένης από τα αλλεπάλληλα σοκ ελληνικής κοινωνίας ως τόπος έσχατης καταφυγής. Το σκεπτικό είναι απλούστατο: «τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί εκεί έξω;». Και η απάντηση έρχεται όχι από τους αναμενόμενους ορκισμένους εχθρούς της Ευρωζώνης. Έρχεται από τους ίδιους τους «θεματοφύλακες» του ευρώ, τους αρχιτέκτονες της υποτιθέμενης διάσωσής του (από ποιους άραγε;).
Οι ψηφίδες του σχεδίου που ιχνογραφείται μεταξύ Βερολίνου, Παρισιού και Βρυξελλών, όσες προστεθούν μέχρι το τέλος της πρώτης πράξης του δράματος στις δύο συνόδους κορυφής της Κυριακής και της Τετάρτης, κι αυτές που απομένουν για τις επόμενες πράξεις, για τη σύνοδο του G20, στις αρχές Νοέμβρη, και για πολλές ακόμη ενδεχομένως συνόδους των ηγεμόνων του κόσμου μας, συνθέτουν μια αδρή, ζοφερή εικόνα για την Ελλάδα και την Ευρωζώνη του μέλλοντός μας. Δεν είναι η εικόνα μιας ζούγκλας, που στο κάτω κάτω έχει τους νόμους και τους κανόνες της. Είναι η εικόνα ενός πολιτικού και κοινωνικού νεκροταφείου, με τους «ενοίκους» του σε μια κατάσταση νεκροζώντανων. Το σχέδιο είναι πια πολύ ορατό για να το αγνοεί ή να μην το αντιλαμβάνεται κανείς.
Στο εργαστήριο του δόκτορος Καλιγκάρι, στο οποίο έχει μετατραπεί η Ευρωζώνη, για την Ελλάδα επιφυλάσσεται ο ρόλος του ζόμπι, που θα περιφέρεται ως υπόδειγμα φρίκης και τρομοκράτησης όλων των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Το ζόμπι δεν είναι βέβαια ένα άγριο, σαρκοβόρο θηρίο της ζούγκλας, αλλά είναι ένα πλάσμα σκιά της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του, ένα ον σε ληθαργικό κώμα, που στην κουλτούρα του λατινοαμερικανικού βουντού μπορεί να γίνει υποχείριο των μάγων-γιατρών που περιφέρουν τα δύστυχα θύματά τους, πεθαμένους-απέθαντους, για να επιδεικνύουν την ισχύ τους και να επιβάλλουν τον φόβο στους άλλους. Οι μάγοι μπορούν να θάβουν και μετά να ανασταίνουν τα ζόμπι τους, μπορούν να τα μετατρέπουν σε φονικά όπλα ή σε κατατονικά όντα, ανίκανα να αυτοσυντηρηθούν («Μαθαίνουν την Ελλάδα πώς να πεθάνει θεραπευμένη», είπε ακόμα κι ο Ντελόρ, δίνοντας μια ακριβή περιγραφή της θεραπείας- ζόμπι, διά του βουντού της τρόικας).
Τα βήματα της θεραπείας-ζόμπι, άλλωστε, περιγράφονται γλαφυρά σε όσα αφήνουν να διαρρεύσουν οι άρχοντες του ευρώ, αλλά και σε όσα ήδη συντελούνται στο πειραματόζωο:
Βήμα πρώτο. Επιβολή κατάστασης εσωτερικής χρεοκοπίας. Τα εισοδήματα του φτωχότερου τμήματος της κοινωνίας και του περιούσιου λαού της μεσαίας τάξης υφίστανται την πιο βίαιη μείωση σε ποσοστά άνω του 50%. Τα κατώτερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα χάνουν κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα. Τα ήδη ανάπηρα δημοκρατικά, συνταγματικά τους δικαιώματα τίθενται σε αναστολή επ’ αόριστον. Το κράτος χάνει την ήδη ισχνή κοινωνική του υπόσταση και στις υπηρεσίες που υποτίθεται ότι πρέπει να παρέχει έναντι της βαρύτατης φορολογίας επιβάλλεται ουσιαστική στάση πληρωμών. Η αξία των περιουσιακών στοιχείων, δημόσιων και ιδιωτικών, καταβαραθρώνεται για να αποτελέσουν αδάπανη λεία για πιστωτές και επίδοξους «επενδυτές».
Βήμα δεύτερο. Το περίφημο «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, σε όποιο ποσοστό και σε όσες φάσεις κι αν αυτό πραγματοποιηθεί, γίνεται εργαλείο για να βρεθούν νέες ισορροπίες ανάμεσα στην πολιτική και την τραπεζική ελίτ της Ευρωζώνης. Οι τριβές ανάμεσα στο τραπεζικό λόμπι και στη γερμανική, κυρίως, πολιτική ηγεσία είναι προφανές ότι θα αφήσουν πίσω τους και μερικούς «νεκρούς» εκατέρωθεν, αλλά αυτό που πραγματικά εμπνέει τις δύο πλευρές είναι η αλληλοδιάσωση. Αν η Ευρωζώνη βγει τελικά ζωντανή απ’ αυτόν τον αλληλοσπαραγμό, θα ηγεμονεύεται από έναν ακόμη πιο θηριώδη τραπεζικό Λεβιάθαν και από τερατώδεις στις εμπνεύσεις τους πολιτικές ηγεσίες.
