19/03/2014

Ουκρανιο-εγκεφαλικές κακώσεις


(Γράφτηκε για το www.rproject.gr, 19/3/2014)


 «Για ποιο λόγο υπάρχει το ΝΑΤΟ μέχρι σήμερα δεν είναι κατανοητό. Σε σημαντικό βαθμό αποτελεί αταβισμό της ψυχροπολεμικής περιόδου». Δεν ξέρω αν ο Βλαντιμίρ Πούτιν, που πριν από ενάμιση περίπου χρόνο εξέφραζε αυτή τη ρητορική απορία, προβόκαρε με τον τρόπο του το μέλλον, που τώρα πια είναι παρόν. Πάντως, σήμερα η απορία πρέπει να τού έχει λυθεί. Η λεγόμενη «Δύση» (ο όρος έχει επιστρέψει πληθωρικά στο καθημερινό λεξιλόγιο ΜΜΕ και πολιτικών, αλλά, πέστε μου παρακαλώ, τι είναι «Δύση» και κατά πού πέφτει η «Ανατολή»;)  αντιδρά στην ουκρανική κρίση ακριβώς σαν μια πολιτικο-στρατιωτική συμμαχία – που είναι άλλωστε- η οποία, επιτέλους, έχει απέναντί της έναν χειροπιαστό, κοινό εχθρό. Στη θέση της ΕΣΣΔ, της Κομεκόν και του Συμφώνου της Βαρσοβίας βρίσκεται πια η Ρωσία και οι (προς το παρόν λίγοι) σύμμαχοί της. Τώρα, όλα αποκτούν νόημα, υπόσταση, προορισμό. Το ΝΑΤΟ, οι διευρύνσεις του, η μετατροπή του σε παγκόσμιο οργανισμό με εκατοντάδες βάσεις και οπλικά συστήματα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, σπαρμένα σε όλες τις ηπείρους και τους ωκεανούς, ικανά να αφανίσουν ένα μεγάλο μέρος της ζωής στον πλανήτη, αν όχι και όλη, αποκτούν σκοπό, έπειτα από μια 25ετία υπαρξιακής κρίσης, εκτονωμένης σε περιφερειακές επεμβάσεις τύπου Γιουγκοσλαβία- Κόσσοβο- Ιράκ και «αντιτρομοκρατικές» επιχειρήσεις τύπου Αφγανιστάν, κι αυτές χωρίς αρραγείς συμμαχίες.
******************

Δεν ξέρω αν και σεις έχετε μπει στον πειρασμό να επιλέξετε στρατόπεδο, να δηλώσετε ποιον ιμπεριαλισμό προτιμάτε, ποιος σας είναι πιο συμπαθής ή, τουλάχιστον, λιγότερο αντιπαθής, ο ευρωατλαντικός ή ο ρωσικός. Είναι κι αυτή μια γοητευτική παγίδα για τους κοινούς θνητούς που μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες η σχέση τους με την Ουκρανία άρχιζε και τελείωνε σε μερικά σεξιστικά σχόλια για τις Ουκρανές μετανάστριες και τα χαρίσματά τους. Στα καθ’ ημάς, ενδεχομένως δημιουργούνται επιπλέον συγχύσεις από τη χριστιανορθόδοξη μυθολογία και τα υπολείμματα των άλλων μύθων για το «ξανθό γένος» εκ Βορρά από το οποίο υπάρχει μια ανεκπλήρωτη εδώ και δυο αιώνες προσδοκία «σωτηρίας», πράγματα που γεννούν κίνητρα συμπάθειας προς τον Τσάρο Πούτιν ακόμη και ανάμεσα στους πατριδόπληκτους του κλειστού σαμαρικού λόμπι οι οποίοι προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη βάρκα των δυτικών κυρώσεων και στη βάρκα του υπόρρητου θαυμασμού για τη ρωσική «αποφασιστικότητα». Δικό τους ο αταβισμός, δικό τους το πρόβλημα, δικά τους και τα έξοδα ψυχανάλυσης, άλλωστε τώρα γιορτάζουν το έπος του τέλους της κρίσης που κήρυξε ο «τσάρος» Αντώνιος, πού καιρός για βαθιές γεωπολιτικές ανησυχίες...

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι να δηλώσουμε προτίμηση στον περισσότερο συμπαθή, λιγότερο αντιπαθή ή περισσότερο συμφέροντα ιμπεριαλισμό, αλλά να αποτρέψουμε τον κίνδυνο να χαθούμε μέσα στον βαθύ αταβισμό όλων των ιμπεριαλισμών. Το επεσήμανε η φίλη Αριάδνη, το υιοθετώ κι εγώ, και κατά σύμπτωση (;) συμπίπτει με την προαναφερθείσα παρατήρηση του τσάρου Πούτιν για το ΝΑΤΟ, αν και σε μεγάλο βαθμό ισχύει για τον ίδιο και για τις ελίτ που τον περιβάλλουν. Η εντύπωση που κυριαρχεί είναι ότι τόσο το υψηλού ρίσκου ρωσικό εγχείρημα στην Κριμαία όσο και ο ρόλος της «Δύσης» στην τροπή της ουκρανικής κρίσης κινούνται στο πλαίσιο ενός απόλυτα ελεγχόμενου ορθολογισμού. Κυνικού μεν, αλλά πάντως ορθολογισμού. Η εντύπωση αυτή υποθέτει όλοι οι εμπλεκόμενοι στην ουκρανική κρίση έχουν σταθμίσει απολύτως τα συμφέροντά τους, έχουν υπολογίσει τους κινδύνους, τα οφέλη και τις ενδεχόμενες ζημίες από μια ολική επαναφορά του ψυχρού πολέμου, με ανοικτές πόρτες και παράθυρα ακόμη και σε μια «θερμή» εκτόνωσή του. Υποτίθεται, για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια ελάχιστη κοινή βάση συμφερόντων στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. αντιδρούν με απόλυτο συγχρονισμό στις κινήσεις της ρωσικής αρκούδας με τις καταγγελίες, τις κυρώσεις, τους αποκλεισμούς της από τα διεθνή fora. Και το ίδιο ισχύει για τους επιμέρους παίκτες του ευρωπαϊκού κλαμπ που λεονταρίζουν, προς το παρόν διπλωματικά, κατά της ηγεσίας του Κρεμλίνου. Αλλά αυτή η «ενότητα συμφερόντων» υπάρχει μόνο στη φαντασία.

Είναι πασίδηλη, για παράδειγμα, η ενεργειακή εξάρτηση όλης της Ευρώπης από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες και οι αμερικανικές διαβεβαιώσεις ότι οι ΗΠΑ θα καλύψουν ενεργειακά την Ε.Ε. «σε περίπτωση που…» είναι αστειότητες. Εξ ίσου αστεία είναι η υποτιθέμενη ψυχραιμία που επικρατεί στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, του οποίου η έκθεση στη Ρωσία και την Ουκρανία είναι πολλαπλάσια του αμερικανικού. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι εκτεθειμένες στη Ρωσία κατά περίπου 160 δισ. δολάρια έναντι περίπου 40 δισ. των αμερικανικών, και μικρότερη αλλά στις ίδιες αναλογίες είναι η έκθεση στην Ουκρανία. Σκεφτείτε τι θα γίνει σε μια κλιμάκωση του «πολέμου» των κυρώσεων, και μάλιστα τώρα, που οι Ευρωπαίοι «καίγονται» για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Και τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα, αν κάνουμε μια μεγέθυνση των επιμέρους συμφερόντων των μεγάλων της Ε.Ε. Η Γερμανία είναι πιο παγιδευμένη ενεργειακά στη Ρωσία, αλλά λιγότερο έκθετη τραπεζικά. Αντιθέτως, η Γαλλία, η Ιταλία, η Βρετανία και η Αυστρία θα πάθαιναν σοκ αν γινόταν καμιά «στραβή» με τα τραπεζικά τους κεφάλαια σε Ρωσία και Ουκρανία, ή αντιστρόφως. Κι αν προχωρήσουμε και στις ιδιαιτερότητες των «τσικό» της Ε.Ε.- καλή ώρα, της Ελλάδας ή της Κύπρου-, τα πράγματα γίνονται τόσο περίπλοκα, ώστε η «ενότητα συμφερόντων» της «Δύσης» γίνεται κονιορτός.

