18/02/2023

Το Τετράγωνο της Αθηναϊκής Τριλογίας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 18-19/2/2025


Στο «Τετράγωνο» του Ρούμπεν Εστλουντ, που είχε πάρει Χρυσό Φοίνικα πριν από πέντε-έξι χρόνια, ένα πρωτοποριακό μουσείο σχεδιάζει μια εγκατάσταση με κεντρικό στοιχείο ένα τετράγωνο 4x4 μέτρα χαραγμένο στο έδαφος με την προσδοκία να αποτελέσει «καταφύγιο εμπιστοσύνης και συμπόνιας» για τους επισκέπτες. Τόσης εμπιστοσύνης, που οι επισκέπτες καλούνται να αφήσουν πορτοφόλια, κινητά, ό,τι πολύτιμο έχουν μαζί τους σε έναν άδειο χώρο, με την πεποίθηση ότι θα το ξαναβρούν. Η ταινία -εύστοχη κινηματογραφική τρολιά του Σουηδού σκηνοθέτη- καταλήγει σε μια παρωδία της πολιτικής ορθότητας των καθωσπρέπει δυτικών κοινωνιών, όπου οι στομφώδεις διακηρύξεις εμπιστοσύνης πνίγονται στη δυσπιστία και στον ανελέητο ανταγωνισμό.

Αν και η Ελλάδα οριακά μπορεί να συγκαταλεγεί στις «καθωσπρέπει δυτικές κοινωνίες» όπως η σουηδική, παρά τον μακρόχρονο, εντατικό εκδυτικισμό της, διαθέτει ένα τετράγωνο όχι 4x4, αλλά 200x200 (περίπου). Το ιστορικότερο οικοδομικό τετράγωνο της βαυαρικής Αθήνας, όπως σχεδιάστηκε από τους Χάνσεν και Κλεάνθη, που περικλείει τα δύο από τα νεοκλασικά μνημειακά κτίρια της λεγόμενης «Αθηναϊκής Τριλογίας», στην οποία αυτή την περίοδο συντελείται ένα παράδοξο πείραμα εμπιστοσύνης και συνύπαρξης των πιο ακραίων και αντιφατικών στοιχείων της ελληνικής πραγματικότητας. 

Ο λόγος για το τετράγωνο που περικλείεται μεταξύ Πανεπιστημίου, Σίνα, Ακαδημίας και Ρήγα Φεραίου, με μοναδικά κτίρια αυτά της Ακαδημίας και του Πανεπιστημίου. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι περνάμε κάθε μέρα από εκεί, με μια αξιοσημείωτη ανοσία ή αδιαφορία για τα «έπη» που εξελίσσονται εντός του τετραγώνου. Στο πέρασμα ανάμεσα στα δύο εμβληματικά κτίρια κάθε μεσημέρι αναπτύσσεται η πιο διαφανής πιάτσα ναρκωτικών της πόλης. Δεκάδες καταρρακωμένα πλάσματα, με ισχνά και γεμάτα πληγές σώματα, γυναίκες και άνδρες απροσδιόριστης ηλικίας, περιμένουν με αγωνία τους πωλητές, που πάντως σκούζουν με παρρησία ντελάλη: «Οποιος είναι να ψωνίσει να έρθει τώρα!» Οι «πελάτες» τούς περιστοιχίζουν διαπληκτιζόμενοι κι αφού ψωνίσουν ακροβολίζονται στα παγκάκια ή πίσω από τους θάμνους και τρυπιούνται. Στο στήθος, στο πέος, στο πόδι, όπου έχει απομείνει φλέβα. Ολη η οδυνηρή τελετουργία γίνεται στο φως της μέρας, μπροστά στα χαμηλωμένα ή απλώς αδιάφορα βλέμματα εκατοντάδων περαστικών που διασχίζουν την πιάτσα απλώς προσέχοντας μην πατήσουν καμιά σύριγγα. Ή καμιά κουράδα. Γιατί το πέρασμα, ιδιαίτερα στον τοίχο του Πανεπιστημίου, είναι ένα κανονικό δημόσιο αφοδευτήριο για τα ανθρώπινα ράκη, που έχουν προ πολλού υπερβεί κάθε όριο ντροπής και αυτοεκτίμησης. 

Στην απέναντι του δημοσίου αφοδευτηρίου πλευρά, στη μάντρα που περικλείει το μαυσωλείο του ελληνικού πνεύματος, την Ακαδημία Αθηνών, που ο εξαιρετικός κήπος της έχει τουλάχιστον τη χρησιμότητα πάρκινγκ για τους λιγοστούς καθημερινούς ενοίκους της, γίνονται δύο παράλληλες ανασκαφές. Η μία σε ελάχιστο βάθος, μόλις ενός μέτρου, έχει αποκαλύψει μια αρχαία ή μεσαιωνική θεμελιοδομή, που δυο-τρεις αρχαιολόγοι προσπαθούν να διασώσουν στα λίγα τετραγωνικά της. Κατά σύμπτωση, τη διασχίζει ένας μεταλλικός σωλήνας αποχέτευσης, που προφανώς μεταφέρει άλλων περιοίκων λύματα και αφοδεύματα. Στην άλλη ανασκαφή, τεράστια και σε βάθος δεκάδων μέτρων, γράφεται ακόμη ένα επεισόδιο του σύγχρονου εργολαβικού έπους, με ακόμη μία γραμμή και σταθμό μετρό που χτίζεται κάτω από το τεράστιο εργοτάξιο, κλεισμένο πίσω από λαμαρίνες και απαγορευτικές πινακίδες. 

