08/07/2007

Έλαφος πηρωθείσα (και πυρωθείσα) (07/07/2007)

«Έλαφος πηρωθείσα τον έτερον των οφθαλμών παρεγένετο εις τινα αιγιαλόν και ενταύθα ενέμετο, τον μεν ολόκληρον προς την γην έχουσα και την των κυνηγών έφοδον παρατηρουμένην τον δεν πεπηρωμένον προς την θάλασσαν. Ένθεν γαρ ουδ’ ένα υφωράτο κίνδυνον. Και δη τινες παραπλέοντες εκείνον τον τόπον και θεασάμενοι αυτήν κατηυστόχησαν. Και επειδή ελιποψύχει, είπε προς αυτήν. Αλλ’ εγώ αθλία, ήτις την γην επίβουλον φυλαττομένη πολύ χαλεπωτέραν έσχον την θάλασσαν εφ’ ην κατέφυγον.

Ούτω πολλάκις παρά την ημετέραν υπόληψιν τα μεν χαλεπά των πραγμάτων δοκούντα είναι ωφέλιμα ευρίσκεται, τα δε σωτήρια νομιζόμενα επισφαλή».

Είχε μια αδυναμία ο Αίσωπος στις ελαφίνες. Ενδεχομένως του άρεσε το κρέας τους. Ψητό στα κάρβουνα ή στη σούβλα. Στα χρόνια του, τα ελάφια δεν ήταν είδος υπό εξαφάνιση, δεν ανήκαν στα προστατευόμενα είδη μαζί με δεκάδες άλλα, από τις αλεπούδες μέχρι τις οχιές κι απ’ τα λιοντάρια μέχρι τους λύκους. Στον μύθο που σας παρέθεσα, σε μια εκδοχή του, η ελαφίνα με το σακατεμένο της ένα μάτι, ας πούμε το αριστερό, προσέχει κατά τη θάλασσα, που τη θεωρεί ακίνδυνη. Με το ακέραιο μάτι της προσέχει τη στεριά, που τη θεωρεί μια περιοχή βέβαιου κινδύνου. Και βοσκάει αμέριμνη. Αλλά το βέλος που την άφησε νεκρή ήρθε από τη θάλασσα. Η σημασία (και οι κίνδυνοί της) φωλιάζει στ’ ανύποπτα.

Είχε μανία ο Αίσωπος στα ελάφια και τα επέλεξε ως πρωταγωνιστές σε αρκετούς από τους μύθους του. Αρνητικούς πρωταγωνιστές. Προφανώς τα θεωρούσε ηλίθια ζώα, υπερβολικά καλόπιστα για να επιβιώσουν, παρά τη γοητεία τους. Αν τ’ αντίκριζε καμένα ή διωγμένα από τον φυσικό τους χώρο στην Πάρνηθα, θα επιβεβαίωνε πλήρως την γνώμη του γι’ αυτά.

Μην έχετε αμφιβολία γι’ αυτό που σας λέω περί Αισώπου. Στη μια περίπτωση, βάζει την ελαφίνα να γίνεται γεύμα του λιονταριού, αφού προηγουμένως η αλεπού την παρασέρνει στη σπηλιά του με την υπόσχεση ότι θα γίνει βασίλισσα του δάσους. Στην άλλη περίπτωση, τη βάζει να κρύβεται πίσω από το φύλλωμα ενός αμπελιού, κυνηγημένη από του ανθρώπους. Τρώει το φύλλωμα, την παίρνουν πρέφα οι κυνηγοί, πάρ’ την κάτω. Στην τρίτη περίπτωση, η έλαφος αισθάνεται περήφανη για τα επιβλητικά της κέρατα, θεωρώντας τα το σημαντικότερο πλεονέκτημα του σώματός της. Όταν όμως την κυνηγά το λιοντάρι, τα κέρατά της μπλέκονται στα κλαδιά ενός δένδρου και η ελαφίνα γίνεται πάλι μεζές.

Αφού, λοιπόν, η ελαφίνα δεν κατάφερνε να επιβιώσει απέναντι στους ανταγωνιστές του φυσικού της χώρου, τα λιοντάρια, τις αλεπούδες, τους λύκους, πώς θα σωζόταν από το θηρίο των θηρίων; Οικονομία της φύσης. Και σπατάλη της.

