18/09/2026

Σημειώσεις για μια κηδεία

 ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 18/9/2026 


Ο καιρός στο μεταίχμιο. Η πρώτη συννεφιά του Σεπτέμβρη, Τρίτη, 15/9, απόγευμα, οι πρώτες αραιές ψιχάλες του φθινόπωρου, βροχή δεν τις έλεγες. Κι η ψυχρούλα, από ευχάριστη μέχρι ανεκτή με τα καλοκαιρινά ρούχα. Κάποιοι είχαν προνοήσει μ’ ένα ελαφρύ πανωφόρι, μια ζακέτα, ένα σακκάκι. Γεμάτο το προαύλιο του πρώην ΕΑΤ ΕΣΑ, του κολαστήριου της χούντας, νυν έδρα του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974. Φυσικός χώρος για την πολιτική κηδεία ενός ανθρώπου που είχε διατελέσει πρόεδρός του ΣΦΕΑ όχι λόγω συσχετισμών, αλλά λόγω οριζόντιου σεβασμού από όλες τις «φυλές» του αντιδικτατορικού αγώνα, από όλες τις «ράτσες» των φυλακισμένων, βασανισμένων κι εξόριστων της χούντας, από  τους αλύγιστους και τους λυγισμένους, τους ατσάλινους και τους πουπουλένιους, απ’ όλες τις μικρές και μεγάλες νησίδες της αριστεράς και (σχεδόν) απ’ όλες τις διαδοχικές, αέναες διασπάσεις της.

Ψηλός ο μέσος όρος ηλικίας, πάνω από τα 60 τον υπολόγισα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μελών της ΚΝΕ που ανεμίζοντας τις κόκκινες σημαίες τους εξέπεμπαν συνθήματα ιστορικής αισιοδοξίας σ’ έναν θλιβερό, στενάχωρο, και κυρίως γηραιό αποχαιρετισμό: «Ούτε σε εξορίες, ούτε σε φυλακές, ποτέ τους δεν λύγισαν οι κομμουνιστές», φώναζαν οι νεαροί Κνίτες. Ισως είναι ακριβές το σύνθημα για τον Σπύρο Χαλβατζή και για αρκετούς άλλους που μέτρησαν σε χρόνια και δεκαετίες τον εγκλεισμό, την πλήρη απομόνωση από τους δικούς τους, το ξύλο, τη στέρηση, τα βασανιστήρια. Αλλά υπήρξαν και πολλοί που λύγισαν, κατέρρευσαν, έσπασαν μπροστά στον αφόρητο πόνο, μπροστά στον ακόμη πιο αφόρητο φόβο του θανάτου ή στην αγωνία μην πάθουν κάτι κακό οι δικοί τους, ακόμη και τα παιδιά τους, χωρίς να απορρίψουν «το δίκιο του αγώνα». Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. Οποιος που δεν το ‘χει περάσει δεν δικαιούται να καταδικάσει.

Αλλωστε, η αντοχή στη συντριβή της σάρκας και της ψυχής από τους «ανθρωποφύλακες» (Περικλής Κοροβέσης) κάθε αυταρχικού, εκμεταλλευτικού, απάνθρωπου καθεστώτος δεν είναι κάποια ιδιαίτερη δεξιότητα γενικά των κομμουνιστών, των αναρχικών, των ριζοσπαστών κάθε εποχής. Σε γενικές γραμμές, ο βαθμός αντοχής είναι υπόθεση ατομική, μόνο που όταν δοκιμάζεται μια συλλογική αξία, ένας ομαδικός αγώνας, μια παλλαϊκή ή πανανθρώπινη υπόθεση, αυτή η αντοχή πολλαπλασιάζεται, μεγεθύνεται, ξεπερνά τα ατομικά όρια. Αλλά όχι πάντα. Οχι σε όλους. Και όχι λόγω μεταστροφής ή τυχοδιωκτισμού. Κι ίσως είναι άδικο γι’ αυτούς, τους «λυγισμένους», τους «χαλκοματένιους», τους εύθραυστους, τους ευάλωτους να μην περισσεύει ένας λόγος κατανόησης, τιμής, παρηγοριάς για το διπλό τραύμα τους: και από τη βία που υπέστησαν και από το στίγμα ότι δεν την άντεξαν.

Αλλωστε, ακόμη και οι αλύγιστοι, οι ατσαλένιοι, οι αμετανόητα απείθαρχοι που στάθηκαν όρθιοι απέναντι στο εκδικητικό, βίαιο, συχνά θανατηφόρο πρόσωπο της εξουσίας στις πιο ακραίες, καταπιεστικές εκδοχές της (μετεμφυλιακή ανάπηρη δημοκρατία, παρανομία, στρατιωτική δικτατορία), κάποια στιγμή λυγίζουν. Ακόμη και στις ανύποπτες, ανέφελες εποχές νομιμότητας, χαλαρότητας, επιφατικής ελευθερίας και δημοκρατίας. Πάνω από το σώμα του Σπύρου Χαλβατζή, που ο καρκίνος το κατέτρωγε για κάμποσα χρόνια, ο γιός του Αλέκος έκανε μιαν «αποκάλυψη» που κάμποσους πιστούς στις αγιογραφίες των αλύγιστων αγωνιστών τους δυσαρέστησε, μην πω πως τους εξόργισε. «Πάνε κοντά 20 χρόνια που ο πατέρας μας δεν ήταν καλά», είπε στον συγκλονιστικό του αποχαιρετισμό ο Αλέκος Χαλβατζής, και δεν εννοούσε τον καρκίνο. Και προλαμβάνοντας τα αρνητικά σχόλια που έτσι κι αλλιώς δεν θα τα απέφευγε δικαιολογήθηκε: «Μια φορά κηδεύει ο καθένας τον πατέρα του».