Βήμα τρίτο. Οι παλιές, χλομές ευρωπαϊκές δημοκρατίες, με τις κοινοβουλευτικές τους ιεροτελεστίες, την προσήλωσή τους στη διάκριση των εξουσιών και τις ιδιαίτερες πολιτικές τους κουλτούρες αποτυπωμένες στα συντάγματά τους, μετατρέπονται κι αυτές σε ζόμπι. Το σχέδιο της Κομισιόν για τη λεγόμενη οικονομική διακυβέρνηση, εμπλουτισμένο με τις πρόνοιες της γερμανικής ηγεσίας για την τύχη των χωρών που βρίσκονται σε δημοσιονομική εκτροπή, αποτελεί το τέλος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας όπως την ξέραμε. Η παράδοση της εκτελεστικής εξουσίας σε σκιώδεις κυβερνήσεις Ευρωπαίων τεχνοκρατών, που θα ελέγχουν από τον προϋπολογισμό μέχρι τα νοσοκομεία και από την ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας μέχρι το αν και πώς θα λειτουργούν τα δημόσια σχολεία, αποτελεί την άσεμνη τελετή ενταφιασμού της δημοκρατίας και της κρατικής κυριαρχίας. Και η Ελλάδα, ως πρώτο πεδίο εφαρμογής αυτής της «τελικής λύσης», θα περιφέρεται ως σκιάχτρο, ως αποκρουστικό ζόμπι, σε όλες τις δυσπροσάρμοστες κοινωνίες του ευρώ που θα αντιμετωπίζουν το γνώριμο δίλημμα της ζούγκλας: μέσα στην κοινωνική έρημο της ΟΝΕ ή έξω, στη ζούγκλα των εθνικών νομισμάτων;
Κάτι μου λέει πως αργά ή γρήγορα όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι θα επιλέγουν να πάνε στη ζούγκλα με τον Ταρζάν…
Για τη σημειολογία του πράγματος, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι υπάρχει μια άδικη κατάχρηση της έννοιας «ζούγκλα», με όλα όσα υπονοούνται για τους άγριους νόμους της. Ωστόσο, η ζούγκλα δύσκολα μπορεί να ταυτιστεί με τη βιβλική περιγραφή της άνυδρης και σκοτεινής κόλασης, με τα καζάνια στα οποία σιγοβράζουν της γης οι κολασμένοι, σ’ ένα ατέλειωτο τιμωρητικό μαρτύριο. Στην πραγματικότητα, η ζούγκλα αντιστοιχεί πολύ περισσότερο στη μυθολογική έννοια του παραδείσου, όπου υπάρχει χώρος για όλα τα πλάσματα και είδη, σε μια ισορροπία που δεν αποκλείει μεν τα φονικά ένστικτα των πιο σαρκοφάγων και επιθετικών από αυτά, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν απειλεί με εξαφάνιση κανένα. Στη ζούγκλα, αν δεν διαταραχθούν οι νόμοι της από κάποια εξωτερική επέμβαση, κατά κανόνα ανθρώπινη, διατηρείται πάντα ένα σοφό ισοζύγιο ανάμεσα σε δυνατά και αδύναμα είδη, σαρκοβόρα και φυτοφάγα, άλογα ή έλλογα. Δεν ήταν η ζούγκλα και οι σκληροί νόμοι της που απείλησαν την ύπαρξη των ανθρώπινων φυλών που ζουν ακόμη στη λίθινη εποχή, στον Αμαζόνιο για παράδειγμα. Αντιθέτως, ήταν ο «πολιτισμός» -με τη μορφή θηριωδών εκσκαφέων που ανοίγουν δρόμους, υδροηλεκτρικών φραγμάτων ή μηχανικών πριονιών- που αφάνισε κι αφανίζει τους τελευταίους του είδους μας που κατοικούν ακόμη στην παραδείσια ζούγκλα.
Υπήρχε, άλλωστε, ένα παλιό τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου που αποκαθιστούσε την οπτική μας για τη ζούγκλα, ως ιδανικό καταφύγιο από τη «ζούγκλα» του πολιτισμού. «Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν/ θα φύγω σ’ ένα μήνα./ Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν / τον παιδικό μου φίλο,/ παρέα με τον ελέφαντα/ να μη μου δίνουν ξύλο Θ' αφήσω το γραφείο μου/ και τα υπάρχοντά μου,/ θα πάρω το κορίτσι μου / να το 'χω συντροφιά μου. / Κι αν θα μας φάνε τ' άγρια θηρία/ θα μας γράψουν και στην ιστορία/ πως μας φάγανε τα ζώα/ κι όχι η μπόρα του αιώνα». Μεγάλο σουξέ του 1972, με τη χούντα στα ντουζένια της και τους δημιουργούς να ψάχνουν τρόπους να παρακάμψουν τη λογοκρισία, έστω και με μια υπαινικτική μόνον σάτιρα, την οποία τελικά το καθεστώς δεν άντεξε και απαγόρευσε το τραγούδι, ένα χρόνο μετά, το 1973. Το τραγούδι, επί τη ευκαιρία, γνωρίζει μια νέα περίοδο ακμής στην καινούργια μπόρα του αιώνα, ακόμη κι ανάμεσα στους αγέννητους επί χουντικής επταετίας. Τυχαίο; Δεν νομίζω…
Διότι η εκτός ευρώ ζούγκλα, που περιγράφεται ως χώρος απερίγραπτων δεινών από την κυβέρνηση, τους ένθερμους ευρωπαϊστές και την ίδια την ευρωπαϊκή ελίτ, αίφνης έχει αναδειχθεί στα μάτια της μουδιασμένης από τα αλλεπάλληλα σοκ ελληνικής κοινωνίας ως τόπος έσχατης καταφυγής. Το σκεπτικό είναι απλούστατο: «τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί εκεί έξω;». Και η απάντηση έρχεται όχι από τους αναμενόμενους ορκισμένους εχθρούς της Ευρωζώνης. Έρχεται από τους ίδιους τους «θεματοφύλακες» του ευρώ, τους αρχιτέκτονες της υποτιθέμενης διάσωσής του (από ποιους άραγε;).