Αν ζούσε λοιπόν ο Αίσωπος σήμερα, και έχοντας διυλίσει όλες τις ανοησίες που έχουν γραφεί και ειπωθεί για τον θάνατο της Πάρνηθας και του βιότοπου του κόκκινου ελαφιού, υποθέτω πως θα συνέθετε ως εξής τον σχετικό μύθο του:

«Ένα ελάφι κόκκινο, με τρίχωμα στιλπνό και δέρμα διάστικτο από κίτρινες βούλες, ζούσε κάποτε στην Πάρνηθα και είχε πιστέψει ότι είναι το σπανιότερο, γοητευτικότερο, άρα και ιερότερο, είδος της αττικής πανίδας. Είχε πειστεί ότι η διαιώνιση του είδους της ήταν εξασφαλισμένη και, ελλείψει άλλων μεγαλόσωμων θηλαστικών στην περιοχή, θεωρούσε εαυτόν βασιλιά του δρυμού. Ήταν η σταρ του δάσους, το ήξερε και το εκμεταλλευόταν ανάλογα.

«Κοίτα, κοίτα, ένα ελάφι», φώναζαν με ενθουσιασμό οι τζογαδόροι που ανέβαιναν στο καζίνο. Έβγαζαν τα κινητά με τις κάμερες των εκατομμυρίων pixel -«κλικ, κλικ» οι φωτογραφίες- και η έλαφος φρόντιζε να τους προσφέρει την ευκαιρία πριν χαθεί στα δέντρα. Της άρεσε, μεταξύ άλλων, ο ρόλος της ατραξιόν κοντά στο ιδιωτικοποιημένο και αναβαθμισμένο καζίνο.

«Σε πέντε λεπτά από εδώ, είστε στην καρδιά του δρυμού. Αν παρατηρήσετε με προσοχή με τα κιάλια, μπορείτε να δείτε και ελάφια μέσα στο δάσος απ’ το παράθυρό σας», έλεγαν οι μεσίτες στους υποψήφιους αγοραστές οικοπέδων και πολυτελών κατοικιών με πισίνα, γκαζόν, τζακούζι που πολιορκούσαν όλο και πιο στενά τον δρυμό. Η έλαφος, εν μέρει, είχε καταλάβει ότι ήταν μέρος των υπεραξιών του real estate που αναπτύσσονταν εφαπτόμενες του δάσους. Και έπαιζε ανυποψίαστη τον ρόλο της.

«Κύριε, κύριε, ως θαυμαστά τα έργα σου», αναφωνούσαν οι ιερείς, οι μοναχοί και οι μοναχές και οι πιστοί που τα Σαββατοκύριακα έσπευδαν στα μοναστήρια της περιοχής, αδιαμφισβήτητους κατόχους ενός μεγάλου μέρους του δρυμού. Η γοητεία του ελαφιού αποτελούσε ένα ακόμη στοιχείο επιβεβαίωσης της μεταφυσικής τους πίστης. Και η έλαφος αισθανόταν έτσι σαν απεσταλμένη του Θεού, γεγονός που ενίσχυε την έπαρσή της.

«Κι εδώ θα φτιάξουμε ένα ανοικτό πάρκο επαφής με την άγρια φύση της Πάρνηθας. Ο επισκέπτης θα περνά με το αυτοκίνητό του σε μια διαδρομή δύο χιλιομέτρων. Θα μπορεί να παρατηρήσει πουλιά, ζώα και, βέβαια, να σταματήσει και να πλησιάσει τις σταρ μας, τις ελαφίνες. Θα μπορεί ακόμη και να τις ταΐσει. Θα εγκαταστήσουμε και αυτόματα μηχανήματα πώλησης τροφής», εξήγησε ο σύμβουλος του υπουργού που εισηγήθηκε ένα ευρύ σχέδιο τουριστικής αξιοποίησης του δρυμού. Η ελαφίνα ήξερε πάλι ότι θα είναι η σταρ αυτού του πάρκου οικολογικής αναψυχής και δεν είχε σκοπό να φέρει καμιά αντίρρηση ούτε στα ανάλογα λαμπρά σχέδια του καζίνου, ούτε στις βλέψεις των μονών για ενθάρρυνση του θρησκευτικού τουρισμού, ούτε στα σχέδια των συναρμοδίων υπουργείων για αξιοποίηση του όμορου πρώην βασιλικού κτήματος.