Άλλωστε, ο αυτοπροσδιορισμός της «Δύσης» ως ενός διακριτού, ολιστικού πολιτισμικού μοντέλου, που περιλαμβάνει κατά βάση τον καπιταλισμό, την ελευθερία των αγορών και μια επίφαση δημοκρατίας, γίνεται κενός περιεχομένου από τη στιγμή που τα ίδια στοιχεία είναι λίγο πολύ κεκτημένα και για το μεγαλύτερο μέρος της λεγόμενης «Ανατολής» και της ίδιας της Ρωσίας. Κατά κάποιο τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη είναι πλέον «Δύση» με τα τυπικά κριτήρια που υιοθετούν οι απολογητές της, με εξαιρέσεις την Κίνα, το Ιράν και μερικές χώρες του αραβικού κόσμου. Επομένως, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ποια ακριβώς διάταξη δυνάμεων και συμμαχιών θα προέκυπτε σε μια παγίωση ενός καθεστώτος ψυχρού πολέμου και, πολύ περισσότερο, σε έναν ακόμη «Μεγάλο Πόλεμο».

Γι’ αυτό κι η ρητορική της ενιαίας «Δύσης» εναντίον της «επιθετικής Ανατολής» έχει έντονα στοιχεία μεταφυσικής και ασυνάρτητης ανάγνωσης και ερμηνείας του διεθνούς δικαίου, όπως διαμορφώθηκε μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Άλλη αυτοδιάθεση δικαιούνται οι Βαλκάνιοι, άλλη οι ανατολικοευρωπαίοι και οι Καυκάσιοι, αλλού έχει προτεραιότητα το «διεθνές δίκαιο» κι αλλού τα εθνικά συντάγματα, αλλού η απόσχιση είναι ανθρώπινο δικαίωμα κι αλλού αιτία πολέμου, άλλοι άνθρωποι οι Κοσοβάροι και άλλοι οι κάτοικοι της Κριμαίας, άλλο πράγμα επαναχάραξη των συνόρων στα Βαλκάνια κι άλλο η γεωγραφική «ολοκλήρωση» του μετασοβιετικού χώρου. Ακούει και σημειώνει ο Πούτιν, βρίσκει και τα κάνει σ’ αυτό το χαοτικό status, που κάποτε αποκλήθηκε από τον υπερφίαλο Φουκουγιάμα «τέλος της Ιστορίας», για να αποδειχθεί ότι ακόμη διανύουμε την οδυνηρή κι αιματηρή αρχή της.
*******************
Εν ολίγοις, ο λόγος που η ανθρωπότητα μυρίζει και πάλι μπαρούτι δεν είναι μόνο το ότι υπάρχει μια συσσώρευση ορθολογικά σταθμισμένων συμφερόντων που αναζητούν θερμή διέξοδο, αλλά ότι δίπλα σ’ αυτόν τον «ορθολογισμό» συνυπάρχει ένας επικίνδυνος, ακόμη και αυτοκαταστροφικός ανορθολογισμός. Θυμίζει αρκετά την ορμή του κινηματογραφικού Dr.Strangelove του Κιούμπρικ, ο οποίος ηδονιζόταν στην ιδέα ότι θα πατήσει το κουμπί της εκτόξευσης των πυρηνικών πυραύλων. Ελπίζει κανείς να μην υπάρχουν τέτοιοι τύποι εκ δεξιών ή εξ ευωνύμων του Ομπάμα, της Μέρκελ, του Κάμερον. Αλλά δεν είναι λιγότερο ανησυχητικό αν κάποιος πολιτικός ηγέτης φαντασιώνεται ότι μπορεί να οργανώσει τις ναπολεόντειες εκστρατείες του 21ου αιώνα, ότι ονειρεύεται τον εαυτό του ως Κάιζερ, Τσόρτσιλ ή Ταλεϋράνδο, υποψιάζεται ότι είναι μετενσάρκωση του Γουίλσον, του Αιζενχάουερ ή του Αντενάουερ και περιστοιχίζεται από υστερικούς τύπους που περνούν τις νύχτες τους διαβάζοντας το Mein Kampf του Χίτλερ και το Capitalism and Freedom του Φρίντμαν εναλλάξ. Και είναι ακόμη πιο ανησυχητικό όταν αυτή η διολίσθηση στον ανορθολογισμό γίνεται πολιτικά δελεαστική για τις ηγεσίες και τις ελίτ. Εντυπωσιασμένες από την απήχηση που έχει στα πλήθη η εθνικιστική, υπερπατριωτική, πολιτισμική ή ιδεοληπτική ρητορική τους («Δύση», «δυτικός πολιτισμός», «δυτικές αξίες», αλλά και «Μεγάλη Ρωσία»…), πλειοδοτούν, ανατροφοδοτούνται, ντοπάρονται απ’ αυτήν. Ο ανορθολογισμός είναι ένα παρηγορητικό ναρκωτικό για τους ανυποψίαστους υπηκόους που ξεχνούν τα βάσανα της καθημερινότητας μέσα σε νέφη εθνικιστικής, θρησκευτικής, ιδεοληπτικής έκστασης, αλλά είναι και ένα ισχυρό παραισθησιογόνο για τους κατόχους της εξουσίας. Τα συμπτώματα μοιάζουν με τις μετατραυματικές ψυχωτικές διαταραχές που εμφανίζουν ενίοτε ασθενείς με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κάκωση είναι Ουκρανιο-εγκεφαλική (για να συνδεθούμε λίγο και με τον τίτλο) και οι παρενέργειές της ελπίζουμε να εξαντληθούν στα παραληρήματα...

ΚΙΜΠΙ


 

 

05/03/2014

Το παπάκι πάει στην ποταμιά



«Από πού ’σαι ποταμάκι;/ Από κείνο το βουνό./ Πώς τον λένε τον παππού σου;/ Σύννεφο στον ουρανό./ Ποια είν’ η μάνα σου;/ Η μπόρα./ Πώς κατέβηκες στη χώρα;/ Τα χωράφια να ποτίσω και τους μύλους να γυρίσω.» Ο οικογενειακός μύθος αναφέρει ότι ο αδελφός μου ανέφερε «μούλους» αντί για «μύλους» και το κοινό της σχολικής γιορτής, ενώπιον του οποίου απάγγελλε το «ποταμάκι», λύθηκε στα γέλια.

 Όπως αντιλαμβάνεστε, ο Σ. Θεοδωράκης, με την αναγγελία ίδρυσης της πολιτικής κίνησης «Το ποτάμι», απελευθέρωσε έναν κανονικό Αχελώο λαϊκής θυμοσοφίας και συνειρμών, περιπαικτικής, καλόβουλης ή κακόβουλης διάθεσης. Ό,τι ξέρουμε και δεν ξέρουμε για τα ποτάμια, τους χειμάρρους και  τα ρυάκια, μέσα σε λίγα 24ωρα,  έχει ήδη λεχθεί και γραφεί. Πλην όμως, ο πειρασμός παραμένει ακόμη ισχυρός, τουλάχιστον μέχρι να μάθουμε ποιοι θα πέσουν για κολύμπι, για ράφτινγκ ή απλώς για βαρκάδα στο καινούργιο ποτάμι. Και μένα μου είναι δύσκολο να μην υποκύψω στον πειρασμό.