Δεν ήταν καλά ο Σπύρος Χαλβατζής εδώ και είκοσι χρόνια, και για να το λένε οι δικοί του άνθρωποι κάτι θα ξέρουν παραπάνω από μας τους «μαθητές της Μεγάλης του Γένους Σχολής», της ΚΝΕ, από την οποία πέρασαν χωρίς υπερβολή (έστω κι αν δεν κόλλησαν) δεκάδες χιλιάδες νέοι, σήμερα μεσήλικες και υπερήλικες. Οπως δεκάδες χιλιάδες ήταν αυτοί που πέρασαν και από τις άλλες μικρές, μεσαίες και μεγάλες οργανώσεις της αενάως διασπώμενης κομμουνιστικής αριστεράς, περιδινούμενες γύρω από  υπαρκτές και βαθύτατες ή επινοημένες και ρηχότατες ρήξεις και διαφορές. Δεν ήταν καλά  «ο γραμματέας μας» όπως τον αποκαλούσαν σχεδόν όλοι όσοι πέρασαν από την ΚΝΕ, ανεξάρτητα από τη σημερινή σχέση τους με το ΚΚΕ, δεν ήταν καλά «ο σύντροφός μας, ο συναγωνιστής μας, ο συγκρατούμενός μας, ο συνεξόριστός μας», όπως τον χαρακτήρισαν άνθρωποι του αντιδικτατορικού αγώνα από κάθε χώρο της αριστεράς, με τους οποίους μπορεί να είχε συγκρουστεί και αντιπαραταθεί σκληρά ο Σπύρος στη διάρκεια των 50 χρόνων από τη Μεταπολίτευση. Δεν ήταν καλά. Δηλαδή; «Κατάθλιψη», ήταν η περίπου απαγορευμένη, λογοκριμένη λέξη και έννοια που εκστόμισε ο γιός του Σπύρου, προφέροντας κι αυτήν όπως κάθε φράση του συγκινητικού, ανθρώπινου αποχαιρετισμού του μέσα από τους πνιγμένους λυγμούς του. «Κατάθλιψη» στη χώρα των αλύγιστων, των ανθρώπων από ατσάλι, «κατάθλιψη» στον χώρο των προορισμένων να νικήσουν, των υποχρεωμένων να αγνοήσουν τη μακρά διαδοχή από ήττες, διαψεύσεις, υπαρξιακές αγωνίες και κρίσεις, ματαιώσεις, καταρρεύσεις;

Και τι μπορεί να πυροδότησε την «κατάθλιψη» στον συνήθως γελαστό, ψύχραιμο, νηφάλιο, φιλικό, μαχητικό, στοχαστικό Σπύρο; Ούτε εγώ είμαι γιατρός – το είπε και για τον εαυτό του ο Αλέκος Χαλβατζής στην επικήδεια ομιλία του- για να κάνω διαγνώσεις, αλλά μπορώ να κάνω μια ερασιτεχνική, ίσως κομπογιαννίτικη διάγνωση για την κατάθλιψη που απλώθηκε σαν πανδημία στις γενεές πάσες της  παγκόσμιας κομμουνιστικής αριστεράς, όλων των αποχρώσεων και όλων των αποσχίσεων, από το 1989 και μετά, όταν ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» μετατράπηκε σε προκαπιταλιστικό ερειπιώνα. Οταν άλλοτε κραταιά κομμουνιστικά κόμματα απετάξαντο σαν τον σατανά ακόμη και τα ονόματά τους. Οταν κομμουνιστοφανείς ηγετίσκοι μετατράπηκαν εν μια νυκτί σε ολιγάρχες, άρπαγες και δικτατορίσκους. Οταν το όραμα της ανθρώπινης χειραφέτησης, ο κομμουνισμός, διασύρθηκε με τον χειρότερο τρόπο, κυλίστηκε στη λάσπη ταυτιζόμενος με τις θλιβερές καρικατούρες του. Οταν κορυφαίοι «αλύγιστοι» συμμαχούσαν απερίσκεπτα με τους χειρότερους και πιο διεφθαρμένους αντιπάλους τους για να κερδίσουν πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη και λίγους μήνες εξουσία (λέγε με «βρόμικο ‘89»). Οταν επιστήθιοι σύντροφοι δεκαετιών γίνονταν ανελέητοι αντίπαλοι, σε αναμετρήσεις για ιδεολογικές μαρκίζες και κομματικές σφραγίδες. Κι όταν, αρκετές δεκαετίες μετά το σοκ του ’89, αυτή η αχτίδα ελπίδας, ρήξης και ανάκαμψης των αριστερών οραμάτων που έπεσε στα σκοτάδια της χρεοκοπίας και των μνημονίων έσβησε, διαλύθηκε μέσα τους, μέσα σε λίγα 24ωρα τον Ιούλιο του 2015, οδηγώντας χιλιάδες ανθρώπους στην απογοήτευση, στην αποστράτευση, στην πολιτική σύγχυση, στην ιδεολογική μελαγχολία, στη συλλογική κατάθλιψη.