Την κολάκευε την ελαφίνα αυτή η πολιορκία του real estate και των τουριστικών υπεραξιών. Όλο και περισσότερο αισθανόταν επίκεντρο αυτού του μοναδικού πλούτου. Και οι τελευταίες αμφιβολίες της εξατμίστηκαν όταν πήρε την κατηγορηματική υπόσχεση από τους διαχειριστές του δάσους: «Ορκιζόμαστε στο χορτάρι που τρως, στο νερό που πίνεις και στη σκιά των δέντρων που σε δροσίζουν ότι τίποτε και κανείς δεν θα βλάψει τον ζωτικό σου χώρο». Και, προς επίρρωση του όρκου τους, την ενημέρωσαν ότι συναρμόδιοι υπουργοί για την προστασία του δρυμού ήταν ο Βύρων και ο Προκόπης. Δεν της έλεγαν κάτι τα ονόματα, αλλά δεν είχε σημασία. Της είπαν επίσης ότι η εταιρεία διαχείρισης του πάρκου «Έλαφος Α.Ε.» θα έμπαινε στο Χρηματιστήριο κι η μετοχή της θα έκανε σουξέ. Κι οι τελευταίοι, ελάχιστοι φόβοι της για τον κίνδυνο πυρκαγιάς κάμφθηκαν όταν οι διαχειριστές την έπεισαν ότι ο Σουφλιάς θα εξέτρεπε ένα μέρος του Αχελώου και στην Πάρνηθα, εξασφαλίζοντας προστατευτική υγρασία στον δρυμό. Το ’χαψε.

Δεν ήταν όλα τα ζώα του δάσους το ίδιο εύπιστα. «Τι βαυκαλίζεσαι, μωρή ηλίθια, με όλα τα φούμαρα που σου πουλάνε; Δεν έρχεσαι να μετακομίσουμε πουθενά πιο βόρεια;», έλεγε στην ελαφίνα η αλεπού, πάντα καχύποπτη, αλλά η έλαφος απαξιούσε και να της απαντήσει, αναγνωρίζοντας μόνο φθόνο στα λόγια της.

«Βλέπεις αυτά τα σιδερένια δέντρα με τα ολόισια κλαδιά που φτάνουν μέχρι την Αθήνα; Είναι οι πυλώνες του Σιούφα κι όχι μοντέρνα γλυπτική που συμβολίζει τα όμορφά σου κέρατα. Μεταφέρουν φωτιά και κεραυνούς, και δεν έχω όρεξη να γίνουμε όλοι παρανάλωμα αν πεταχτεί από εκεί καμιά σπίθα», της έλεγε η νυφίτσα, καχύποπτη μέχρι τέλους, και της ανακοίνωνε την απόφασή της να μεταφερθεί κι αυτή βορειότερα. Κι η καλλίπυγος ελαφίνα τής γύρισε τα οπίσθιά της, βέβαιη για τη γοητεία και αυτής της πλευράς της.

Όταν ο πρώτος καπνός εισέβαλε στα ρουθούνια της, πίστεψε ότι ήταν τα μπάρμπεκιου των θαυμαστών της. Όταν οι πρώτες φλόγες τσουρούφλισαν την ουρά της, υπέθεσε ότι άρχισαν τα έργα υποδομής για την αξιοποίηση του δρυμού. Όταν χάθηκε εντελώς ανάμεσα στη φωτιά, τα πυκνά σύννεφα καπνού και τη στάχτη, σκέφτηκε ότι οι θαυμαστές της είχαν βρει τον πιο ριζικό τρόπο για να περάσει στην αθανασία ως βασίλισσα του δάσους. Ύστερα, έγινε φωτογραφία. Γκρίζα, πεσμένη στο έδαφος και τυμπανιαία. Μνημείο real estate και δημιουργικής καταστροφής».