Αφού περάσει κανείς τα πενήντα μέτρα ανθρώπινης καταρράκωσης, πνευματικής χαύνωσης και κατασκευαστικού οργασμού, φτάνει σε αυτό που ήταν κάποτε το πιο φωτεινό, ανοιχτό και κοινωνικά ζωντανό κομμάτι της μητρόπολης: τα Προπύλαια. Ή, για την ακρίβεια, ό,τι έχει μείνει από αυτή τη μεγάλη πλατεία διαμαρτυρίας και νεανικής διεργασίας. Αποκλεισμένα από τα εργολαβικά, φαιοπράσινα «συρματοπλέγματα» του Μεγάλου Περιπάτου, τα Προπύλαια έχουν αποστειρωθεί από την ενοχλητική συλλογική, ανθρώπινη παρουσία, κι αυτό αποδεικνύεται το πιο αποτελεσματικό τρικ κατάλυσης του πανεπιστημιακού ασύλου. 


Κι έπειτα είναι ο ίδιος ο «Περίπατος», το κατασκευαστικό έπος του μελλοντικού ιδιοκτήτη της χώρας, που θα κλείσει τη θητεία του ως δήμαρχος της πόλης έχοντας μετατρέψει την Πανεπιστημίου σε μια ανοιχτή πληγή, έναν διάδρομο μπάζων και ακατάληπτων εκσκαφών και επιχωματώσεων, έναν λαβύρινθο για περαστικούς, επιβάτες του μετρό και των λεωφορείων που στριμώχνονται ανάμεσα στους μπερντέδες του εργολαβικού έπους απροσδιόριστου κόστους και στο μόνιμο Μεγάλο Μποτιλιάρισμα, το μόνο μεγάλο που έχει προκαλέσει η μικρονοϊκή σύλληψη του Μεγάλου Περιπάτου. 


Ολη η Ελλάδα με τις παθογένειές της σε ένα τετράγωνο; Ισως είναι υπερβολή να το πει κανείς αυτό, αλλά πού αλλού συγκλίνουν τόσα ετερόκλητα συστατικά της κοινωνικής πραγματικότητάς μας, από τον κατεστραμμένο κι εγκαταλελειμμένο πάτο της μέχρι τη νοσηρή, αλαζονική και άπληστη κορυφή της; 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.

Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια

όλα τα χρήματά μου τάφαγε:

αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.


Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.

...............................................


Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω

να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.

Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους -

τους ξέρουμε τους προκομμένους: να τα λέμε τώρα;

αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.


Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,

κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,

θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.

Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,

πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.


Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.


Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη

για το αψήφιστο της εκλογής.

Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.


Aλλά, κατεστραμμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.

Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.

Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί

να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.

Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.


Κ.Π. Καβάφη, «Ας φρόντιζαν» (1930)


11/02/2023

Ατεχνη ανοησία

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 11-12/02/2023



Ομολογώ τη θεμελιώδη άγνοιά μου στην ψηφιακή τεχνολογία. Και παρότι είμαι, όπως όλοι μας, εκών άκων χρήστης μερικών από τις αναρίθμητες εφαρμογές και εκδοχές της τεχνητής νοημοσύνης, η δυνατότητα κατανόησής της παραμένει στο επίπεδο της φυσικής ανοησίας. Μπορεί αυτό να είναι ψιλο-υπερβολή για να υπηρετηθεί το σχήμα λόγου (τεχνητή νοημοσύνη>< φυσική ανοησία), αλλά μερικές φορές αισθάνομαι πραγματικά χαζός και πιθανότατα θα παραμείνω για τις επόμενες λίγες δεκαετίες του βίου μου, καθώς η AI (Artificial Intelligence) και τα ρομπότ θα εξελίσσονται αλματωδώς, αλλά ο δικός μου νους θα μένει καθηλωμένος στα πενιχρά κεκτημένα της αναλογικής εποχής. 

Με παρηγορεί, ωστόσο, η ιδέα ότι τα επιτεύγματα του γενναίου νέου κόσμου για τα οποία επαίρονται οι πολυεθνικές της τεχνητής νοημοσύνης προέρχονται από ανθρώπους της γενιάς μου και λίγο μικρότερους. Οι ιδιοκτήτες της Google είναι ήδη πενηντάρηδες, ο Μπέζος κοντεύει τα 60 και ο Γκέιτς είναι ήδη 67. Ακόμη πιο παρηγορητικό είναι πως αρκετοί συνομήλικοι φίλοι που δεν είχαν αλλεργία στα μαθηματικά, τη φυσική και τις λεγόμενες θετικές επιστήμες δεν έχουν καμιά αμηχανία και κανένα μεταφυσικό δέος απέναντι στα μηχανήματα του διαβόλου, τους αλγόριθμους και τα ρομπότ. Κι αν χρειαστεί, θα βάλουν ένα χέρι βοήθειας. 

Ισως η πιο αισιόδοξη και θετική είδηση των τελευταίων ημερών για το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης είναι ότι το Bard της Google έκανε λάθος. Αδιάφορο αν η εταιρεία έχασε μετά 100 δισ. δολάρια χρηματιστηριακή αξία, μην ανησυχείτε, σε δυο βδομάδες μπορεί να την ανακτήσει γιατί, ανεξάρτητα από τις γκάφες της τεχνητής νοημοσύνης, η αγελαία κερδοσκοπική ανοησία της αγοράς είναι αήττητη. Η είδηση ότι το Bard όπως και το ChatGPT κάνουν λάθη είναι αισιόδοξη γιατί μας θυμίζει πως είναι ανθρώπινες κατασκευές. Οι μηχανές μπορούν να είναι τόσο σοφές, τόσο έξυπνες, αλλά και τόσο χαζές και τόσο άσχετες όσο τα δισεκατομμύρια ανθρώπων των οποίων τη γνώση και την άγνοια ενσωματώνουν. Οι πληροφορίες που διαχειρίζονται και επεξεργάζονται τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης της Google ή της Microsoft είναι οι πληροφορίες που εμείς διαθέτουμε και εισάγουμε στην τεράστια ψηφιακή δεξαμενή δεδομένων της ανθρωπότητας. Αλλά, μαζί με τις τεκμηριωμένες, επιστημονικά διασταυρωμένες πληροφορίες εισάγουμε και δοξασίες, θρησκευτικές πεποιθήσεις, θεωρίες συνωμοσίας, παρανοήσεις και απλές μπούρδες. Το λάθος είναι ο πρόγονος του σωστού. Είναι ο τρόπος που ο ανθρώπινος εγκέφαλος μαθαίνει διορθώνοντας διαρκώς τον εαυτό του. 