Κι όσοι βρέθηκαν στην κηδεία του Σπύρου-  οι γενεαί πάσαι της αντιδικτατορικής και μεταπολιτευτικής αριστεράς-  ίσως μαζί με τον ευγενή μαχητή θρηνούσαν κάπως τους εαυτούς τους. Τα νιάτα, τις διαψεύσεις, τις ήττες τους. Αν το  καλοσκεφτείτε, αυτό που έχει απομείνει να ενώνει άρρηκτα την κατακερματισμένη αριστερά- τους ανθρώπους που βρέθηκαν σε πλαϊνά κελιά ως ιδεολογικοί αντίπαλοι, που υπέμειναν τη φάλαγγα διαφυλάσσοντας διαφορετικά  μυστικά, όσους δεν μιλιούνταν καν στην κοινή εξορία τους μετά την διάσπαση του 1968, αλλά κι αυτούς που δεν συναντιούνται σήμερα ούτε σε μια ενιαία διαδήλωση υπέρ της Παλαιστίνης - είναι οι ήττες τους. Ή η μία, μεγάλη, σιωπηρή, διάχυτη, οικουμενική ήττα που κρατάει την ανθρωπότητα φυλακισμένη στο βασίλειο της ανάγκης, πολύ μακριά ακόμη απ’ το βασίλειο της ελευθερίας.

Αλλά, από κάπου δεν πρέπει να ξαναρχίσει η σύγκλιση, η ανασυγκρότηση της αριστεράς και των αριστερών; Ισως το σημείο εκκίνησης είναι ακριβώς αυτές οι απαγορευμένες, αφόρητες, λογοκριμένες λέξεις: ήττα, μελαγχολία, απόγνωση, κατάθλιψη.

Τελικά, πέρα από τις ελάχιστες ψιχάλες και τη βαριά συννεφιά, δεν έβρεξε εκεί, στο προαύλιο του ΣΦΕΑ, πάνω από το Πάρκο Ελευθερίας την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου. Ούτε πουθενά στην Αθήνα. 

ΚΙΜΠΙ 

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Όταν όμως έχεις μεγαλώσει, όταν οι φυσικές αντοχές έχουν περιοριστεί, όταν τα πράγματα έχουν δυσκολέψει και η κατάσταση δεν είναι πια τόσο άσπρο-μαύρο. Όταν δεν πιάνουν πια οι αφορισμοί: «οι επαναστατικές δυνάμεις προελαύνουν», «κοντοζυγώνει η ώρα της λευτεριάς», «θα νικήσουμε». Τότε κάπου μπλοκάρει το πράμα, οι δυνάμεις σου δεν είναι ανεξάντλητες. Και αν δε μπορείς να μοιραστείς έστω το συναίσθημά σου, έστω να παραδεχτείς ότι δυσκολεύεσαι. Αν ακόμα και μπροστά στα ενήλικα παιδιά σου δεν μπορείς να βγάλεις την πανοπλία που κόλλησε πάνω σου από παιδί και να πεις έστω «δεν είμαι καλά», «δεν ξέρω τι να κάνω», «δυσκολεύομαι». Έστω και αν δεν πεις τι είναι αυτό που σε δυσκολεύει, τότε πώς να αντέξεις;

Αυτό βέβαια ο πατέρας μου δεν άφηνε να το διακρίνει κανείς τρίτος εύκολα.
Και οι περισσότεροι άνθρωποι, έχοντας ήδη αποδώσει στο Σπύρο μυθική και υπεράνθρωπη υπόσταση, καλοπροαίρετα μάλλον, έλεγαν ακόμα και τους τελευταίους μήνες: «ο Σπύρος αντέχει», «είναι μαχητής», «έχει περάσει τόσα και χειρότερα».Ναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αντέχει άλλα τόσα, ούτε ότι περνάει καλά όσο αντέχει.
Και ο γάιδαρος του Χότζα εκπαιδεύτηκε να μην τρώει, και πάνω που έμαθε να ζει χωρίς φαΐ, κοίτα να δεις, το ‘φερε η τύχη και ψόφησε.

Αλέκος Χαλβατζής, «Επικήδειος στην πολιτική τελετή αποχαιρετισμού του Σπύρου Χαλβατζή», 15/9/2026, ΣΦΕΑ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημειώσεις για μια κηδεία

 ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 18/9/2026  Ο καιρός στο μεταίχμιο . Η πρώτη συννεφιά του Σεπτέμβρη, Τρίτη, 15/9, απόγευμα, οι πρώτες αραιές ψιχάλες το...