Οι ψηφίδες του σχεδίου που ιχνογραφείται μεταξύ Βερολίνου, Παρισιού και Βρυξελλών, όσες προστεθούν μέχρι το τέλος της πρώτης πράξης του δράματος στις δύο συνόδους κορυφής της Κυριακής και της Τετάρτης, κι αυτές που απομένουν για τις επόμενες πράξεις, για τη σύνοδο του G20, στις αρχές Νοέμβρη, και για πολλές ακόμη ενδεχομένως συνόδους των ηγεμόνων του κόσμου μας, συνθέτουν μια αδρή, ζοφερή εικόνα για την Ελλάδα και την Ευρωζώνη του μέλλοντός μας. Δεν είναι η εικόνα μιας ζούγκλας, που στο κάτω κάτω έχει τους νόμους και τους κανόνες της. Είναι η εικόνα ενός πολιτικού και κοινωνικού νεκροταφείου, με τους «ενοίκους» του σε μια κατάσταση νεκροζώντανων. Το σχέδιο είναι πια πολύ ορατό για να το αγνοεί ή να μην το αντιλαμβάνεται κανείς.
Στο εργαστήριο του δόκτορος Καλιγκάρι, στο οποίο έχει μετατραπεί η Ευρωζώνη, για την Ελλάδα επιφυλάσσεται ο ρόλος του ζόμπι, που θα περιφέρεται ως υπόδειγμα φρίκης και τρομοκράτησης όλων των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Το ζόμπι δεν είναι βέβαια ένα άγριο, σαρκοβόρο θηρίο της ζούγκλας, αλλά είναι ένα πλάσμα σκιά της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του, ένα ον σε ληθαργικό κώμα, που στην κουλτούρα του λατινοαμερικανικού βουντού μπορεί να γίνει υποχείριο των μάγων-γιατρών που περιφέρουν τα δύστυχα θύματά τους, πεθαμένους-απέθαντους, για να επιδεικνύουν την ισχύ τους και να επιβάλλουν τον φόβο στους άλλους. Οι μάγοι μπορούν να θάβουν και μετά να ανασταίνουν τα ζόμπι τους, μπορούν να τα μετατρέπουν σε φονικά όπλα ή σε κατατονικά όντα, ανίκανα να αυτοσυντηρηθούν («Μαθαίνουν την Ελλάδα πώς να πεθάνει θεραπευμένη», είπε ακόμα κι ο Ντελόρ, δίνοντας μια ακριβή περιγραφή της θεραπείας- ζόμπι, διά του βουντού της τρόικας).
Τα βήματα της θεραπείας-ζόμπι, άλλωστε, περιγράφονται γλαφυρά σε όσα αφήνουν να διαρρεύσουν οι άρχοντες του ευρώ, αλλά και σε όσα ήδη συντελούνται στο πειραματόζωο:
Βήμα πρώτο. Επιβολή κατάστασης εσωτερικής χρεοκοπίας. Τα εισοδήματα του φτωχότερου τμήματος της κοινωνίας και του περιούσιου λαού της μεσαίας τάξης υφίστανται την πιο βίαιη μείωση σε ποσοστά άνω του 50%. Τα κατώτερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα χάνουν κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα. Τα ήδη ανάπηρα δημοκρατικά, συνταγματικά τους δικαιώματα τίθενται σε αναστολή επ’ αόριστον. Το κράτος χάνει την ήδη ισχνή κοινωνική του υπόσταση και στις υπηρεσίες που υποτίθεται ότι πρέπει να παρέχει έναντι της βαρύτατης φορολογίας επιβάλλεται ουσιαστική στάση πληρωμών. Η αξία των περιουσιακών στοιχείων, δημόσιων και ιδιωτικών, καταβαραθρώνεται για να αποτελέσουν αδάπανη λεία για πιστωτές και επίδοξους «επενδυτές».
Βήμα δεύτερο. Το περίφημο «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, σε όποιο ποσοστό και σε όσες φάσεις κι αν αυτό πραγματοποιηθεί, γίνεται εργαλείο για να βρεθούν νέες ισορροπίες ανάμεσα στην πολιτική και την τραπεζική ελίτ της Ευρωζώνης. Οι τριβές ανάμεσα στο τραπεζικό λόμπι και στη γερμανική, κυρίως, πολιτική ηγεσία είναι προφανές ότι θα αφήσουν πίσω τους και μερικούς «νεκρούς» εκατέρωθεν, αλλά αυτό που πραγματικά εμπνέει τις δύο πλευρές είναι η αλληλοδιάσωση. Αν η Ευρωζώνη βγει τελικά ζωντανή απ’ αυτόν τον αλληλοσπαραγμό, θα ηγεμονεύεται από έναν ακόμη πιο θηριώδη τραπεζικό Λεβιάθαν και από τερατώδεις στις εμπνεύσεις τους πολιτικές ηγεσίες.
Βήμα τρίτο. Οι παλιές, χλομές ευρωπαϊκές δημοκρατίες, με τις κοινοβουλευτικές τους ιεροτελεστίες, την προσήλωσή τους στη διάκριση των εξουσιών και τις ιδιαίτερες πολιτικές τους κουλτούρες αποτυπωμένες στα συντάγματά τους, μετατρέπονται κι αυτές σε ζόμπι. Το σχέδιο της Κομισιόν για τη λεγόμενη οικονομική διακυβέρνηση, εμπλουτισμένο με τις πρόνοιες της γερμανικής ηγεσίας για την τύχη των χωρών που βρίσκονται σε δημοσιονομική εκτροπή, αποτελεί το τέλος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας όπως την ξέραμε. Η παράδοση της εκτελεστικής εξουσίας σε σκιώδεις κυβερνήσεις Ευρωπαίων τεχνοκρατών, που θα ελέγχουν από τον προϋπολογισμό μέχρι τα νοσοκομεία και από την ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας μέχρι το αν και πώς θα λειτουργούν τα δημόσια σχολεία, αποτελεί την άσεμνη τελετή ενταφιασμού της δημοκρατίας και της κρατικής κυριαρχίας. Και η Ελλάδα, ως πρώτο πεδίο εφαρμογής αυτής της «τελικής λύσης», θα περιφέρεται ως σκιάχτρο, ως αποκρουστικό ζόμπι, σε όλες τις δυσπροσάρμοστες κοινωνίες του ευρώ που θα αντιμετωπίζουν το γνώριμο δίλημμα της ζούγκλας: μέσα στην κοινωνική έρημο της ΟΝΕ ή έξω, στη ζούγκλα των εθνικών νομισμάτων;
Κάτι μου λέει πως αργά ή γρήγορα όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι θα επιλέγουν να πάνε στη ζούγκλα με τον Ταρζάν…
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (22/10/2011)
Το κοπάδι των ανθρώπων είναι οργισμένο. Πετούν πέτρες και μιλούν σαν παιδιά. Το στόμα μου γέμισε αίματα. Αφήστε με να φύγω.