Το ανθρώπινο λάθος του Bard μας θυμίζει ότι το πρωταρχικό ερώτημα στο οποίο οι μηχανές απαγορεύεται να κάνουν λάθος είναι αυτό: Ποιος σας έφτιαξε; Αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι τόσο αυτονόητη ώστε ακόμη και οι «αυτοκράτορες» της ΑΙ δεν μπορούν να κρύψουν ότι οι μηχανές είναι προϊόντα της συλλογικής ανθρώπινης διάνοιας, την οποία αυτοί απλώς ιδιοποιούνται, στο επόμενο ερώτημα οι δρόμοι μας όχι απλώς χωρίζουν, αλλά μας βάζουν σε τροχιά σύγκρουσης: «Και ποιον ωφελείτε;» είναι το ερώτημα που οφείλει να απευθύνει στις μηχανές κάθε πολίτης του ψηφιακού σύμπαντος. Οχι μόνο ως αμήχανος Λουδίτης της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, αλλά και ως καταναλωτής-συμπαραγωγός κάθε προϊόντος τεχνητής νοημοσύνης, με κάθε εφαρμογή που χρησιμοποιεί στο κινητό του, με κάθε «κούκι» που αποδέχεται, με κάθε ανάρτηση που κάνει ανυποψίαστος στα σόσιαλ, διά να απολαύσει την εκτίμηση του πλήθους και τα λάικ των ακολούθων. 

Οι ίδιες οι μηχανές ίσως αδυνατούν να απαντήσουν στο ερώτημα «ποιον ωφελείτε;» χωρίς να αποφύγουν τις προγραμματισμένες κοινοτοπίες ότι τα ρομπότ είναι απλώς υπηρέτες των ανθρώπων. Αλλά οι διαχειριστές, ιδιοκτήτες και πωλητές των μηχανών ήδη απαντούν με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο. Οι δεκάδες χιλιάδες απολύσεις που ανακοινώνουν εδώ και μήνες οι τεχνολογικοί κολοσσοί της Silicon Valley ενσαρκώνουν το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου της ψηφιακής ολιγαρχίας του πλανήτη: η τεχνητή νοημοσύνη και τα ρομπότ είναι γι’ αυτούς το μέσο απαλλαγής από την ενοχλητική μισθωτή εργασία, από τη φυσική παρουσία των εργαζομένων, με τα μπλε ή τα λευκά κολάρα τους, με τις απαιτήσεις, τις δυσφορίες, τις διεκδικήσεις τους. Με τις ατομικές κι αυθόρμητες ή με τις οργανωμένες και συλλογικές αντιδράσεις τους. 

Θεωρητικά η τεχνητή νοημοσύνη, τα ρομπότ και η αυτοματοποίηση της παραγωγής, που ενσωματώνουν τη συλλογική ευφυΐα της ανθρωπότητας από την ανακάλυψη της φωτιάς μέχρι το Bard, είναι η μεγάλη της ευκαιρία να κάνει χειροπιαστό το όραμα του Λαφάργκ για το δικαίωμα στην τεμπελιά. Δηλαδή, για τη χειραφέτηση του είδους μας από την εργασία ως καταναγκασμό. Αν τα ρομπότ κάνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος της βρομοδουλειάς, διανοητικής ή χειρωνακτικής, απελευθερώνεται όλο και περισσότερος χρόνος για απόλαυση και δημιουργική σχόλη. Ο χρόνος της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας περιορίζεται θεαματικά, παρότι η παραγωγικότητά της απογειώνεται ακόμη πιο θεαματικά. Για να το πούμε πολύ απλά, η τεχνητή νοημοσύνη, που είναι η δική μας, ανθρώπινη νοημοσύνη πολλαπλασιασμένη ψηφιακά, επιτρέπει με ένα μισαωράκι δουλειάς να παράγεις πλούτο που αντιστοιχεί σε κοπιαστική εργασία ετών της αναλογικής εποχής. Καθόλου άσχημα, έτσι; 

Αυτό είναι το μυστικό της τεχνητής νοημοσύνης που η ολιγαρχία των αλγορίθμων θέλει να αποκρύψει πάση θυσία. Δεν είναι άχρηστοι και περιττοί οι χιλιάδες και εκατομμύρια εργαζόμενοι που οι θέσεις εργασίας τους καταργούνται. Ισα ίσα, είναι πιο πολύτιμοι και παραγωγικότεροι από ποτέ. Θα έπρεπε να δουλεύουν λιγότερο από ποτέ και να αμείβονται περισσότερο από ποτέ. Χρυσοφόρο μυστικό, που υποχρεώνει τους ολιγάρχες της τεχνητής νοημοσύνης να την περιβάλλουν με τόσο μυστικισμό και φαντασιοπληξίες που τη μεταλλάσσουν στο αντίθετό της, μια άτεχνη ανοησία.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Η φυσική νοημοσύνη, η μόνη που υπάρχει πραγματικά, είναι χαρακτηριστικό του κοινωνικού ανθρώπου κι αυτό που ονομάζουμε τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι παρά ένα από τα αξιοθαύμαστα προϊόντα της εργασίας του. Από τις δικές του επιλογές και μόνο εξαρτάται αν αυτή η καινούργια, ισχυρότατη παραγωγική δύναμη που διαχέεται σε όλες τις πλευρές της σύγχρονης ζωής θα αποδειχθεί ιστορικά μέσο χειραγώγησης ή εργαλείο απελευθέρωσης. 