Άλλωστε, ούτε καν το παπάκι αντιστάθηκε, ως γνωστόν. «Το παπάκι πάει, καλέ παπί/ το παπάκι πάει στην ποταμιά./Το παπάκι πάει στην ποταμιά, αχ/ να κρυφτεί μέσα στην καλαμιά». Το κίνητρό του, κατά το άσμα, ήταν αμιγώς ερωτικό-σεξουαλικό. Έψαχνε να βρει συντροφιά. Εντελώς διαφορετικό, αλλά εξίσου ενστικτώδες ήταν το κίνητρο της μάνας του Κίτσου. «Μωρέ, του Kίτσου η μά μωρέ η μάνα κάθουνταν/στην άκρη στο ποτάμι, / με το ποτά μωρέ ποτάμι μάλωνε./ Με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε./ Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι στρίψε πίσω/ για να περάσω αντίπερα, πέρα στα κλεφτοχώρια/ πο ’χουν οι κλέφτες σύναξη κι ούλ’ οι καπεταναίοι./ Tον Kίτσο τόνε πιάσανε και παν να τον κρεμάσουν…» Είναι άγνωστο αν το ποτάμι συγκινήθηκε τελικά από το μοιρολόι της μάνας του Κίτσου. Το ίδιο ισχύει και για το κορίτσι του «Δράκου» που, για άγνωστους λόγους, επικαλούνταν ένα ποτάμι για να κάνει την αθώα ερωτική της εξομολόγηση. «Πώς τον λεν, πώς τον λεν τον ποταμό;/Ιλισσό, Ιλισσό./Να σου πω το μικρό μου μυστικό./ Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ.». Τον Κίτσο τον κρεμάσανε, τον «Δράκο» τον σφάξανε, τον Ιλισσό τον θάψανε, κι έμεινε η Αττική φαιό νταμάρι, μια μητρόπολη που μίσησε όσο καμιά άλλη τα ποτάμια της, εξαφανισμένα από την αντιπαροχή και την άσφαλτο.

*****************************
Υποθέτω, όμως, ότι οι φιλοδοξίες του σταυροθεοδωράκειου ποταμού είναι λιγότερο πατριδογνωστικές και φυσιολατρικές από το ποιηματάκι του (κάποτε) νηπίου αδελφού μου και λιγότερο εσωστρεφείς  από του παπιού, της μάνας του Κίτσου ή της Ρούλας του «Δράκου». Πιθανότατα παραπέμπουν στη διαλεκτική διακήρυξη της αέναης αλλαγής, που διατύπωσε πρώτος ο Ηράκλειτος με το περίφημο «τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά τ' αυτό μένειν» και το παράδειγμα του ποταμού που του αποδίδει ο Πλάτωνας: «Κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δυο φορές». Οι φυσικοί και οι γεωλόγοι έχουν τις αντιρρήσεις τους σ’ αυτό, παραπέμποντας στον κύκλο του νερού που εξατμίζεται στην ατμόσφαιρα για να καταλήξει ξανά στο ποτάμι, αλλά αυτές τις λεπταίσθητες διαφορές τις ξεπέρασε ο ποταμός της σκέψης, της αλλαγής και της φαυλότητας Α. Παπανδρέου αποφαινόμενος μια και δια παντός: «Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω». Απεδείχθη, βεβαίως, πλειστάκις ότι αυτό δεν είναι μια αναντίρρητη αλήθεια, το ποτάμι γύρισε αρκετές φορές πίσω, η κοίτη του στέρεψε, μεταμορφώθηκε σε έναν δυσώδη βάλτο με βατράχια που κοάζουν σπαραχτικά και νεροφίδες και κουνούπια, έναν μολυσμένο και ρυπασμένο βιότοπο που ούτε η οικολογική task force του ΣΚΑΙ μπορεί να διασώσει. Εκτός αν τον διασώσει η πολιτική μηχανική άλλων καναλαρχών, που αν δεν φτιάξουν ένα κόμμα δικό τους, καταδικό τους θα σκάσουν. Ως γνωστόν, ένα ορμητικό ποτάμι έβλεπαν τα ευαγή συγκροτήματα (Mega, ΔΟΛ, Πήγασος) στην πρώτη σύναξη των «58», αλλά τώρα το νερό του έχει στερέψει τόσο που δεν φτάνει ούτε για να το κάνουν γαργάρα...

Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν αποδειχθεί ότι το καινούργιο «ποτάμι» μας πιτσίλισε με μερικές σταγόνες απλώς για να δούμε αν και ποιοι και πόσοι θα τσιμπήσουν και θα βουτήξουν στα νερά του, δεν πρέπει να μας παραξενεύει που τα παιδιά του τηλεοπτικού (και λοιπού μιντιακού) σωλήνα συναγωνίζονται τα παιδιά του κομματικού και του κρατικού σωλήνα σε ρόλους εθνοσωτήρων ή ανακύκλωσης του πολιτικού μας έλους. Στην Ιταλία, εδώ και μια εικοσαετία, η μιντιοκρατία είναι ο βασικός τροφοδότης κάθε προσπάθειας ανασυγκρότησης του καταρρεύσαντος κομματικού συστήματος, χωρίς ασφαλές αποτέλεσμα μέχρι στιγμής. Και δεν είναι παράδοξο ότι ο Γκρίλο και τα 5 αστέρια του, τηλεοπτικά ή άλλα, είναι το πιο φρέσκο και ανατρεπτικό προϊόν αυτής της διεργασίας. Αυτό ήταν πράγματι ένα «ποτάμι» που ξεπήδησε από το πουθενά, αλλά όπως φαίνεται ούτε η κοίτη του έχει διαμορφωθεί ούτε η εκβολή του είναι καθορισμένη κι όλος αυτός ο όγκος νερού μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί σε ένα φράγμα που δίνει χρόνο στον Λέτα να κάνει τη γέφυρα, στον Ρέντσι να το παίζει ανανεωτής και στον Μόντι, κακήν κακώς διωγμένο από την πρωθυπουργία, να αποκαθίσταται σε θεσμικούς ρόλους στο ευρω-διευθυντήριο.

****************************

Ως εκ τούτου, προσωπικώς δεν έχω καμιά προκατάληψη απέναντι στο εγχώριο καινούργιο «ποτάμι», «αφήστε όλα τα ποτάμια να ρεύσουν». Το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε δίκη προθέσεων, να εντάξουμε προκαταβολικά σε μια θεωρία συνωμοσίας κάθε εξωκομματική πολιτική πρωτοβουλία, ούτε να την μετρήσουμε με κάποιον δείκτη τηλεοπτικής συμπάθειας ή αντιπάθειας λες και είμαστε μηχανάκια της AGB, αλλά να αφουγκραστούμε το βουητό του «ποταμιού», να καταλάβουμε τι διάολο λέει, αν λέει κάτι. Και επ’ αυτού έχουμε κάτι στα χέρια μας. Το ποταμίσιο μανιφέστο του Σ.Θ. Προσπάθησα να βρω σ’ αυτό μια καινούργια ιδέα, κάποια τρικ διεξόδου από το πολιτικό αδιέξοδο που ο μέσος πολίτης διαπιστώνει, ακόμη κι αν έχει κάνει τις επιλογές του - να ανεχθεί μέχρι τέλους τον μνημονιακό ολετήρα ή να δώσει μια απελπισμένη ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ-. Αλλά το μόνο που βρήκα ήταν ένα ποτάμι κοινοτοπίας, ένα συνονθύλευμα όλων των κλισέ (νεοφιλελεύθερου, εκσυγχρονιστικού, εθνοπατριωτικού ή σοσιαλδημοκρατικού κοπιράιτ) με τα οποία επιχειρείται η ερμηνεία της ελληνικής κρίσης εδώ και χρόνια. Φυσικά και μπορεί να υπάρξει «πολιτική χωρίς κομματικό παρελθόν», φυσικά και «Ελλάδα δεν είναι μόνο τα κόμματα», αλλά τι ακριβώς επαγγέλλεται το αντι-κόμμα που προτείνει το «ποτάμι»;