ΚΙΜΠΙ

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (7/7/2007)

Oδοιπόροι θέρους ώρα περί μεσημβρίαν υπό καύματος τρυχόμενοι, ως εθεάσαντο πλάτανον, υπό ταύτην καταντήσαντες και εν τη σκιά κατακλιθέντες ανεπαύοντο. Αναβλέψαντες δε εις την πλάτανον, έλεγον προς αλλήλους ως ανωφελές εστιν ανθρώποις τούτο άκαρπον το δένδρον. Η δε υποτυχούσα έφη· Ω αχάριστοι, έτι της εξ εμού ευεργεσίας απολαύοντες, αχρείαν με και άκαρπον αποκαλείτε. Ούτω και των ανθρώπων τινές ατυχείς εισιν ως και ευεργετούντες τους πέλας επί τη χρηστότητι απιστείσθαι.

Αισώπου Μύθοι, «Οδοιπόροι και πλάτανος»

30/06/2007

Ο πολιτισμός της τουαλέτας

Γύρισα απ’ το κρύο κι ο λίβας ήρθε και μου ’φραξε το στόμα σαν σιδερένιο χέρι μόλις κατέβηκα απ’ το αεροπλάνο. Δεν ήξερα, δεν ρώταγα τουλάχιστον; Ενώ εσείς ψηνόσασταν σε θερμοκρασίες παρασκευής μελάτου αβγού, εγώ δροσιζόμουν κάπου μεταξύ Μέλανος και Δυτικού Δρυμού, στη νοτιοδυτική Γερμανία. Βροχές και μπόρες στην ημερήσια διάταξη, οι ομπρέλες τα μόνα αληθινά απαραίτητα αξεσουάρ σε μικρές και μεγάλες διαδρομές, ο ήλιος εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν απροειδοποίητα και ο υδράργυρος μετά βίας ξεπερνούσε τους 20 βαθμούς. Αυτό λέγεται γερμανικό καλοκαίρι.

Ωραία η Γερμανία, όση τουλάχιστον είδα. Πνιγμένη στο πράσινο, πόλεις ζωσμένες από δάση ελάτων, δρυών, βαλανιδιών. Ποτάμια που τις διασχίζουν από βορρά προς νότο κι από ανατολή προς δύση. Ήπια το καλοκαίρι, οργισμένα πολλές φορές τον χειμώνα, προκαλούν συχνότατα μεγάλες καταστροφές, αλλά οι Γερμανοί μοιάζουν να παίζουν με τη ρουτίνα της υπερχείλισης και της πλημμύρας. Στις γέφυρες των ποταμών και στα παρόχθια κτίρια σημειώνουν με χιούμορ τις χρονολογίες με τα ρεκόρ της στάθμης των ποταμών, λες κι η φύση βρίσκεται σε κάποιου είδους ανταγωνισμό με τον εαυτό της κι οι άνθρωποι είναι οι κριτές της. Ποιος θα σπάσει το ρεκόρ; Ο Ρήνος, ο Μόζελ, ο Νέκαρ, ο Δούναβης ή κάποιος από τους παραποτάμους τους;

Δεν περνώ συχνά τα σύνορα και φροντίζω, όποτε μου συμβαίνει, να μην είναι για δουλειά αλλά για αναψυχή και απόλαυση. Το απόλαυσα αυτό το ταξίδι, παρ’ όλες τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα για τη γερμανική κοινωνία που κουβάλησα στις αποσκευές μου. Πολλές επιβεβαιώθηκαν, αρκετές διαψεύστηκαν, κάποιες έμειναν μετέωρες. Δεν έχει και πολλή σημασία, δέκα μέρες δεν φτάνουν για να αντιληφθεί κανείς τι συμβαίνει ώστε μια κοινωνία, με τόσο βαθιές ενοχές στην πλευρά του θύτη και τόσα τραύματα στην πλευρά του θύματος, να ενστερνίζεται ένα όραμα κι ένα πλαίσιο ανάπτυξης και προόδου που αποτελεί σημείο αναφοράς για όλο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Κάποιοι μπορεί να βγάζουν φλύκταινες στο άκουσμα της έννοιας «γερμανικό μοντέλο», συνθέτοντας συνειρμούς για τα «λευκά κελιά» όπου γέρασαν οι τελευταίοι «αντάρτες πόλεων» της Ευρώπης, για την αλαζονεία της κοινωνίας που άργησε τόσο πολύ να πει μια φωναχτή συγγνώμη για το ολοκαύτωμα, για τον επιθετικό καπιταλισμό που την κατέστησε ατμομηχανή της Ευρώπης, για τα τρένα των μεταναστών και των «γκασταρμπάιτερ» που διαδέχθηκαν, σχεδόν φυσικά, τα τρένα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, για το κοινωνικό κράτος που αποξηλώνεται αργά και σταθερά.