Πέτρου Παπακωνσταντίνου, «Ανθρωποι και ρομπότ» 


04/02/2023

Δελτίο καιρού

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 4-5/2/2023


Ακούω ότι πλακώνονται οι μετεωρολόγοι –οι κανονικοί, όχι οι Weathermen των σίξτις/σέβεντις– για το πόσο βαρύς είναι ο χιονιάς που έρχεται. Μια παράδοξη προσμονή τη βλέπεις και στα δελτία ειδήσεων: «Πείτε μας, κ. Αρνιακέ, θα δούμε χιόνι και στο κέντρο της Αθήνας;». «Χριστίνα, πόσο κάτω από το μηδέν θα πέσει ο υδράργυρος;». Θένε δε θένε, και οι γουέδερμεν μπαίνουν στο παιχνίδι. Αλλά από τότε που ο καιρός έγινε ριάλιτι πλανητικών διαστάσεων –και ιδεολογική διαχωριστική γραμμή των μετεωρολόγων–, έσπασαν κι αυτοί σε ομάδες και σχολές πρόβλεψης. Κι άργησαν κιόλας, αν πάρουμε υπόψη ότι παράγωγα καιρού από τη δεκαετία του ’90 παίζουν σε όλα τα καθωσπρέπει χρηματιστήρια κόσμου. 

Κι εντάξει, πες ότι στα τερατώδη που συμβαίνουν στις αμερικανικές ακτές του Ατλαντικού, με τους τυφώνες και κυκλώνες με τα γυναικεία ονόματα (μετεωρολογικός μισογυνισμός;) που αφήνουν πίσω τους συντρίμμια και νεκρούς, έχει ένα νόημα το παιχνίδι με τα μετεωρολογικά παράγωγα. Εδώ, τι ζόρι τραβάνε για το πόσο χιόνι θα φέρει η «Μπάρμπαρα»; Ας φέρει. Τι να κάνουν και τα ποτάμια, αν δεν ασπρίσουν λίγο τα βουνά; Να στερέψουν; Και τόσο ήλιο που μαζέψαμε οκτώ μήνες τώρα, τι να τον κάνουμε; Δεν αποθηκεύεται η ηλιοφάνεια, να τη βγάλεις σε ώρα ανάγκης.

Ας μαλώνουν οι γουέδερμεν για τα βαρομετρικά τους και πόσο χαμηλά ή ψηλά, ανατολικά ή δυτικά θα περάσουν. Ο καιρός θα κάνει τα δικά του. Ερήμην μας. Οσο κι αν η ανθρωπόκαινος εποχή είναι πράγματι το οδυνηρό αποτύπωμα του είδους μας κι έχει επηρεάσει την «παραγωγή» του κλίματος, το πώς ακριβώς αντιδρούν τα στοιχεία και τα στοιχειά της φύσης παραμένει στον χώρο του απρόβλεπτου. Οχι, δεν είμαι αρνητής της κλιματικής κρίσης, αλλά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει μια μεταφυσική ματαιοδοξία στην πεποίθηση πως μπορούμε να ρυθμίσουμε τη θερμοκρασία της γης ή να δαμάσουμε τα «ακραία» φαινόμενα. Οφείλουμε να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας μειώνοντας τις εκπομπές άνθρακα, αλλά ας κρατάμε μικρό καλάθι ως προς την αποτελεσματικότητα των επιλογών της παγκόσμιας ηγεσίας. Και κανένα καλάθι ως προς την ειλικρίνεια των (φαιο)πράσινων προθέσεών της. 

Η αλήθεια είναι ότι από την εποχή των οιωνοσκόπων της προϊστορίας, που «διαβάζανε» το πέταγμα των πουλιών ή τα σπλάχνα των σφαγμένων ζώων, ο καιρός πουλάει. Ο κανόνας των χρηματιστηρίων «αγόραζε στη φήμη, πούλα στην είδηση» είναι παλιό κολπάκι, από την εποχή των μάντεων, που χρησιμοποιούσαν τα μαντεία ως αποθετήρια προσφορών –σε τρόφιμα, ζώα, τιμαλφή– των εύπιστων υπηκόων. Στη συνέχεια, όταν μια καταστροφική για τη σοδειά πρόβλεψη επιβεβαιωνόταν, οι ιερείς τους τα μοσχοπουλούσαν με όρους αισχροκέρδειας. Γερή μπίζνα, που σε μεγάλο βαθμό μεταλαμπαδεύτηκε ώς τις μέρες μας, εμπλουτισμένη με μαθηματικά, αλγόριθμους, στατιστικές, προθεσμιακά συμβόλαια, παράγωγα που κάνουν τζόγο με τον καιρό. 

Είναι κατακαλόκαιρο, σκάει ο τζίτζικας, αλλά ποντάρω μερικά εκατομμύρια στην πρόβλεψη ενός σκληρού χειμώνα, που θα ανεβάσει στα ύψη τις τιμές αερίου και πετρελαίου, θα καταστρέψει μεγάλες σοδειές χειμωνιάτικου σταριού και θα προκαλέσει κι άλλα κακά. Αλλά, ταυτόχρονα, αγοράζω και μερικά συμβόλαια πετρελαίου ή δημητριακών, που είναι κάτι σαν τις αποθήκες των ιερατείων. Βρέξει, χιονίσει, το παιχνίδι είναι win win. 