Ακολουθώντας τον ρου του «ποταμού» ανακαλύπτει κανείς όλα τα δημοφιλή κλισέ που χρησιμοποίησε η χρεοκοπημένη εγχώρια ελίτ και η κυνική ευρωκρατία για να τυλίξει την ελληνική κοινωνία στον ζουρλομανδία των μνημονίων: το πρόβλημα είναι «οι δυο τουλάχιστον συγκεντρώσεις που κλείνουν κάθε πρωί το κέντρο της Αθήνας», η έλλειψη «δικαιοσύνης, αξιολόγησης και αξιοκρατίας», το ότι όλοι «παραβιάζουν τον νόμο», το ότι στην Ελλάδα «τις δουλειές τις κάνουν οι κολλητοί και τα λαμόγια», ότι η «βουλή είναι μεγάλη», ότι το εκλογικό σύστημα είναι πολύ «κομματικό», ότι η χώρα «δεν μπορεί να εξαρτάται από την καλοσύνη των δανειστών της», ότι το θέμα είναι « τι κάνεις εσύ για την πατρίδα σου και όχι τι σκόντο θα σου κάνουν αυτοί που σε δανείζουν». Για το χρέος «θα στείλουμε τους καλύτερους διαπραγματευτές - αυτό είναι εύκολο»,  για τη λιτότητα ξεμπερδεύουμε με τη διαπίστωση ότι «από τη σπατάλη περάσαμε μεμιάς στη τσιγγουνιά», για την οικονομία το ζήτημα είναι «ποιοι θα επενδύσουν; Πώς θα έρθουν πίσω τα λεφτά; Ποιοι θα πάρουν το ρίσκο και πώς θα τους κάνεις να σε εμπιστευτούν;», με την Ευρώπη το πρόβλημα είναι «οι εθνικιστές, οι λαϊκιστές, οι ευρωσκεπτικιστές» και κάποιοι «γέροι θείοι», η Ευρώπη «είναι το μεγάλο σχολείο της ενότητας και του διαφορετικού», η λύση είναι να υπάρξει «ένα εθνικό σχέδιο και ένα 50% που θα κάνει και τους άλλους Ευρωπαίους να αισθανθούν ότι αυτή τη φορά οι Έλληνες είναι αποφασισμένοι», να δούμε «τα κοινωνικά προβλήματα με τη λογική, χωρίς δογματισμούς και αγκυλώσεις», και τι μπορεί να περιλαμβάνει αυτό το «εθνικό σχέδιο»; «Την Ελλάδα θα σώσει το χώμα, ο ήλιος και η θάλασσα». Και ποιοι θα το εφαρμόσουν αυτό το σχέδιο; Όχι αυτοί «που οδήγησαν τη χώρα στο σημερινό αδιέξοδο» (η δεξιά, το ΠΑΣΟΚ;), αλλά ούτε «όσοι είναι δέσμιοι θεωριών του 19ου αιώνα, αυτοί, που ακόμη και σήμερα επαναλαμβάνουν ότι η Ελλάδα θα σωθεί αν επιστρέψει στο παρελθόν» (η αριστερά;).

****************************

Πάσα ομοιότης με το μανιφέστο των «58» είναι απλώς συμπτωματική. Κάθε σύγκλιση με το όραμα Δασκαλόπουλου (του ΣΕΒ) είναι τυχαία. Οποιαδήποτε σύγκριση με τις θεωρίες του «μαζί τα φάγαμε», του «είμαστε όλοι συνένοχοι», του «όλοι μαζί μπορούμε» είναι άστοχη. Όλα είναι θέμα λογικής, τεχνογνωσίας, τεχνοκρατίας, όχι πολιτικής, ιδεολογίας και επιλογής. Στην Ελλάδα του «ποταμιού» δεν υπάρχουν πάνω και κάτω, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι, ολιγάρχες και φτωχοί, δεν υπάρχουν επιτελείς και υποτελείς, δεν υπάρχουν συγκροτημένα συμφέροντα, διαπλοκή, μιντιαρχία, τραπεζοκρατία, παλαιά και νέα τζάκια, δεν υπάρχουν τάξεις και αντιθέσεις, δεν υπάρχουν θύτες και θύματα της κρίσης, δεν υπάρχει καν δεξιά και αριστερά, όλοι δικοί μας είμαστε, λες και οι διαχωριστικές γραμμές σβήστηκαν από τότε που ο «ποταμάρχης»  πέρασε το δικό του ποτάμι, τον Κηφισό, και μεταπήδησε από τα Δυτικά στα Βόρεια, κι από τη μικρή οθόνη στο μεγάλο ακροατήριο. Στο «ποτάμι» υπάρχουν απλώς παλιά και νέα μυαλά, παρασιτικές και δημιουργικές δυνάμεις, «επαγγελματίες της ζωής» με τη δύναμη «της λογικής και του δίκιου».

Μπορεί η πολυπλοκότητα της κρίσης να μην χωράει ολάκερη σ’ ένα απλοϊκό σχήμα «αστοί και προλετάριοι, πάνω και κάτω, πλούσιοι και φτωχοί». Αλλά, ταυτόχρονα η ίδια πολύπλοκη κρίση έχει καταστήσει αυτές τις «ξεχασμένες» αντιθέσεις το ίδιο ζοφερές όσo ήταν στον «ξεχασμένο» 19ο αιώνα. Επομένως, δεν μπορείς να τις παρακάμψεις μ’ ένα ποταμίσιο τρικ. Όπως δεν μπορείς να παρακάμψεις με αντίστοιχα τρικ όλα τα μεγάλα διλήμματα της συγκυρίας, όλες τις στρατηγικές επιλογές που η ιθύνουσα τάξη της χώρας (ναι, υπήρξε και υπάρχει τέτοια τάξη!) έχει επιβάλει περίπου ως φυσικά φαινόμενα: η εξυπηρέτηση του χρέους, η πλήρης ιδιωτικοποίηση της οικονομίας, η συρρίκνωση του κράτους, η αποθέωση της αγοράς, η θέση της χώρας στην «οικογένεια της Ευρώπης», που δεν είναι οικογένεια, αλλά μια ρωμαϊκή αρένα. Κυρίως, δεν μπορείς να παρακάμψεις το μνημόνιο. Κι εδώ, η παρθενική πλεύση στο ρεύμα του «ποταμού» (στη συνέντευξη αυτοπαρουσίασης) αποκαλύπτει την κορυφαία λαθροχειρία του εγχειρήματος: «Μνημόνιο ή αντιμνημόνιο; Υπάρχουν πολύ σοβαρότερα ερωτήματα από αυτό. Το Μνημόνιο τελειώνει τον Μάιο. Άρα ανήκει στο παρελθόν…» Υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στο να μην καταλαβαίνεις και στο να κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Είναι η διαφορά ανάμεσα στη βλακεία και στην απάτη. Ωστόσο, το πολιτικό τους αποτέλεσμα είναι το ίδιο και η αφέλεια δεν λειτουργεί απαλλακτικά. Το μνημόνιο είναι ένα εργαλείο βίαιου μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας που στην πραγματικότητα τη δεσμεύει για δεκαετίες. Ακόμη κι αν η ακύρωσή του είναι υπόθεση ενός και μόνο νομοθετήματος από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα έχει την πολιτική τόλμη και τη βούληση να το κάνει, η άρση των καταστροφικών του αποτελεσμάτων είναι υπόθεση πολλών νομοθετημάτων, πολλών και σύνθετων ενεργειών, ρήξεων και συγκρούσεων που θα πάρουν χρόνια. Το κατά φαντασίαν τέλος του μνημονίου, απλά και μόνο επειδή τον Ιούνιο η τρόικα σταματάει τις τρομοκρατικές επισκέψεις της, είναι η επινόηση στην οποία προσπαθεί να κρυφτεί το μνημονιακό μπλοκ για να σώσει το τομάρι του. Είναι το εύρημα με το οποίο ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος προσπαθούν να κατασκευάσουν το τέλος της κρίσης. Είναι η μεταμνημονιακή, εξωμνημονιακή, παραμνημονιακή φαντασίωση των κατ’ εξοχήν μνημονιοφρόνων.