Μες στη νύχτα, μες στη ζεστή βραδιά, τρέξτε γρήγορα μαζί μου, αδέρφια μου. Θ’ αφήσουμε τα φώτα του χωριού και θα πάμε ν’ ανταμώσουμε το χαμηλό φεγγάρι.
Νερά του Βενγκούνγκα, το κοπάδι των ανθρώπων μ’ έδιωξε. Εγώ δεν του έκανα κανένα κακό, αλλά εκείνοι με σκιάζονταν. Γιατί;
Κοπάδι των λύκων, κι εσείς με διώξατε. Έκλεισε για μένα η ζούγκλα, έκλεισαν κι οι πόρτες του χωριού. Γιατί;
Χορεύω πάνω στο τομάρι του Σιρχάν, κι όμως η καρδιά μου είναι βαριά. Οι πέτρες του χωριού χτύπησαν το στόμα μου και το πλήγωσαν. Τώρα που γύρισα πίσω στη ζούγκλα. Η καρδιά μου ξαλάφρωσε. Γιατί;
Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, «Το βιβλίο της ζούγκλας»
Μες στη νύχτα, μες στη ζεστή βραδιά, τρέξτε γρήγορα μαζί μου, αδέρφια μου. Θ’ αφήσουμε τα φώτα του χωριού και θα πάμε ν’ ανταμώσουμε το χαμηλό φεγγάρι.
Νερά του Βενγκούνγκα, το κοπάδι των ανθρώπων μ’ έδιωξε. Εγώ δεν του έκανα κανένα κακό, αλλά εκείνοι με σκιάζονταν. Γιατί;
Κοπάδι των λύκων, κι εσείς με διώξατε. Έκλεισε για μένα η ζούγκλα, έκλεισαν κι οι πόρτες του χωριού. Γιατί;
Χορεύω πάνω στο τομάρι του Σιρχάν, κι όμως η καρδιά μου είναι βαριά. Οι πέτρες του χωριού χτύπησαν το στόμα μου και το πλήγωσαν. Τώρα που γύρισα πίσω στη ζούγκλα. Η καρδιά μου ξαλάφρωσε. Γιατί;
Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, «Το βιβλίο της ζούγκλας»
15/10/2011
Οι κεκαρμένοι (15/10/2011)
Εδώ και δύο χρόνια, όπως έχετε αντιληφθεί, ασχολούμαστε με τρίχες. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Λες κι όλη η κοινωνία, όλη η Ευρώπη, ίσως κι ο κόσμος όλος έχει μετατραπεί σ’ ένα απέραντο κουρείο. Ένα hair styling studio, αν η λέξη «κούρεμα» προσβάλλει την αισθητική σας. Λες και οι τρίχες είναι το πιο στοιχειώδες συστατικό του κόσμου μας, κάτι σαν το σωματίδιο Highs. Όλα μετρούνται με βάση το μήκος των τριχών. Για την ακρίβεια, με το μήκος κοπής τους, το κούρεμά τους.
ΟΛΑ ΚΟΥΡΕΥΟΝΤΑΙ. Το δημόσιο ή το ιδιωτικό χρέος, οι μισθοί, οι συντάξεις, τα εισοδήματα, οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων, οι δημόσιες δαπάνες, τα δημόσια αγαθά, τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, οι ελευθερίες, η εθνική κυριαρχία, η δημοκρατία, οι υπουργοί, οι βουλευτές, η αντοχή και η συνείδησή μας. Το μόνο που δεν κόβεται, αντίθετα μακραίνει σαν τα μαλλιά της Γενοβέφας, είναι οι φόροι. Η λέξη «κούρεμα» έχει γίνει ένα πασπαρτού για ν’ ανοίξει κάθε πόρτα του ζοφερού οικονομικού και κοινωνικού μας σύμπαντος.
ΑΚΡΙΒΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ του αγγλικού haircut, χωρίς ωστόσο την χάρη και τη λεπτότητά του, θα μπορούσε να αντικατασταθεί με ποικίλες άλλες ελληνικές εκφράσεις. Από την αρχαϊκή «κουρά εν χρω» ή τη βυζαντινή «απόκαρσιν εν χρω», μέχρι τις νεότερες: γουλί, κατακούρι, κουρούπα, λουξ, σύρριζα, στον άσο, στον πάτο, στην πέτσα… Σ’ αυτές τις εκφράσεις δίνονται με μεγαλύτερη ακρίβεια οι αποχρώσεις ταπείνωσης, τιμωρίας, καταπίεσης και υποταγής που περιέχει η ιεροτελεστία της κουράς, πριν βέβαια γίνει μόδα και στιλ το σύρριζα ακόμη και για καθωσπρέπει μάνατζερ τραπεζών.