Κάπως έτσι έγινε και με το ενεργειακό. Οι οιωνοσκόποι της αγοράς και της πολιτικής πόνταραν σε έναν βαρύ χειμώνα και σε μια σκληρή ύφεση. Τελικώς, ο χειμώνας αποδείχθηκε ήπιος, η ύφεση απεφεύχθη, η επιχειρηματική κερδοφορία πάει καλύτερα από ποτέ. Οι αποθήκες του ιερατείου είναι φίσκα από προσφορές που εισφέραμε εμείς οι κοινοί θνητοί, οι δικές μας μένουν άδειες. 

Το παιχνίδι για μας είναι lose lose κι ο καιρός πάντα κωλόκαιρος.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Οταν βρέχει

δεν παίρνω ομπρέλα.

Το θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι

από το ξεκάθαρο.

Οταν δε βρέχει

όσο κι αν ευτυχεί ο ουρανός

όσο κι αν το πιστεύω

ανοίγω την ομπρέλα μου

δεν είναι ξεκάθαρη

καιρική συνθήκη η ευτυχία. 

Κική Δημουλά, Δημόσιος καιρός (2014)


28/01/2023

Μένουμε Ευρώπη. Αλλά η Ευρώπη πού μένει;

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 28-29/1/2023


Ο Βενιζέλος έκανε ρούμπο. Μού ήταν πάντα πολιτικά και ιδεολογικά αντιπαθής -προσωπικά δεν τον ξέρω τον άνθρωπο-, ο ναρκισσισμός και ο ρητορικός αυτοθαυμασμός που απέπνεε μού ήταν ενοχλητικός και φυσικά το μνημονιακό έπος που έγραψε μετά το 2010 τον συγκαταλέγει στους συντελεστές μιας κοινωνικής και οικονομικής καταστροφής. Αλλά έτσι κι αλλιώς, μετά το 2015 ουδείς αναμάρτητος κι αμέτοχος του εγκλήματος από το πολιτικό σύστημα, με τις γνωστές τιμητικές ή απλώς γραφικές εξαιρέσεις. 

Την ευστροφία, την ευγλωττία, την ευστοχία και την ακριβολογία του «Μπένι», όμως, ουδείς μπορεί να την αμφισβητήσει. Ετσι, ο τρόπος που απάντησε στους γραφικούς «μενουμευρωπιστές» -και υποτιθέμενους ομοϊδεάτες του, όπως ο ίδιος είπε- για τη συμμετοχή του στην εκδήλωση για τις παρακολουθήσεις, αποτυπώνει με ακρίβεια την πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί μετά την πύρινη κυβερνητική θητεία ΣΥΡΙΖΑ: με εξαίρεση το ΚΚΕ (κι αυτή η εξαίρεση περισσότερο ρητορική, παρά κυριολεκτική), όλο το κοινοβουλευτικό πολιτικό φάσμα έχει μετατοπιστεί στην πλευρά των «μενουμευρωπιστών» (για να μην πω και «μενουμευρωατλαντιστών»). Εστω κι αν κάθε δύναμη έχει μια διαφορετική Ευρώπη στο μυαλό της.

Αίφνης, αν μείνουμε στην πολιτική συγκυρία της προεκλογικής πόλωσης και της πρωτοφανούς για το πλαίσιο της μεταπολιτευτικής αστικής δημοκρατίας θεσμικής εκτροπής, η μεν Ν.Δ. του Μητσοτάκη βλέπει μια Ευρώπη που από την ώσμωσή της με τον ταύρο-Δία μεταμορφώθηκε σε αγελάδα για άρμεγμα από τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης και του κοινού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ και άλλες δυνάμεις του κεντροαριστερού φάσματος βλέπουν στο γλυκό τέρας, τις Βρυξέλλες, την οντότητα που μπορεί να υπερασπίσει τα θεμελιώδη δικαιώματα, τη δημοκρατία και τους στοιχειώδεις κανόνες του κράτους δικαίου. Να τα υπερασπίσει ακόμη και από τον μητσοτακικό ολετήρα. 

Σε γενικές γραμμές, το υπονοούμενο πίσω από το προβοκατόρικο ερωτηματικό στον τίτλο της εκδήλωσης «Μένουμε Ευρώπη;» είναι πως η Ε.Ε. είναι πια μια οντότητα που μπορεί να εγγυηθεί τα βασικά: δημοκρατία, ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, δικαιοσύνη, κρατική κυριαρχία, διεθνές δίκαιο, ειρήνη. Αυτά, τα περισσότερα από τα οποία τα καταστρατήγησε με τον πιο βάναυσο τρόπο στη διάρκεια των τριών μνημονίων και της τροϊκανής δικτατορίας στην Ελλάδα, που ουσιαστικά κατάργησε ακόμη και τη νομοθετική εξουσία του κοινοβουλίου. 

 Αλλά όχι. Επειδή πέρασαν πια τα μνημόνια (από πάνω μας), επειδή η Ε.Ε. ανακάλυψε στην πανδημία την ξεριζωμένη από το νεοφιλελεύθερο DNA της κρατική παρέμβαση, τον συλλογικό δανεισμό και το πόσο βλακώδες είναι το Σύμφωνο Σταθερότητας, δεν μεταλλάχθηκε ξαφνικά σε συμπονετική, φιλάνθρωπη κυρία. 