Όλ’ αυτά ισχύουν, αποτελούν διαστάσεις μιας πολυσύνθετης πραγματικότητας, που περιλαμβάνει όμως και πολλές άλλες. Αίφνης, ένας τουρίστας που απλώς χαζεύει τα αξιοθέατα τα οποία περιλαμβάνει κάθε καθωσπρέπει τουριστικός οδηγός, θα εντυπωσιαστεί από τον ευλαβικό σεβασμό των Γερμανών στην αρχιτεκτονική παράδοση που διασώζει πολιτισμό τουλάχιστον δέκα αιώνων. Από τα σωστά αναδειγμένα μνημεία που αποτελούν και βασικές τουριστικές ατραξιόν, αλλά και τα οικιστικά αρχιτεκτονικά μέτωπα των πόλεων, με παρελθόν δύο και τριών αιώνων, που κατοικούνται και λειτουργούν από σύγχρονους ανθρώπους και όχι από τα φαντάσματα των πρώτων ενοίκων τους. Θα γοητευτεί από τους γοτθικούς καθεδρικούς ναούς και τις ρωμανικές βασιλικές που εκπροσωπούν ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της οποίας, κατά κάποιο τρόπο, όλοι οι Ευρωπαίοι (και οι καθ’ ημάς ανατολίτες) είμαστε αποτέλεσμα. Θα συναρπαχτεί από τα μεσαιωνικά κάστρα, από τα ιστορικά πανεπιστήμια σχεδόν σε κάθε μεγαλούπολη της χώρας. Θα εντυπωσιαστεί από τους επιβλητικούς ουρανοξύστες της Φρανκφούρτης, όπου η αφρόκρεμα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος ανταγωνίζεται όχι μόνο στο χρηματιστήριο, αλλά και στον αρχιτεκτονικό μοντερνισμό. Πάρκα, δρυμοί με καλοσχηματισμένους δασικούς δρόμους, ζωολογικοί κήποι, καθαρές κωμοπόλεις με επάρκεια υποδομών δεν θα αφήσουν αδιάφορο τον επισκέπτη, πολύ περισσότερο αν προέρχεται από μια χώρα που ερημοποιείται επικίνδυνα όχι μόνο λόγω κλιματικών αλλαγών, αλλά και εξαιτίας αλόγιστης οικιστικής ανάπτυξης εις βάρος των και των τελευταίων πνευμόνων πρασίνου.

Αλλά εμένα, τίποτε απ’ όλα αυτά -συνηθισμένα άλλωστε στις περισσότερες χώρες της Κεντροευρώπης- δεν με συγκίνησε τόσο, όσο οι ταπεινότεροι χώροι που διαθέτει μια χώρα για τις ταπεινότερες των αναγκών των κατοίκων της. Οι τουαλέτες. Μιλούμε συνήθως απαξιωτικά γι’ αυτές τις ανάγκες, συνηθέστερα τις χρησιμοποιούμε ως εξαιρετικά μειωτικές ύβρεις εις βάρος αλλήλων. Λέμε: «Άντε χέσου», παρ’ ότι χωρίς αυτή τη λειτουργία του πεπτικού μας σωλήνα θα πάμε από ειλεό και άψαλτοι. Αφήστε δε που, για τους περισσότερους από μας, είναι και μια ανομολόγητη απόλαυση, κι ας έχουμε ξεπεράσει το κατά Φρόιντ πρωκτικό στάδιο της σεξουαλικής μας ωρίμανσης. Λέμε επίσης: «Άει κατούρα», εξίσου προσβλητικά, παρ’ ότι η απώλεια της δυνατότητας ούρησης οδηγεί μαθηματικά στον θάνατο ή, στην καλύτερη περίπτωση, στο τεχνητό νεφρό. Και η ελαφρότερη συνέπεια της συγκράτησης αυτής της ακαταμάχητης ανάγκης είναι (για τους άνδρες) ο προστάτης (για τις γυναίκες δεν ξέρω).