 Κατά τα φαινόμενα, στην ίδια φαντασίωση, στην ίδια πολιτική απάτη επιχειρούν να επιπλεύσουν κι άλλοι. Από αφέλεια ή από δολιότητα; Θα δείξει. Ανάλογα με το πού θα τους βγάλει το ρεύμα του ποταμού. Όπου μπορεί να συναντηθούν με το παπάκι, τη μάνα του Κίτσου, τη Ρούλα του «Δράκου» και άλλους ήρωες και ξωτικά της υγρασίας και της ξηρασίας…  

ΚΙΜΠΙ

 

 

 

16/02/2014

Η καρδιά της Ευρώπης


 
Αν σας ρωτούσαν ποια χώρα θεωρείτε καρδιά της Ευρώπης, τι θα απαντούσατε; Υποθέτω ότι οι περισσότεροι θα επιλέγατε το Βέλγιο, για λόγους θεσμικούς. Εκεί βρίσκονται οι Βρυξέλλες, το σκοτεινό εργαστήριο του δόκτορος Καλιγκάρι όπου πραγματοποιούνται τα πιο τολμηρά και ακραία πειράματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μερικοί, οι πιο αθώοι και καλών προθέσεων Ευρωπαίοι, ίσως επιλέγατε τη Γαλλία, όχι για το Παρίσι της, αλλά για το Στρασβούργο της, όπου συνεδριάζει το Ευρωκοινοβούλιο εν ολομελεία κάθε μήνα. Υπάρχει όμως αυτό το μπέρδεμα , με τις έκτακτες συνόδους του που πραγματοποιούνται στις  Βρυξέλλες και με τη γραμματεία του, που είναι στο Λουξεμβούργο. Ποιο σώμα αντέχει μια καρδιά μεταμοσχευόμενη κάθε τόσο; Οι πιο ψυλλιασμένοι θα απαντούσατε πως καρδιά της Ευρώπης είναι η Γερμανία, έχοντας κατά νου είτε την καγκελαρία του Βερολίνου, που έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε ό,τι συμβαίνει στην Ευρώπη, είτε τη Φρανκφούρτη, την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που αντιστοιχεί πιο πολύ σ’ αυτό που κυρίως είναι η Ευρωπαϊκή και η Νομισματική Ένωση, ένα τραπεζικό καρτέλ.
Κι όμως, θα σας πρότεινα να το ξανασκεφτείτε, ξεφεύγοντας από τα προφανή. Η καρδιά της Ευρώπης μπορεί να πάλλεται στην Ελβετία, κι ας μην είναι αυτή μέλος της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης, ή στην Ολλανδία, που ανήκει και στις δυο. Δυο πρόσφατα γεγονότα συνηγορούν υπέρ αυτής της επιλογής. Το πρώτο είναι το δημοψήφισμα των Ελβετών που αποφάσισαν, έστω και με οριακή πλειοψηφία, να θεσπίσουν περιορισμούς στην μετανάστευση υπηκόων της Ε.Ε. Και το δεύτερο είναι ο όρκος που θα δίνουν στο εξής τα στελέχη και οι υπάλληλοι των ολλανδικών τραπεζών σε όποιον θεό πιστεύουν ότι θα φυλάσσουν ως κόρη οφθαλμού τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Δεν ξέρω ποιοι είναι οι λόγοι που η συγκεκριμένη ετυμηγορία των Ελβετών προκαλεί δυσφορία στα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας τα οποία απειλούν με συνολική αναδιαπραγμάτευση της εταιρικής σχέσης της Ελβετίας με την Ε.Ε. Στην πραγματικότητα αυτή η ξενοφοβική απόφαση είναι ίσως η πιο αυθεντική έκφραση του «ευρωπαϊκού ιδεώδους», τουλάχιστον αυτού που θεωρούν «ευρωπαϊκό ιδεώδες» οι κατασκευαστές της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης.

Η Ελβετία υπήρξε για πολλές δεκαετίες αυτό που θα ήθελε σήμερα να είναι η Ευρωζώνη. Η μεγάλη δεξαμενή του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, το θησαυροφυλάκιο του έξυπνου χρήματος, καθαρού ή βρόμικου, δηλωμένου ή αδήλωτου, φορολογημένου ή αφορολόγητου, ματωμένου ή αμόλυντου. Η ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου, πολύ πριν επινοηθεί η ευρωπαϊκή ενοποίηση, στην Ελβετία έγινε κυριολεξία σε πείσμα των παγκοσμίων πολέμων και των αιματηρών διαιρέσεων της υπόλοιπης Ευρώπης. Η Ελβετία υπήρξε καρδιά της Ευρώπης και για τους ναζί και για τους συμμάχους, και για ιμπεριαλιστές και για «απελευθερωτές», και για μαφιόζους και για ιεράρχες, και για κεφαλαιοκράτες και για ολιγάρχες, και για διεφθαρμένους και για διαφθορείς. Ήταν ο απόλυτος χώρος ελευθερίας για το χρήμα και για τους κατόχους του. Εκεί, ο όρκος πίστης στην Πίστη (την τραπεζική) δεν χρειάστηκε να είναι ρητά διατυπωμένος, γιατί εμπεριέχεται και υπονοείται στην ιδρυτική συνθήκη του κράτους που καμουφλάρει πίσω από την ουδετερότητά του την εξυπηρέτηση των πιο απεχθών καθεστώτων και μηχανισμών καταπίεσης, εκμετάλλευσης και εξευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. «Εις το όνομα του Παντοδύναμου Θεού» ομνύει το σύνταγμα της «άμεσης ελβετικής δημοκρατίας», κι είναι μάλλον δεδομένο πια ποιος είναι αυτός ο παντοδύναμος θεός που καθιστά όλες τις άλλες ελευθερίες πλην της ελευθερίας του κεφαλαίου γελοία προσχήματα.

Τα πράγματα είναι απλά. Για πολλές δεκαετίες η Ελβετία διατηρούσε το παγκόσμιο μονοπώλιο του χρηματοπιστωτικού πλυντηρίου κι αυτό της επέτρεπε (και της επέβαλλε) να προσελκύει και να απασχολεί πολλές χιλιάδες μεταναστών, κυρίως Ευρωπαίων. Τώρα, το μονοπώλιο αυτό έχει χαθεί, μπορεί η Ελβετία να διατηρεί κάποια από τα συμβολικά προνόμια- παραμένει, για παράδειγμα, έδρα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) και εργαστήριο επεξεργασίας των κανόνων της διεθνούς τοκογλυφίας (συμφωνίες της Βασιλείας)-, αλλά ταυτόχρονα πολιορκείται φορολογικά και κανονιστικά από μια Ε.Ε. που εξελίσσεται η ίδια σε τραπεζική ένωση και δεν ανέχεται κανόνες αυτοεξαίρεσης στην ελβετική νησίδα. Και η «νησίδα», με τη σειρά της, προσπαθεί να περισώσει ό,τι μπορεί από το παγκόσμιο προνόμιό της, πετώντας «σαβούρα» στη θάλασσα που δεν διαθέτει: μετανάστες, έστω κι αν αυτοί δεν είναι ρακένδυτοι, πεινασμένοι και ταλαιπωρημένοι ασιάτες, αλλά Ευρωπαίοι με λευκά και μπλε κολάρα, γκρι κουστούμια και γραβάτες.