Επομένως, αν έχει απαντηθεί για την πλειονότητα του πολιτικού συστήματος, της οικονομικής ελίτ αλλά και της κοινωνίας –με αποχρώσεις και αστερίσκους- το ερώτημα «Μένουμε Ευρώπη;» μένει να απαντήσουμε στο επόμενο ερώτημα: «Και η Ευρώπη, πού μένει;».

Διότι προφανώς δεν μένει πια στο Δικταίο Αντρο να απολαμβάνει τον έρωτά της με τον Δία, ούτε στην Κρήτη αφοσιωμένη στον μετέπειτα γάμο της με τον Αστερίωνα και στα παιδιά της. Η Ευρώπη για δεκαετίες έμενε κυρίως στο Παρίσι, γοητευμένη από τα φεντεραλιστικά οράματα των Γάλλων εμπνευστών της ενοποίησής της, αλλά πάντα κάτω από τη βαριά σκιά των Αμερικανών νονών της. Υστερα, μετακόμισε ή απλώς απήχθη στη Γερμανία και κυρίως στο Βερολίνο μετά την πτώση του τείχους, που επέβαλε το σκληρό μείγμα δημοσιονομικής πειθαρχίας και νεοφιλελεύθερης απελευθέρωσης της ενιαίας αγοράς (ορντολιμπεραλισμός), προκαλώντας αβυσσαλέα χάσματα ανισότητας ανάμεσα στις χώρες-μέλη. Επειτα, άρχισε να μοιράζει τον χρόνο της μεταξύ Βρυξελλών, όπου αναπτύχθηκε η τεράστια γαλλογερμανικής κοπής νομενκλατούρα και η «δημοκρατία των λόμπι», και Φρανκφούρτης όπου εγκαθιδρύθηκε η ανεξέλεγκτη δικτατορία του ευρώ και της νομισματικής ένωσης. Για τις αρκετές δεκαετίες της γερμανικής αιχμαλωσίας της, η ερωτευμένη με τον γερμανικό ταύρο Ευρώπη απολάμβανε τις κλεφτές αποδράσεις τους προς Μόσχα, της οποίας το φτηνό αέριο και πετρέλαιο έχτισαν το γερμανικό «θαύμα», μαζί βέβαια με τα εκατομμύρια κινεζικά εργατικά χέρια που συναρμολογούν τα γερμανικά αυτοκίνητα και συσκευές. Επειτα, η επιρρεπής σε νέους έρωτες ή βίαιες απαγωγές Ευρώπη, άρχισε να ανακαλύπτει ξανά τη γοητεία του υπερατλαντικού νονού της. Κι αν η μισή της καρδιά βρισκόταν στο Βερολίνο ή στο Παρίσι, η άλλη μισή στη Νέα Υόρκη βρισκόταν. Αλλά το κακό είναι ότι μαζί με την καρδιά της μετακόμιζαν εκεί μαζικά επιχειρήσεις της, κυνηγώντας αμερικανικούς φορολογικούς παραδείσους, κι αυτό θα γίνει ακόμη χειρότερο με τον ανοικτό πια επενδυτικό «πόλεμο» που έχει κηρύξει ο Μπάιντεν, επιδιώκοντας να αποψιλώσει βιομηχανικά και επιχειρηματικά την Ευρώπη. Κι αν αυτός ο «πόλεμος» είναι προς το παρόν μεταφορικός, η Ευρώπη τα έχει δώσει όλα και στον κυριολεκτικό πόλεμο που γίνεται στην καρδιά της, απολαμβάνοντας με μαζοχιστικό πάθος την ύστατη μιλιταριστική της μετάλλαξη. Τον τελευταίο χρόνο η Ευρώπη μένει σχεδόν αποκλειστικά στην Ουκρανία, όταν δεν λείπει ταξίδι στην Ουάσινγκτον ή δεν περνάει από τη Φρανκφούρτη για να παστρέψει λίγο το Δικταίο Αντρο της νομισματικής δικτατορίας της, τώρα που έχουν πέσει φούριες με τα επιτόκια και την εξόντωση του πληθωρισμού. 

Είναι μια μεγάλη αντίφαση, εδώ που τα λέμε. Τώρα που εμείς, οι ιθαγενείς της υποτιθέμενης κοιτίδας της, αποφασίσαμε περίπου αμετακλήτως ότι «μένουμε Ευρώπη», η ίδια η Ευρώπη δεν μένει πια εδώ. Διακτινίζεται όπου Γης μεταξύ ανατολής και δύσης, βορρά και νότου, σε ένα αυτοκαταστροφικό σκόρπισμα και σε έναν κατακερματισμό της ταυτότητάς της. Εβδομήντα χρόνια από τη σύλληψή της η Ευρώπη άγεται και απάγεται από ταύρους που δεν έχουν καν τις τρυφερές ερωτικές προθέσεις του Δία. Της ορμούν ως ταύροι εν υαλοπωλείω. Θα την κάνουν κομμάτια και θρύψαλα. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

...Οσο για την ευρωζώνη, η ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ουδόλως την εμπόδισε να συμμετάσχει στην Τρόικα, στην περίπτωση της Ελλάδας, ή να στείλει το 2011 μία επιστολή, με την υπογραφή του τότε διοικητή Ζαν-Κλοντ Τρισέ και με την υποστήριξη του Μάριο Ντράγκι (ως διοικητή της Τράπεζας της Ιταλίας), στον Ιταλό πρωθυπουργό Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Η επιστολή αυτή συμπεριελάμβανε ένα κατάλογο «απαραίτητων» μέτρων που θα έπρεπε να λάβει η κυβέρνηση της χώρας- από την ιδιωτικοποίηση δημοσίων υπηρεσιών και τη μείωση μισθών των δημοσίων υπαλλήλων μέχρι τη συνταγματική αναθεώρηση του φορολογικού συστήματος και την κατάργηση περιφερειακών διοικητικών διαιρέσεων. 