ΣΑΣ ΘΥΜΙΖΩ, λοιπόν, ότι αν το μακρύ μαλλί ήταν άλλοτε ένδειξη ρώμης - στην περίπτωση του Σαμψών ήταν μάλιστα η πηγή της δύναμής του-, αργότερα το ψαλίδι, το ξυράφι και η κουρευτική μηχανή του μπαρμπέρη (μερικές φορές και του χασάπη) έγιναν εργαλεία άσκησης εξουσίας. Η Εκκλησία διατηρεί ακόμη και σήμερα την «ποινή της κειρίας» για ιερείς που παραβαίνουν τους κανόνες, ενώ η τελετή της κουράς αποτελεί εισιτήριο εισόδου στον μοναχικό ή εκκλησιαστικό βίο, εν είδει απάρνησης του κοσμικού βίου και ταπείνωσης ενώπιον του Θεού. Το κούρεμα με την ψιλή ήταν για αιώνες βασικό σύμβολο ταπείνωσης και πειθάρχησης των στρατιωτών, εργαλείο σωφρονισμού των φυλακισμένων, σύμβολο ταπεινωτικής διάκρισης για πολιτικούς εξόριστους, αιχμαλώτους πολέμου και κρατουμένους στρατοπέδων συγκέντρωσης, μέσο διαπόμπευσης για γυναίκες που παρέβαιναν τα χρηστά σεξουαλικά ήθη, διαδικασία καταστολής της προσωπικότητας των μαθητών (θυμηθείτε τα ομοιόμορφα, σαν γλόμπους αγορίστικα κεφάλια, παραταγμένα στη σειρά για την έπαρση της σημαίας και την προσευχή, σαν αυγουλάκια στις καρτέλες τους), ακόμη και μέσο στιλιστικής τιμωρίας των νεαρών ταραχοποιών των μετεμφυλιακών χρόνων, σύμφωνα με τον νόμο 4000 περί τεντιμποϊσμού. Φυσικά και η χούντα αξιοποίησε στο έπακρο αυτή την ποινή, ιδιαίτερα εις βάρος μαθητών, φοιτητών και αντιστασιακών.
Η ΕΞΟΥΣΙΑ, λοιπόν, έχει μια διαχρονική σχέση με το κούρεμα. Ιδιαίτερα αν μιλάμε για κούρεμα γουλί. Το χρησιμοποιούσε πάντα σαν να στερούσε με τον τρόπο αυτό τη δύναμη των υπηκόων της. Κι αυτό ανεξάρτητα από το αν οι ίδιοι οι υπήκοοι επέλεγαν για τον εαυτό τους κάποια στιλιστική δήλωση, περιποιούμενοι την κόμη τους κατά βούληση και με μια σαφή ή αδιόρατη ιδεολογική χροιά: χωρίστρα δεξιά, χωρίστρα αριστερά, κούρεμα καπελάκι, σβέρκος αεροδρόμιο, πεζοναυτικό, γιάπικο, πολιτικά ορθό, κάσκα, χαίτη, μοϊκάνα, κουρέιβερ και κόψιμο εν χρω, του τύπου «μαδάω, πάρ’ τα όλα»…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ στη μεταφορά, το «κούρεμα» των πρωτοσέλιδων τίτλων και της νέας αργκό του καπιταλισμού, του χρέους και της λιτότητας εμπεριέχει τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα ιδεολογικά στοιχεία της σημειολογίας της κουράς. Ως πολίτες της υπό χρεοκοπία χώρας κυκλοφορούμε ήδη ως οι κεκαρμένοι της Ευρώπης. Σαν να υφιστάμεθα ένα είδος συλλογικής τιμωρίας για την περιπέτεια στην οποία έχει περιέλθει η ήπειρος, αν όχι όλος ο κόσμος. Η παγκόσμια διαπόμπευσή μας -σαν τις μάγισσες του Μεσαίωνα πριν την πυρά ή τις πόρνες και τις μοιχαλίδες των πουριτανικών κοινοτήτων- έχει ήδη ξεκινήσει με το ανεπίσημο «κούρεμα» των κρατικών ομολόγων στις αγορές και στην ΕΚΤ και την εκτόξευση των spreads, που λειτούργησαν ως η πρώτη σκάλα της κουρευτικής μηχανής. Ωστόσο, το πρόβλημά μας είναι ότι παρ’ ότι έχουμε ήδη κουρευτεί στον πόντο, εξακολουθούμε να είμαστε υποχρεωμένοι να πληρώσουμε τα μαλλιά της κεφαλής μας στους ίδιους τους κουρείς, τους μπαρμπέρηδες των αγορών, που περιφέρουν ως λάφυρο τη τζίβα μας στα παραγεμισμένα μαξιλάρια των CDS.
ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ και εικονικό, προς το παρόν, κούρεμα το πληρώνουμε ήδη μ’ ένα δεύτερο, πραγματικό και οδυνηρό. Δεμένοι κυριολεκτικά πάνω στην καρέκλα του μπαρμπέρη, υφιστάμεθα μια εξευτελιστική «ποινή της κειρίας», με μια μηχανή σκουριασμένη, με τα ξυράφια της στομωμένα ν’ αφήνουν μικρά αιματηρή ίχνη, καθώς οργώνουν άγαρμπα το κρανίο μας. Αυτό το κούρεμα λέγεται μνημόνιο, μεσοπρόθεσμο, οσονούπω και μεσομακροπρόθεσμο, και λίγο αργότερα, ποιος ξέρει, ισόβιο. Γιατί οι τρίχες της κεφαλής μας, ιδιαίτερα αν αυτή είναι αγύριστη, έχουν την τάση να ξαναβγαίνουν, οι αθεόφοβες, οπότε δεν αποκλείεται η επόμενη ποινή να περιλαμβάνει σαδιστική χαλάουα, ακόμη και ριζική αποτρίχωση.
ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΥΡΕΜΑ, στο οποίο απόλυτη προτεραιότητα έχουν οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι, οι μικρομεσαίοι και γενικώς οι αναξιοπαθούντες, είναι σε αντιστοιχία με το άλλο υπό συζήτηση κούρεμα: το καθαυτό κούρεμα του χρέους. Αυτό που το λέγαμε και αναδιάρθρωση. Θυμάστε; Αυτό που θα ήταν καταστροφή αν γινόταν με πρωτοβουλία του πελάτη, δηλαδή ημών, και όχι του κουρέα, δηλαδή των πιστωτών. Τώρα οι κουρείς, με πρώτους τους Γαλλογερμανούς μπαρμπέρηδες, διαβουλεύονται πάνω από το κεφάλι μας. Το ψειρίζουν, το ξεψειρίζουν, περνούν εκνευρισμένα τα δάχτυλά τους μέσα από τις τούφες, τις ορθώνουν, τις μετρούν, δοκιμάζουν πάνω τους τα ψαλίδια τους, «στον πόντο» λέει ο ένας, «στην πέτσα» λέει ο άλλος, διαπληκτίζονται για το βάθος της κουράς -στου κασιδιάρη το κεφάλι όλοι μπαρμπέρηδες θέλουν να γίνουν, που έλεγε κι ο Κολοκοτρώνης-, αλλά ομονοούν σε ένα: ό,τι κόψουν από τα κεφάλια μας θα το εμφυτεύσουν σε άλλα κεφάλια. Σαν τα μαλλιά των Κινέζων θανατοποινιτών, που αποτελούν περιζήτητο αξεσουάρ στην αγορά προσθετικής και hairstyling της Δύσης.