Η ευρωκρατία προσποιείται την τσατισμένη με την απόφαση των Ελβετών, αλλά είναι δύσκολο να κρύψει ότι εδώ και πολύν καιρό πάλλεται στα σωθικά της μια αυθεντική ελβετική καρδιά, τρυφερή και γλυκιά σαν σοκολάτα όταν πρόκειται για την υγεία και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού Λεβιάθαν, σκληρή κι αναίσθητη όταν πρόκειται για την υγεία των κοινωνιών, την ελευθερία των ανθρώπων, την υποδοχή των απελπισμένων μεταναστών από την Ασία ή την Αφρική. Η ελβετική καρδιά της Ευρώπης κτυπά προ πολλού με την ακρίβεια ελβετικού ρολογιού στη Λαμπεντούζα ή στο Φαρμακονήσι. Και, δυστυχώς, απέδειξε ότι μπορεί να είναι ελβετική, παραμένοντας ταυτόχρονα ελληνική, ιταλική ή βρετανική.

Και από τούδε και στο εξής, η καρδιά της Ευρώπης μπορεί να είναι ολλανδική. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι οι Ολλανδοί, που με το σύστημα της δημόσιας πίστης πριν τέσσερις αιώνες εδραίωσαν την αποικιοκρατία τους και κατά κάποιο τρόπο έγιναν το πρώτο καπιταλιστικό κράτος στον κόσμο, κλείνουν τον ιστορικό κύκλο επινοώντας έναν όρκο εδραίωσης και της ιδιωτικής πίστης. Αφού αποφάσισαν πρώτοι να σπάσουν το ταμπού της μεταφυσικής, να ξεπεράσουν τα προσχήματα του ορθολογισμού και του πραγματισμού και να ενστερνιστούν το credo του κεφαλαίου σ’ ένα αυθεντικό Σύμβολο Τραπεζικής Πίστεως, δικαιούνται να διεκδικήσουν αυτοί την καρδιά της Ευρώπης. Να ομνύουν εις ένα θεό πατέρα ευρωκράτορα, ποιητήν δημόσιας και ιδιωτικής πίστης, που με την πρώτη ποδηγετεί κράτη, κοινωνίες, συλλογικά δικαιώματα και με τη δεύτερη απαλλοτριώνει άτομα, ιδιωτικές περιουσίες, αποταμιεύσεις και ατομικά δικαιώματα.

Ωστόσο, είτε ελβετική είτε ολλανδική είναι η καρδιά της Ευρώπης, εκείνο που δεν μπορεί να αποφύγει ποτέ είναι το έμφραγμα. Αργά ή γρήγορα θα το πάθει.

Υ.Γ. Απίστευτο! Πέρασε πάνω από μήνας από την προηγούμενη ανάρτηση. Η καρδιά του μπλογκ πάσχει από αρρυθμία…

ΚΙΜΠΙ  

 ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Το σύστημα της δημόσιας πίστης, δηλαδή των κρατικών χρεών, που τις αρχές του τις ανακαλύπτουμε κιόλας στο μεσαίωνα στη Γένουα και στη Βενετία, διαδόθηκε σ’ όλη την Ευρώπη στη διάρκεια της περιόδου της μανουφακτούρας. Το αποικιακό σύστημα με το θαλάσσιο εμπόριό του και με τους εμπορικούς του πολέμους του χρησίμευσε σαν θερμοκήπιο. Έτσι στέριωσε πρώτα στην Ολλανδία. Το δημόσιο χρέος, δηλ. το ξεπούλημα του κράτους –αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος– βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι τού λεγόμενου εθνικoύ πλούτου, που στoυς σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού είναι το δημόσιο χρέος τους. Γι’ αυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Κι από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματoς ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος.

Καρλ Μαρξ, «Το Κεφάλαιο, τόμος Α΄»

 

 

14/01/2014

Η εξαφάνιση της ατζέντας...

... και ο αποπληθωρισμός του χρόνου



Τώρα το πήρα είδηση. Έχουν εξαφανιστεί οι ατζέντες. Είναι μέσα Ιανουαρίου και δεν κυκλοφορεί στο σπίτι ούτε μια ατζέντα 2014. Πριν δυο τρία χρόνια, τέτοιες μέρες, στο σπίτι ή στη δουλειά συσσωρεύονταν ατζέντες και ημερολόγια της νέας χρονιάς. Ατζέντες κάθε λογής. Μικρές, μεσαίες, μεγάλες, με χάρτινα ή πλαστικά εξώφυλλα, κι άλλες δερματόδετες, ντιζαϊνάτες, απλές, με το ημερολόγιο και το εορτολόγιο, ή άλλες, «υπερπαραγωγές», απευθυνόμενες σε πολίτες ή επενδυτές του κόσμου που έπρεπε να γνωρίζουν τη διαφορά ώρας μεταξύ Τόκιο και Βερολίνου, τις χιλιομετρικές αποστάσεις ανάμεσα σε όλες τις πρωτεύουσες, τα εθνικά νομίσματα, τα μέτρα και τα σταθμά κάθε χώρας, τα τηλέφωνα των τραπεζών, των πρεσβειών και των αεροπορικών εταιρειών. Υπήρχαν οι ατζέντες – επιχειρηματικά δώρα που κάθε τράπεζα και κάθε εισηγμένη επιχείρηση που σεβόταν τον εαυτό της φρόντιζε να στείλει μαζί με τα «χρόνια πολλά» εκ μέρους του διευθύνοντος συμβούλου και της (συνήθως) υπευθύνου δημοσίων σχέσεων σε ένα ευρύ κύκλο πελατών και «πελατών». Οι ατζέντες των συλλόγων απανταχού Σαρακατσάνων, τα ημερολόγια των σωματείων, των προσκόπων, του φαρμακείου της γειτονιάς, σπανιότερα του φούρναρη ή του βιβλιοπώλη. Ατζέντες αφιερωμένες στην ποίηση, στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική και ατζέντες ιστορικών επετείων ή μελλοντολογικών προβλέψεων. Η αφθονία της ατζέντας, εκτός από το ότι εξυπηρετούσε την αφθονία των δημοσίων σχέσεων, υπονοούσε και μιαν αφθονία χρόνου που έπρεπε να οργανωθεί, να κατατμηθεί, να κατανεμηθεί, να ταξινομηθεί, να εξοικονομηθεί, να επενδυθεί, να πολλαπλασιαστεί, να επιμηκυνθεί με συγκεκριμένους τρόπους και εναλλακτικές. Ο χρόνος όφειλε πράγματι να είναι από πολλές απόψεις χρήμα.