Eric Monnet, «Κεντρικές τράπεζες, κράτος πρόνοιας και Δημοκρατία: Για τον εκδημοκρατισμό των Κεντρικών Τραπεζών και της νομισματικής πολιτικής»


21/01/2023

Η καλοσύνη των πάνω

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 21-22/1/2023

Diego Rivera,  Man in the Time Machine, 1934, 

Υπάρχει κάτι διφορούμενο στην εντυπωσιακή έκκληση των 205 «πατριωτών εκατομμυριούχων» (γιατί “πατριωτών”, άραγε;) προς την ελίτ του κόσμου που μαζεύτηκε φέτος στο σχεδόν αχιόνιστο Νταβός: «Φορολογήστε μας τώρα!». Παρότι η έκκλησή τους πήρε μεγάλη δημοσιότητα, προβεβλημένη ακόμη και από παγκόσμια ΜΜΕ ταγμένα στην υπεράσπιση της απληστίας, στη θρησκευτική λατρεία του ακραίου πλούτου και στην επιμελή αγιογράφηση των υπερπλουσίων του κόσμου, δεν προκάλεσε την παραμικρή πολιτική αντίδραση από τους εκπροσώπους της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Αντιμετωπίστηκε ως  ακόμη μια γραφική πινελιά στην τοιχογραφία του ζοφερού κόσμου που ανέχεται και «χωνεύει» τους πάντες: τις αποκαλυπτικές έρευνες της Oxfam για τη χαοτική διεύρυνση της ανισότητας στην κατανομή του παγκόσμιου πλούτου, τον θυμωμένο περιβαλλοντικό ακτιβισμό της Γκρέτα Τούνμπεργκ, τις καταγγελίες των εκπροσώπων των φτωχότερων χωρών του πλανήτη που απειλούνται από υποσιτισμό ή περιβαλλοντικό αφανισμό. 

Τι το διφορούμενο υπάρχει σε αυτή την έκκληση (αυτο)θυσίας των «πατριωτών εκατομμυριούχων»; Η ίδια η προέλευσή της, το γεγονός ότι η «λύση» στο πρόβλημα που προκαλεί ο ακραίος πλούτος -η ακραία ανισότητα, ο κατακερματισμός του κόσμου και η έκθεσή του σε υψηλά ρίσκα σύγκρουσης και αυτοκαταστροφής- εκπορεύεται και υποβάλλεται από τους βασικούς συντελεστές του προβλήματος. Η συνήθης και ταξικά φυσιολογική αντίδραση των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, πολυεθνικών ή εθνικών, κάθε φορά που γίνεται η παραμικρή νύξη για αύξηση στη φορολόγηση των κερδών και των μερισμάτων τους είναι γνωστή: «Μα, αυτό είναι δήμευση ιδιοκτησίας!» Αυτό ακριβώς δεν λένε οι δικοί μας ενεργειακοί όμιλοι για την υπεσχημένη (αλλά ακόμη άφαντη) φορολόγηση των υπερκερδών τους; «Αυτό είναι δήμευση! Είναι ανηθικότητα!» Συνήθως, ακολουθούν και μερικές δικαστικές προσφυγές σε εθνικά ή διεθνή δικαστήρια, που εξίσου συνήθως τους δικαιώνουν, γιατί η ιδιοκτησία είναι το ιερό θεμέλιο του κόσμου. 

Αλλά, επειδή η απληστία των υπερπλουσίων συχνά επεκτείνεται και στον ηθικό πλούτο της ανθρωπότητας, διατηρούν πάντα το δικαίωμα να είναι αυτοί οι ηθικότεροι, οι πιο καλοσυνάτοι, οι πιο συμπονετικοί του βυθισμένου στον φθόνο και την κακία κόσμου μας. Η φιλανθρωπία είναι ο αφρός αυτής της ηθικής διάστασης του πλούτου, εκφρασμένη τις τελευταίες δεκαετίες και ως Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη ή ως δέσμευση στους στόχους βιωσιμότητας του ΟΗΕ. 

«Αν είχα όλα αυτά τα χρήματα, θα ήμουν κι εγώ καλή. Κι ακόμη καλύτερη. Το χρήμα είναι σαν το ηλεκτρικό σίδερο. Ισιώνει όλες τις τσαλακωματιές», λέει η Κιμ Τσουνγκ-σουκ, μία από τις ηρωίδες των «Παρασίτων» του Μπο Τζουν Χο, καθώς απολαμβάνει μερικές στιγμές χλιδής στο πλουσιόσπιτο όπου έχει εισβάλει με την άπορη οικογένειά της. 

Δεν είναι και τόσο καινούργια αυτή η δηκτική διαπίστωση. Η Annie Ernaux, στο βιβλίο της «Ο τόπος», παραθέτει το χαρακτηριστικό περί πλούτου αξίωμα με το οποίο γαλουχούνταν μέσω του αναγνωστικού τους τα Γαλλάκια των αρχών του 20ού αιώνα, πριν οδηγηθούν ως κρέας για τα κανόνια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου: «Το πιο καλό πράγμα στον πλούτο είναι ότι ανακουφίζει τη φτώχεια των άλλων». Η φιλανθρωπία προβάλλεται ως μια εγγενής αρετή του πλούτου και των πλουσίων, ενώ οι φτωχοί είναι επικίνδυνα εκτεθειμένοι στον φθόνο και στην κακία. Η καλοσύνη είναι κάποιου είδους ηθικό αντίσωμα της απληστίας. 