ΤΟ ΚΟΥΡΕΜΑ του ελληνικού χρέους, λοιπόν, θα αντισταθμιστεί με μια εμφύτευση στο τραπεζικό χρέος. Βλέπετε, μπορεί τα κεφάλια των PIIGS να έχουν τζιβιάσει από τρίχες αχτένιστες, ατίθασες, μπερδεμένες, μες στην ψείρα και την κόνιδα, φουλ στην ψαλίδα, αλλά τα κεφάλια των θεών της τραπεζικής πίστης πάσχουν από κάτι πιο μόνιμο και βασανιστικό. Τριχοφάγος είναι, αλωπεκία είναι, θα σας γελάσω, η διάγνωση είναι αβέβαιη, αλλά τα συμπτώματα πασίγνωστα. Αν υποθέσουμε ότι εμείς, ως κοινωνία, αλλά και όλες οι κοινωνίες του πλανήτη χρωστούν τα μαλλιά της κεφαλής τους -43 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος του χρόνου μόνο ως κρατικό χρέος- σε ποιους τα χρωστούν; Κατά βάση στις τράπεζες. Για να ξεπληρωθεί αυτό το ποσό, αν πράγματι ποτέ υπήρξε, θα πρέπει η ανθρωπότητα να υποβληθεί σε επώδυνη χαλάουα, να μετατραπεί σε ένα άτριχο είδος, να μείνει με το πετσί της. Και πάλι κάτι θα μένει να οφείλει στα ευαγή ιδρύματα που έχουν εκ γενετής αυτό το πρόβλημα, της αλωπεκίας, του τριχοφάγου, κι όσες εμφυτεύσεις και ανακεφαλαιοποιήσεις κι αν αποφασίσουν η Μέρκελ με τον Σαρκοζί, η Ευρωζώνη, το G20, που έχουν πιαστεί μαλλί με μαλλί για το εύρος του κουρέματος και την έκταση της εμφύτευσης, στα κεφάλια τους θα χάσκουν πάντα άτριχες τρύπες.
ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ το κούρεμα του τύπου «πιάσ’ τ’ αυγό και κούρευ’ το», βεβαίως, αν και οδυνηρό για τους ήδη κεκαρμένους, έχει και μια χρησιμότητα: αν και οι επίδοξοι και αδέξιοι μπαρμπέρηδες διακινδυνεύουν εκεί που πάνε για μαλλί να βγούνε κουρεμένοι, να προκαλέσουν δηλαδή αντί για κούρεμα τον αποκεφαλισμό της Ευρωζώνης, με την πρεμούρα τους αποδεικνύουν αυτό που λίγοι βαρεμένοι εξαρχής υποστήριζαν, ότι το βαθύ ξύρισμα του χρέους είναι και πολιτικά αναγκαίο και οικονομικά εφικτό και κοινωνικά δίκαιο. Το θέμα, βέβαια, είναι ποιος κρατάει τη λεπίδα και σε ποιου το κεφάλι τη γλιστράει. Μπαρμπέρης με πάρκινσον προφανώς θα την κάνει τη ζημιά. Σκεφτείτε να εμπιστευτούμε τη λεπίδα, όπως καλή ώρα τώρα, στον Φρέντι Κρούγκερ του «Εφιάλτη στον δρόμο με τις λεύκες» ή στον Σουίνι Τοντ, τον φονικό κουρέα της οδού Φλιτ. Θυμάστε πόσο «ριζικά» κούρευε ο τελευταίος τους πελάτες του; Θα του εμπιστευόσασταν το κεφάλι του; Ε, λοιπόν, αυτό είναι το πρόβλημα. Το να εμπιστευτούμε το «κούρεμα» του χρέους σ’ αυτούς που το διαχειρίζονται σήμερα είναι σαν να αποφασίζουμε να γίνουμε κρεατόπιτες προορισμένες για το στομάχι του τραπεζικού Λεβιάθαν. Και δεν κουρευόμαστε μόνοι μας καλύτερα;
ΟΛΑ ΚΟΥΡΕΥΟΝΤΑΙ. Το δημόσιο ή το ιδιωτικό χρέος, οι μισθοί, οι συντάξεις, τα εισοδήματα, οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων, οι δημόσιες δαπάνες, τα δημόσια αγαθά, τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, οι ελευθερίες, η εθνική κυριαρχία, η δημοκρατία, οι υπουργοί, οι βουλευτές, η αντοχή και η συνείδησή μας. Το μόνο που δεν κόβεται, αντίθετα μακραίνει σαν τα μαλλιά της Γενοβέφας, είναι οι φόροι. Η λέξη «κούρεμα» έχει γίνει ένα πασπαρτού για ν’ ανοίξει κάθε πόρτα του ζοφερού οικονομικού και κοινωνικού μας σύμπαντος.
ΑΚΡΙΒΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ του αγγλικού haircut, χωρίς ωστόσο την χάρη και τη λεπτότητά του, θα μπορούσε να αντικατασταθεί με ποικίλες άλλες ελληνικές εκφράσεις. Από την αρχαϊκή «κουρά εν χρω» ή τη βυζαντινή «απόκαρσιν εν χρω», μέχρι τις νεότερες: γουλί, κατακούρι, κουρούπα, λουξ, σύρριζα, στον άσο, στον πάτο, στην πέτσα… Σ’ αυτές τις εκφράσεις δίνονται με μεγαλύτερη ακρίβεια οι αποχρώσεις ταπείνωσης, τιμωρίας, καταπίεσης και υποταγής που περιέχει η ιεροτελεστία της κουράς, πριν βέβαια γίνει μόδα και στιλ το σύρριζα ακόμη και για καθωσπρέπει μάνατζερ τραπεζών.
ΣΑΣ ΘΥΜΙΖΩ, λοιπόν, ότι αν το μακρύ μαλλί ήταν άλλοτε ένδειξη ρώμης - στην περίπτωση του Σαμψών ήταν μάλιστα η πηγή της δύναμής του-, αργότερα το ψαλίδι, το ξυράφι και η κουρευτική μηχανή του μπαρμπέρη (μερικές φορές και του χασάπη) έγιναν εργαλεία άσκησης εξουσίας. Η Εκκλησία διατηρεί ακόμη και σήμερα την «ποινή της κειρίας» για ιερείς που παραβαίνουν τους κανόνες, ενώ η τελετή της κουράς αποτελεί εισιτήριο εισόδου στον μοναχικό ή εκκλησιαστικό βίο, εν είδει απάρνησης του κοσμικού βίου και ταπείνωσης ενώπιον του Θεού. Το κούρεμα με την ψιλή ήταν για αιώνες βασικό σύμβολο ταπείνωσης και πειθάρχησης των στρατιωτών, εργαλείο σωφρονισμού των φυλακισμένων, σύμβολο ταπεινωτικής διάκρισης για πολιτικούς εξόριστους, αιχμαλώτους πολέμου και κρατουμένους στρατοπέδων συγκέντρωσης, μέσο διαπόμπευσης για γυναίκες που παρέβαιναν τα χρηστά σεξουαλικά ήθη, διαδικασία καταστολής της προσωπικότητας των μαθητών (θυμηθείτε τα ομοιόμορφα, σαν γλόμπους αγορίστικα κεφάλια, παραταγμένα στη σειρά για την έπαρση της σημαίας και την προσευχή, σαν αυγουλάκια στις καρτέλες τους), ακόμη και μέσο στιλιστικής τιμωρίας των νεαρών ταραχοποιών των μετεμφυλιακών χρόνων, σύμφωνα με τον νόμο 4000 περί τεντιμποϊσμού. Φυσικά και η χούντα αξιοποίησε στο έπακρο αυτή την ποινή, ιδιαίτερα εις βάρος μαθητών, φοιτητών και αντιστασιακών.
Η ΕΞΟΥΣΙΑ, λοιπόν, έχει μια διαχρονική σχέση με το κούρεμα. Ιδιαίτερα αν μιλάμε για κούρεμα γουλί. Το χρησιμοποιούσε πάντα σαν να στερούσε με τον τρόπο αυτό τη δύναμη των υπηκόων της. Κι αυτό ανεξάρτητα από το αν οι ίδιοι οι υπήκοοι επέλεγαν για τον εαυτό τους κάποια στιλιστική δήλωση, περιποιούμενοι την κόμη τους κατά βούληση και με μια σαφή ή αδιόρατη ιδεολογική χροιά: χωρίστρα δεξιά, χωρίστρα αριστερά, κούρεμα καπελάκι, σβέρκος αεροδρόμιο, πεζοναυτικό, γιάπικο, πολιτικά ορθό, κάσκα, χαίτη, μοϊκάνα, κουρέιβερ και κόψιμο εν χρω, του τύπου «μαδάω, πάρ’ τα όλα»…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ στη μεταφορά, το «κούρεμα» των πρωτοσέλιδων τίτλων και της νέας αργκό του καπιταλισμού, του χρέους και της λιτότητας εμπεριέχει τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα ιδεολογικά στοιχεία της σημειολογίας της κουράς. Ως πολίτες της υπό χρεοκοπία χώρας κυκλοφορούμε ήδη ως οι κεκαρμένοι της Ευρώπης. Σαν να υφιστάμεθα ένα είδος συλλογικής τιμωρίας για την περιπέτεια στην οποία έχει περιέλθει η ήπειρος, αν όχι όλος ο κόσμος. Η παγκόσμια διαπόμπευσή μας -σαν τις μάγισσες του Μεσαίωνα πριν την πυρά ή τις πόρνες και τις μοιχαλίδες των πουριτανικών κοινοτήτων- έχει ήδη ξεκινήσει με το ανεπίσημο «κούρεμα» των κρατικών ομολόγων στις αγορές και στην ΕΚΤ και την εκτόξευση των spreads, που λειτούργησαν ως η πρώτη σκάλα της κουρευτικής μηχανής. Ωστόσο, το πρόβλημά μας είναι ότι παρ’ ότι έχουμε ήδη κουρευτεί στον πόντο, εξακολουθούμε να είμαστε υποχρεωμένοι να πληρώσουμε τα μαλλιά της κεφαλής μας στους ίδιους τους κουρείς, τους μπαρμπέρηδες των αγορών, που περιφέρουν ως λάφυρο τη τζίβα μας στα παραγεμισμένα μαξιλάρια των CDS.
ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ και εικονικό, προς το παρόν, κούρεμα το πληρώνουμε ήδη μ’ ένα δεύτερο, πραγματικό και οδυνηρό. Δεμένοι κυριολεκτικά πάνω στην καρέκλα του μπαρμπέρη, υφιστάμεθα μια εξευτελιστική «ποινή της κειρίας», με μια μηχανή σκουριασμένη, με τα ξυράφια της στομωμένα ν’ αφήνουν μικρά αιματηρή ίχνη, καθώς οργώνουν άγαρμπα το κρανίο μας. Αυτό το κούρεμα λέγεται μνημόνιο, μεσοπρόθεσμο, οσονούπω και μεσομακροπρόθεσμο, και λίγο αργότερα, ποιος ξέρει, ισόβιο. Γιατί οι τρίχες της κεφαλής μας, ιδιαίτερα αν αυτή είναι αγύριστη, έχουν την τάση να ξαναβγαίνουν, οι αθεόφοβες, οπότε δεν αποκλείεται η επόμενη ποινή να περιλαμβάνει σαδιστική χαλάουα, ακόμη και ριζική αποτρίχωση.
ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΥΡΕΜΑ, στο οποίο απόλυτη προτεραιότητα έχουν οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι, οι μικρομεσαίοι και γενικώς οι αναξιοπαθούντες, είναι σε αντιστοιχία με το άλλο υπό συζήτηση κούρεμα: το καθαυτό κούρεμα του χρέους. Αυτό που το λέγαμε και αναδιάρθρωση. Θυμάστε; Αυτό που θα ήταν καταστροφή αν γινόταν με πρωτοβουλία του πελάτη, δηλαδή ημών, και όχι του κουρέα, δηλαδή των πιστωτών. Τώρα οι κουρείς, με πρώτους τους Γαλλογερμανούς μπαρμπέρηδες, διαβουλεύονται πάνω από το κεφάλι μας. Το ψειρίζουν, το ξεψειρίζουν, περνούν εκνευρισμένα τα δάχτυλά τους μέσα από τις τούφες, τις ορθώνουν, τις μετρούν, δοκιμάζουν πάνω τους τα ψαλίδια τους, «στον πόντο» λέει ο ένας, «στην πέτσα» λέει ο άλλος, διαπληκτίζονται για το βάθος της κουράς -στου κασιδιάρη το κεφάλι όλοι μπαρμπέρηδες θέλουν να γίνουν, που έλεγε κι ο Κολοκοτρώνης-, αλλά ομονοούν σε ένα: ό,τι κόψουν από τα κεφάλια μας θα το εμφυτεύσουν σε άλλα κεφάλια. Σαν τα μαλλιά των Κινέζων θανατοποινιτών, που αποτελούν περιζήτητο αξεσουάρ στην αγορά προσθετικής και hairstyling της Δύσης.
ΤΟ ΚΟΥΡΕΜΑ του ελληνικού χρέους, λοιπόν, θα αντισταθμιστεί με μια εμφύτευση στο τραπεζικό χρέος. Βλέπετε, μπορεί τα κεφάλια των PIIGS να έχουν τζιβιάσει από τρίχες αχτένιστες, ατίθασες, μπερδεμένες, μες στην ψείρα και την κόνιδα, φουλ στην ψαλίδα, αλλά τα κεφάλια των θεών της τραπεζικής πίστης πάσχουν από κάτι πιο μόνιμο και βασανιστικό. Τριχοφάγος είναι, αλωπεκία είναι, θα σας γελάσω, η διάγνωση είναι αβέβαιη, αλλά τα συμπτώματα πασίγνωστα. Αν υποθέσουμε ότι εμείς, ως κοινωνία, αλλά και όλες οι κοινωνίες του πλανήτη χρωστούν τα μαλλιά της κεφαλής τους -43 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος του χρόνου μόνο ως κρατικό χρέος- σε ποιους τα χρωστούν; Κατά βάση στις τράπεζες. Για να ξεπληρωθεί αυτό το ποσό, αν πράγματι ποτέ υπήρξε, θα πρέπει η ανθρωπότητα να υποβληθεί σε επώδυνη χαλάουα, να μετατραπεί σε ένα άτριχο είδος, να μείνει με το πετσί της. Και πάλι κάτι θα μένει να οφείλει στα ευαγή ιδρύματα που έχουν εκ γενετής αυτό το πρόβλημα, της αλωπεκίας, του τριχοφάγου, κι όσες εμφυτεύσεις και ανακεφαλαιοποιήσεις κι αν αποφασίσουν η Μέρκελ με τον Σαρκοζί, η Ευρωζώνη, το G20, που έχουν πιαστεί μαλλί με μαλλί για το εύρος του κουρέματος και την έκταση της εμφύτευσης, στα κεφάλια τους θα χάσκουν πάντα άτριχες τρύπες.
ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ το κούρεμα του τύπου «πιάσ’ τ’ αυγό και κούρευ’ το», βεβαίως, αν και οδυνηρό για τους ήδη κεκαρμένους, έχει και μια χρησιμότητα: αν και οι επίδοξοι και αδέξιοι μπαρμπέρηδες διακινδυνεύουν εκεί που πάνε για μαλλί να βγούνε κουρεμένοι, να προκαλέσουν δηλαδή αντί για κούρεμα τον αποκεφαλισμό της Ευρωζώνης, με την πρεμούρα τους αποδεικνύουν αυτό που λίγοι βαρεμένοι εξαρχής υποστήριζαν, ότι το βαθύ ξύρισμα του χρέους είναι και πολιτικά αναγκαίο και οικονομικά εφικτό και κοινωνικά δίκαιο. Το θέμα, βέβαια, είναι ποιος κρατάει τη λεπίδα και σε ποιου το κεφάλι τη γλιστράει. Μπαρμπέρης με πάρκινσον προφανώς θα την κάνει τη ζημιά. Σκεφτείτε να εμπιστευτούμε τη λεπίδα, όπως καλή ώρα τώρα, στον Φρέντι Κρούγκερ του «Εφιάλτη στον δρόμο με τις λεύκες» ή στον Σουίνι Τοντ, τον φονικό κουρέα της οδού Φλιτ. Θυμάστε πόσο «ριζικά» κούρευε ο τελευταίος τους πελάτες του; Θα του εμπιστευόσασταν το κεφάλι του; Ε, λοιπόν, αυτό είναι το πρόβλημα. Το να εμπιστευτούμε το «κούρεμα» του χρέους σ’ αυτούς που το διαχειρίζονται σήμερα είναι σαν να αποφασίζουμε να γίνουμε κρεατόπιτες προορισμένες για το στομάχι του τραπεζικού Λεβιάθαν. Και δεν κουρευόμαστε μόνοι μας καλύτερα;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη
Ή, π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...