Υπάρχουν, βέβαια, οι ατζέντες των κινητών, ημερολόγια μέχρι το 2042, σωτήριον έτος αποπληρωμής του χρέους, υπάρχουν τα προγράμματα υπενθύμισης γιορτών, γενεθλίων, ραντεβού στα κινητά, στα PC, στα τάμπλετ και στα λάπτοπ, αλλά δεν έχουν τη χάρη και το στυλ μιας δερματόδετης ατζέντας με επιμελημένη χρυσοτυπία στο εξώφυλλό της, ούτε το κύρος των organizer και των filofax που πρόβαλλαν στους γύρω την εικόνα ανθρώπου που ελέγχει τον χρόνο, τους μήνες, τις εβδομάδες, τις μέρες, τις ώρες, που δεν έχει χρόνο για χάσιμο. (Τις περισσότερες φορές, στα περισσότερα σπίτια και γραφεία, οι περισσότερες ατζέντες κατέληγαν στα σκουπίδια, έπειτα από μερικές εβδομάδες αχρησίας. Προσωπικά, ουδέποτε κατάφερα να χρησιμοποιήσω μιαν ατζέντα με συνέπεια πέρα από τον πρώτο μήνα του χρόνου, τον μήνα των υποσχέσεων καλής επανεκκίνησης. Έπειτα, αρκούσε η μνήμη και οι πρόχειρες σημειώσεις σε χαρτιά και τετράδια, σπανιότερα στις πίσω σελίδες βιβλίων. Μια στις δυο σημειώσεις ή υπενθυμίσεις χάνονταν. Πιθανότατα αυτός ήταν ο προορισμός τους).

Οι ατζέντες εξαφανίστηκαν. Η προφανής αιτία είναι ότι η ύφεση έπληξε και την άλλοτε ανθούσα αγορά επιχειρηματικού δώρου, ότι για τις επιχειρήσεις ήταν σχεδόν αυτονόητη η περικοπή των πιαρίτικων δαπανών. Το λιγότερο προφανές είναι ότι ο χρόνος έχει αυτονομηθεί επικίνδυνα από τους όρους επιβίωσής μας. Ο ημερολογιακός χρόνος σηματοδοτείται περισσότερο από τα χρονοδιαγράμματα των επισκέψεων της τρόικας, των συνεδριάσεων του Eurogroup, των εκδόσεων εντόκων γραμματίων, παρά από τις πραγματικές ανάγκες των πραγματικών ανθρώπων. Πέρα από αυτά τα εικονικά ορόσημα, για τους περισσότερους ανθρώπους αυτής της άχρονης χώρας ο χρόνος σηματοδοτείται από τις ημερομηνίες λήξης των λογαριασμών και των δόσεων στην εφορία. Όλα τα άλλα κινούνται στον χώρο του απροσδόκητου. Δεν ξέρεις αν και πότε θα πληρωθείς για να μπορείς να πληρώσεις, δεν ξέρεις αν τον επόμενο μήνα θα έχεις δουλειά, κι αν ήδη δεν έχεις δουλειά δεν έχει νόημα να προγραμματίσεις τίποτα που να χρειάζεται να το σημειώσεις με αδρά και υπογραμμισμένα γράμματα σε μιαν ατζέντα. «25 Ιανουαρίου , ραντεβού με Κώστα ώρα 3 για καφέ στη Βικτώρια». Κι αν στις 25 Ιανουαρίου δεν έχεις ούτε δεκάρικο για τη βενζίνη του δρομολόγιου;

Μεταξύ των άλλων, στη μνημονιακή μπανανία έχει αποπληθωριστεί κι ο χρόνος. Πράγμα λογικό, όταν οι πάτρωνες της χώρας υπόσχονται «επιστροφή στην κανονικότητα» σε μια δεκαετία και βάλε. Πολύ μακρύς χρόνος για να έχει σημασία ο ζωντανός, βιωμένος χρόνος. Έχετε παρατηρήσει στα βλέμματα ορισμένων ανθρώπων μιαν υπόνοια ότι βιάζονται να τελειώσει κι αυτή η χρονιά, αυτή η δεκαετία, αυτή η ζωή χωρίς να χρειαστεί να σημειώσουν τίποτε αξιόλογο και σημαντικό στην ατζέντα της;

ΚΙΜΠΙ

01/01/2014

La Grande Belezza di Dolce Vita

(Πεντάρφανο κείμενο Νο 3)

Πρωθυστερόγραφο: Τόσον καιρό δεν έχω αφήσει «ατάιστο» αυτό το μπλογκ. Δυο εβδομάδες παραπάει. Θα μού πεθάνει από ασιτία. Έστω κι ένα πεντάρφανο κείμενο το χρειάζεται. Τους λόγους της «ορφάνιας» τους εξήγησα στο πρώτο ορφανό κείμενο, αρχές Δεκέμβρη. Οι λόγοι παραμένουν, χάρη στην «ανάπτυξη που έρχεται» και στην επιχειρηματική ελίτ- αλήτ που ελέγχει τα ΜΜΕ της χώρας (ο Επενδυτής εκτός περιπτέρου, οι εργαζόμενοι απλήρωτα ζόμπι: ούτε άνεργοι, ούτε απολυμένοι, ούτε εργαζόμενοι. Άλλη ιστορία αυτό, θα εξηγηθεί άλλη φορά). Για το «ατάιστο» μπλογκ, λοιπόν: αναρωτήθηκα τι καλό μου συνέβη τις τελευταίες μέρες κι αξίζει μ’ αυτό ν’ αποχαιρετίσει κανείς το σιχτιρισμένο 2013 και να υποδεχτεί το χτικιάρικο 2014. Σκέφτηκα, σκέφτηκα και κατέληξα στον Σορεντίνο και στην «Τέλεια ομορφιά» του. Κι απ’ εκεί πρόκυψε το παρακάτω κείμενο.

******

Η Dolce Vita του Φελίνι πρωτοπροβλήθηκε τη χρονιά που γεννήθηκα. Εγώ την είδα πρώτη φορά με καθυστέρηση δεκαπέντε χρόνων, στην ακμή μιας εφηβείας που οι ορμόνες χτυπούσαν κατακέφαλα και η ανησυχία κατακούτελα. Την είδα από τότε κι άλλες φορές, αλλά η πρώτη φορά είναι πάντα πρώτη φορά: αξέχαστη. Θυμάμαι ξεκάθαρα λεπτομέρειες που είχαν μια περίεργη επίδραση στο συγκεχυμένο εφηβικό μου σύμπαν. Μα πιο πολύ θυμάμαι την τελευταία σκηνή. Ένα κοριτσίστικο πρόσωπο, καθαρό, αθώο, σαν αγγελούδι του Ραφαήλ ή του Μιχαήλ Άγγελου, με ένα χαμόγελο στα χείλη παρακολουθεί τον ήρωα της ταινίας Μαρτσέλο να απομακρύνεται, έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να του θυμίσει, με παντομίμα και φωνές που τις παίρνει ο αέρας και τα κύματα της θάλασσας, την τυχαία συνάντηση και γνωριμία τους λίγες μέρες πριν, στην ταβέρνα του πατέρα της. Ο Μαρτσέλο αδυνατεί ή δεν θέλει να θυμηθεί, επιστρέφει στον στιλπνό και ματαιόδοξο κόσμο του, το κορίτσι του χαμογελά μ’ ένα μίγμα απογοήτευσης και συμπάθειας. Τέλος.