Λοιπόν, αυτό μ’ εντυπωσίασε περισσότερο στη Γερμανία. Ο σεβασμός που δείχνουν το νοσούν κοινωνικό κράτος και οι άπληστοι ιδιώτες σ’ αυτές τις κατώτερες, σχεδόν βρεφικές ανάγκες του ανθρώπινου είδους. Όπου και να βρίσκεσαι, οποιαδήποτε ώρα της μέρας, όταν αισθανθείς αυτή την ενοχλητική, αναπόδραστη πίεση στο μαλακό σου υπογάστριο, σε λίγα λεπτά θα βρεις ένα καταφύγιο για ν’ ανακουφιστείς. Στις εθνικές οδούς και στους διεθνείς αυτοκινητοδρόμους, στα μουσεία και στα μνημεία, στις πλατείες, στους δρόμους, στους σταθμούς των μέσων συγκοινωνίας, στα εστιατόρια, στα πολυκαταστήματα, στα εμπορικά κέντρα, στα σοκάκια των μεσαιωνικών πόλεων, στους ανοικτούς ζωολογικούς κήπους, ανάμεσα στα ενδιαιτήματα των πιθήκων και των ελαφιών, στα κάστρα, στα δημαρχεία, στις δημόσιες υπηρεσίες, στα πανεπιστήμια. Παντού θα βρεις μια τουαλέτα διαθέσιμη για το κοινό. Άλλοτε δωρεάν, άλλοτε έναντι ενός μικρού φιλοδωρήματος για τους ανθρώπους που τις κρατούν καθαρές και φροντίζουν να έχουν χαρτί υγείας, σαπούνι, βρύσες που λειτουργούν. Ένας ολόκληρος πολιτισμός της τουαλέτας σε πλήρη ανάπτυξη, όχι μόνο στις πολυάνθρωπες μεγαλουπόλεις, αλλά και στα πιο ήσυχα χωριά.

Μεταφερθείτε τώρα στην Αθήνα, και φανταστείτε την ουροδόχο κύστη σας στα πρόθυρα έκρηξης ή το ορθό σας στα πρόθυρα διάρροιας. Η πιθανότητα να σας συμβεί το ατύχημα είναι 90%, εκτός αν βρίσκεστε σ’ ένα εστιατόριο, μια καφετέρια, σ’ έναν εξαιρετικά διάσημο αρχαιολογικό χώρο, στο Σύνταγμα ή στην Κοτζιά (κι εκεί, μόνο αν θέλετε να υποστείτε την οδυνηρή εμπειρία της χημικής τουαλέτας). Αν βρεθείτε σε μια τράπεζα, δεν πρέπει να διανοηθείτε να ρωτήσετε για τουαλέτα. Ένας πελάτης τραπέζης οφείλει να μην ουρεί και να μην αφοδεύει. Ο καπιταλισμός αλά ελληνικά απευθύνεται σε ανθρώπους χωρίς πεπτικό και ουροποιητικό σύστημα.

Δεν ξέρω ποια συμβολή είχαν το προτεσταντικό πνεύμα και ο καλβινισμός του γερμανικού καπιταλισμού στη σημασία που δίνει το σύστημα αυτό σ’ αυτές τις ταπεινές, σχεδόν εξοβελιστέες ανάγκες του ανθρώπινου είδους. Ενδεχομένως για τους εγχώριους οραματιστές του καθυστερημένου αστικού εκσυγχρονισμού είναι εξευτελιστικά αδιανόητο να περιλάβουν στην έννοια της αστικής (έστω) προόδου μια λεκάνη τουαλέτας, ένα καζανάκι και μερικά ρολά χαρτί υγείας. Αλλά, η αίσθησή μου είναι πως ο κατά Μαξ Βέμπερ ασκητικός καπιταλισμός που άνθισε στη Γερμανία, δεν φείδεται πρόνοιας και για τις ανώτερες ανάγκες του είδους μας, αν κρίνουμε από τις αδιάλειπτες πνευματικές εκρήξεις που διαπέρασαν τη χώρα αυτή στους αιώνες του ανθρωπισμού και των φώτων. Εκρήξεις αντιφατικές, αλλά πάντα ενδιαφέρουσες αν κρίνουμε από τη στρατιά διανοητών, από τον Λούθηρο μέχρι τον Βέμπερ και από τον Χέγκελ μέχρι τον Μαρκούζε. Οι οποίοι, υποθέτω, δεν είχαν παραιτηθεί από τις ανάγκες ούρησης και αφόδευσης.