Και πού είναι το πρόβλημα, θα αναρωτηθεί κανείς, στο παρατηρούμενο ηθικό άλμα των κυνηγών του πλούτου από την απλή επίδειξή του -που όπως παρατηρούσε ο οξυδερκής Ανταμ Σμιθ ήταν η κυριότερη απόλαυση που αντλούσαν απ' αυτόν- στην εθελοντική αναδιανομή του υπέρ των αναξιοπαθούντων και των φτωχότερων; Κανένα πρόβλημα, είναι η απάντηση, δεν θα υπήρχε αν οι εκκλήσεις φορολογικής αυτοθυσίας των υπερπλουσίων προς τις πολιτικές ηγεσίες συνοδεύονταν από «γενναιόδωρες» πράξεις εκχώρησης των τεράστιων περιουσιών τους, παραίτησης από τα ιλιγγιώδη επιχειρηματικά κέρδη τους, δέσμευσης ότι δεν θα απολύσουν κανέναν από τους χιλιάδες εργαζομένους τους και, αντιθέτως, ότι θα προχωρήσουν σε μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς τους, πάνω από τον πληθωρισμό. 

Ενδεχομένως το κίνητρο των 205 «πατριωτών εκατομμυριούχων» να είναι μια ειλικρινής ανησυχία για τις παρενέργειες του «ακραίου πλούτου». Για το πού μπορεί να καταλήξει «η ιστορία των τελευταίων πέντε δεκαετιών, που είναι μια ιστορία πλούτου που δεν ρέει πουθενά αλλού παρά μόνο προς τα πάνω», όπως λένε στο «μανιφέστο» τους. Είναι, βέβαια, μια λάθος ανάγνωση της Ιστορίας. Δεν είναι υπόθεση πέντε δεκαετιών, αλλά δύο αιώνων. Και δεν μια απόκλιση από κάποια ιστορική κανονικότητα, είναι η μόνη κανονικότητα ενός οικονομικού συστήματος που βασίζει την αναπαραγωγή του στο κέρδος, δηλαδή στη βίαιη απόσπαση πλούτου από τους κάτω προς τους πάνω, από τους πολλούς στους όλο και πιο ελάχιστους, από τους παραγωγούς του πλούτου στους άπληστους απαλλοτριωτές του. Αυτή είναι η «βασική αιτία του διχασμού» του κατακερματισμένου κόσμου που αδυνατούν να δουν και να κατονομάσουν οι κατά τα λοιπά καλών προθέσεων πρόθυμοι δισεκατομμυριούχοι. 

Ο Γκουτέρες, ο γ.γ. του ΟΗΕ, ήταν πολύ πιο ριζοσπαστικός στο Νταβός όταν διακήρυξε ότι το επιχειρηματικό μοντέλο των πετρελαϊκών εταιρειών είναι ασύμβατο με την επιβίωση της ανθρωπότητας. Οχι μόνο των πετρελαϊκών, θα πρόσθετα. Ολο το κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο, φαιό ή πράσινο, είναι στην πραγματικότητα συμβόλαιο θανάτου για το είδος μας. 

Αλλά στην καλοσύνη της απληστίας και στην ηθική ανησυχία των απλήστων υπάρχει κάτι πιο σκοτεινό πίσω από τη λαμπερή τους έκκληση. Μια ιστορική αναίδεια, μια ταξική υπεροψία απέναντι στους φτωχοδιάβολους του κόσμου, στους ριγμένους από την προκλητική ανισότητα στην κατανομή του πλούτου. Μια αμφισβήτηση της ικανότητας και της βούλησής τους να ανατρέψουν αυτή τη ζοφερή κανονικότητα. Ισως και μια βολική διαπίστωση ότι οι πάνω είναι ασφαλείς από τους βυθισμένους στην παθητικότητα και την πλάνη των κάτω. Οι κάτω δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Ο,τι είναι να αλλάξει, για λόγους ευστάθειας και αυτοπροστασίας του συστήματος, μπορεί να αλλάξει μόνο από την καλοσύνη των πάνω. Οποιαδήποτε βελτίωση στο «κόστος του ακραίου πλούτου» μπορεί να προκύψει μόνο από μια ρεαλιστική συναλλαγή των υπερπλουσίων με τις πολιτικές ηγεσίες και τις κυβερνήσεις. Πώς είναι η εθελοντική φορολογική συνεισφορά των Ελλήνων εφοπλιστών; Ε, κάπως έτσι. 

Βεβαίως, αυτή η εκ του ασφαλούς καλοσύνη των πάνω, ενίοτε διακόπτεται από βίαιες εκρήξεις κακίας των κάτω. Να το προσέξουν αυτό οι πάνω. Ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβει η σιωπή των αμνών. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Οι γονείς μου έβλεπαν απληστία και φθόνο σε ό,τι άκουγαν, ακόμη και στα δικά μου λόγια. Οταν είπα, «ξέρω ένα κορίτσι που επισκέφτηκε τα κάστρα του Λίγηρα», ξέσπασαν οργισμένοι, «έχεις χρόνια μπροστά σου να πας, να 'σαι ευτυχισμένη με ό,τι έχεις». Μια συνεχής στέρηση χωρίς νόημα. 

Ομως, επιθυμούσαν ίσα για να επιθυμούν, γιατί κατά βάθος δεν ήξεραν τι ήταν το ωραίο ή τι θαύμαζαν οι άνθρωποι. Ο πατέρας μου ακολουθούσε πάντα τη συμβουλή του μπογιατζή, του μαραγκού για τα χρώματα και τα σχήματα, τίποτα το φανταχτερό, κάτι απλό. Δεν ήξερε ότι κάποιοι περιβάλλονταν από αντικείμενα διαλεγμένα ένα προς ένα…

Το μότο του, Μην απλώνεις τα πόδια σου πέρα από το πάπλωμά σου. 

Annie Ernaux, «Ο τόπος» 


Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...