Αυτό το πλάνο της Dolce Vita ήταν ίσως το βασικό κίνητρο για να δω- με αρκετή καθυστέρηση- την ταινία του Σορεντίνο La Grande Bellezza. Είχα ήδη ακούσει και διαβάσει αρκετά για τον «διάλογο» της ταινίας με τον μακρινό πρόγονό της (η χρονική απόστασή τους αντιστοιχεί ακριβώς στην ηλικία μου, πράγμα αδιάφορο για οποιονδήποτε άλλο εκτός από μένα), κάτι που γίνεται εντελώς προφανές σε όποιον έχει συγκρατήσει στο μυαλό του το αδρό στόρι της ταινίας του Φελίνι. Ο δημοσιογράφος Μαρτσέλο του Φελίνι και ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Τζεπ του Σορεντίνο μπορεί κανείς να πει ότι είναι πάνω κάτω το ίδιο πρόσωπο, με τις περίπου πέντε δεκαετίες που τους χωρίζουν και με την κυνική αυτογνωσία που έχει αποκτήσει ο δεύτερος, έχοντας πρωταγωνιστήσει για χρόνια στο ριάλιτι της παρακμής. Η διαφορά τους είναι ότι ο Τζεπ, ίσως σαν ηλικιωμένος Μαρτσέλο, έχοντας περιπλανηθεί για χρόνια ανάμεσα στα επιβλητικά ερείπια της Αιώνιας Πόλης, έχοντας δοκιμάσει όλες τις ηδονές που αυτή επιφυλάσσει για τους εκλεκτούς της ματαιόδοξης, κουρασμένης, κορεσμένης, ξεπεσμένης, αφελούς, αφασικής ελίτ, ανακαλύπτει την τέλεια ομορφιά που ανεπιτυχώς για χρόνια αναζητούσε επιστρέφοντας στο παρελθόν. Τη βρίσκει στο πρόσωπο μιας εικοσάχρονης, στο νεανικό της στήθος που του αποκαλύφθηκε , στο φιλί που δέχτηκαν τα χείλη του στα 18 του χρόνια, κάτω από ένα φάρο, στα βράχια μιας ακτής που ο Τζεπ εγκατέλειψε για την ατελή αιώνια ομορφιά της Ρώμης. Η Πάολα του Μαρτσέλο και η Ελίζα του Τζεπ είναι πάνω κάτω το ίδιο αισθητικό και ερωτικό αρχέτυπο, αλλά μόνο η γηραλέα ματιά του Τζεπ, ο θάνατος που έχει ήδη επέλθει (της Ελίζας) και αυτός που πλησιάζει (του Τζεπ, της αιώνιας πόλης, της Δύσης;) αποκαλύπτουν το παραγνωρισμένο μεγαλείο του.

Εισβάλλουμε σε ξένα νερά, κλέβουμε το μεροκάματο των κριτικών όσοι νιώθουμε την ανάγκη να γίνουμε «κριτικοί» μ’ αφορμή μια ταινία, αλλά η πρόθεση δεν είναι αυτή. Περισσότερο είναι η ανάγκη να μοιραστούμε την ειδική αισθητική και ιδεολογική επίδραση που έχει πάνω μας ένα καλλιτεχνικό έργο, πέρα από τους κώδικες της κριτικής. Παρακολουθώντας τις κάμερες του Σορεντίνο να κινούνται νωχελικά πάνω στα ογκώδη μνημεία της Ρώμης, να κυλούν στα ήρεμα νερά του Τίβερη, να τρυπώνουν στα «παλάτσα», στα μουσεία, στους μυστικούς κήπους των αγαλμάτων, στις πολυτελείς «ταράτσες» με θέα ο Κολοσσαίο, στα ολονύκτια πάρτι μιας αφρόκρεμας που αρνείται να αντιληφθεί ότι ο χρόνος της ευδαιμονίας της έχει προ πολλού παρέλθει, αναρωτιέσαι αν αυτό είναι ένας ύμνος ή ένα μνημόσυνο. Μνημόσυνο  της Ρώμης, της Ιταλίας, της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και των διαδόχων της, ενδεχομένως ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού του οποίου απαύγασμα υποτίθεται πως είναι η σημερινή Ευρώπη. Ο ναρκισισμός της ετερόκλητης ρωμαϊκής ελίτ, που στην ταινία του Σορεντίνο περιφέρεται σε μπερλουσκονικά πάρτι, σε ναούς του bottox και σε αυτοκρατορικά μνημεία, είναι ένας θανάσιμος ναρκισισμός. Τρεις θάνατοι οριοθετούν την ταινία: ο θάνατος της Ελίζας, του εφηβικού, ανολοκλήρωτου έρωτα του Τζεπ, η αυτοκτονία ενός νεαρού σχιζοφρενούς γόνου αριστοκρατικής οικογένειας, το τέλος μιας ώριμης στριπτιζέζ από κάποια ανίατη νόσο. Ούτε καν αυτοί οι θάνατοι μπορούν να λειτουργήσουν σαν ευεργετικό σοκ για να δώσουν ένα τέλος στην υπαρξιακή περιδίνηση του ήρωα της ταινίας. Παρά τα 53 χρόνια που μεσολάβησαν, ο Μαρτσέλο της Dolce Vita άλλαξε ελάχιστα. Τη θέση της αβάσταχτης ελαφρότητάς του πήρε απλώς ο αβάσταχτος κυνισμός του Τζεπ της Grande Belezza.

Τι θέλει να πει ο ποιητής; Δεν ξέρω αν ο Σορεντίνο ήθελε να μιλήσει απλώς για τη Ρώμη, την Ιταλία, τον Φελίνι, την παρακμή της ιθύνουσας τάξης στη χώρα του, την υποκρισία της διανόησης, την κρίση του γήρατος. Εγώ «διαβάζω» κι έναν πικρόχολο, καλαίσθητο, μακρύ αποχαιρετισμό σε όλη τη Δύση, σε όλη τη σύγχρονη Ευρώπη που στην πραγματικότητα γεννήθηκε εκεί, στις όχθες του Τιβερη, όχι στη σκιά της σκιά της Ακρόπολης όπως κάποιοι θέλουν να πιστεύουν. Η Ευρώπη είναι ο τελευταίος απόγονος μιας αυτοκρατορίας και το μνημείο που της ταιριάζει είναι το Κολοσσαίο, αυτό που βρίσκεται αντίκρυ στην ταράτσα του Τζεπ και υπενθυμίζει πως οι μακρινοί πρόγονοι των καλεσμένων του στα ολονύκτια πάρτι διασκέδαζαν με τις θανατηφόρες συγκρούσεις μονομάχων ή με τους κατασπαρασσόμενους από θηρία μελλοθάνατους. Η Ευρώπη μοστράρει τα επιβλητικά ρωμαϊκά και αυτοκρατορικά μνημεία της, τους περίτεχνους καθεδρικούς της, τα αρχιτεκτονικά της επιτεύγματα, τους εικαστικούς θησαυρούς της, τις κορυφώσεις της πνευματικής της παραγωγής και προσπαθεί με επιλεκτική μνήμη να κρύψει κάτω από το χαλί τα σκουπίδια της ιστορίας της: ποταμούς αίματος, γενοκτονίες, ανθρωπιστικά εγκλήματα, εθνικοί ανταγωνισμοί. Προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατηθεί στην κορυφή του κόσμου, υποδύεται ότι βρίσκεται στην ακμή της, κρύβει με τη νοσταλγία του λαμπερού παρελθόντος της το σκοτεινό της μέλλον. «Χαλαρώστε και απολαύστε το τέλος», είναι κατά κάποιο τρόπο το κυνικό μήνυμα του πρωταγωνιστή της Dolce Vita του 2013. Αυτός τουλάχιστον το έχει καταλάβει. Τα κωθώνια που οδηγούν το τρένο της Ευρώπης έχουν πάρει πρέφα τίποτα; Όχι. Πιάνονται ο ένας πίσω από τον άλλο και χοροπηδάνε σε μπιντάτους ρυθμούς με άψογο μπερλουσκονικό στυλ «μπούγκα- μπούγκα».

Η Ευρώπη μοιάζει με τα «τρενάκια» στα πάρτι του Τζεπ Καπαρντέλα, με θέα το Κολοσσαίο. «Δεν είναι ωραία τα τρενάκια που κάνουμε στα πάρτι μας; Είναι τα πιο ωραία τρενάκια του κόσμου γιατί δεν φτάνουν σε κανένα σταθμό».

ΚΙΜΠΙ

 

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...