Αυτά, εν είδει ταξιδιωτικών εντυπώσεων, χρήσιμων σε μια χώρα που το αποτελεσματικότερο μέσο αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών που διαθέτει είναι το περιεχόμενο των ουροδόχων κύστεών μας. Ίσως γι’ αυτό μας ασκεί να το συγκρατούμε. Για ώρα ανάγκης. Αν ξανακαεί η Πάρνηθα, για παράδειγμα.


ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr (και kibi-blog.blospot.com)

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Ο Ντίντεριχ είχε κάνει χρυσή δουλειά. Η πρώτη του διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση στέφθηκε από επιτυχία, ήταν κύριος της κατάστασης, με ένα διοικητικό συμβούλιο από πειθήνιους άνδρες, και μπορούσε να προχωρήσει στην επιβολή της κυριαρχίας του και στην εσωτερική οργάνωση της επιχείρησης. Στην αρχή κιόλας συγκέντρωσε τον λαό του των εργατών και των υπαλλήλων. «Μερικοί από σας», είπε, «με γνωρίζετε ήδη από το εργοστάσιο του Χέσλινγκ. Και οι υπόλοιποι θα με μάθετε τώρα. Όποιος θέλει να με βοηθήσει είναι καλοδεχούμενος, αλλά δεν θ’ ανεχθώ καμιά ανταρσία! Πριν ούτε καν δύο χρόνια το είπα αυτό σε μια μικρή μερίδα από σας, και δείτε τώρα πόσους έχω υπό τις διαταγές μου. Μπορείτε να ’στε περήφανοι για το αφεντικό σας! Να είστε σίγουροι πως θα ενδιαφερθώ να αφυπνίσω το εθνικό σας φρόνημα και πως θα σας κάνω πιστούς οπαδούς της κατεστημένης τάξης». Και τους υποσχέθηκε ιδιόκτητα σπίτια, ασφάλιση υγείας, φτηνά τρόφιμα. «Σοσιαλιστικές ραδιουργίες όμως τις απαγορεύω σαφώς! Όποιος ψηφίζει στο μέλλον διαφορετικά απ’ ό,τι θέλω, απολύεται!» Ακόμη και την απιστία, είπε ο Ντίντεριχ, ήταν αποφασισμένος να διευθετήσει. Κάθε Κυριακή θα έλεγχε ποιος ήταν στην εκκλησία και ποιος όχι. «Όσο κυριαρχεί στη γη το προπατορικό αμάρτημα, θα υπάρχει πόλεμος και μίσος, ζήλια και διχόνοια. Γι’ αυτό: ένας είναι ο Κύριος!»

Χάινριχ Μαν, «Ο νομοταγής πολίτης»

27/06/2007

Πολιτική οικονομία του αυτοκινήτου

Για όλα φταίει ο Χένρι Φορντ. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει, αν και βάρυνε το γήινο έδαφος με δισεκατομμύρια τόνους επεξεργασμένου μετάλλου. Αυτός ο δαιμόνιος Αμερικανός, με το μοντέλο του «Τ» και τη φιλοδοξία του ν’ αποκτήσει κάθε Αμερικανός με μέτριο εισόδημα ένα αυτοκίνητο, έδωσε μάλλον την πιο τρομακτική διάσταση στην ανακάλυψη του τροχού εδώ και δέκα χιλιετίες.

Προσωπικά αισθάνομαι ευγνώμων στον μακαρίτη Φορντ και σε όσους καταπιάστηκαν πριν απ’ αυτόν με την ουτοπία -μέχρι τον 19ο αιώνα- της αυτοκίνησης.

Η σχέση μου με το αυτοκίνητο δεν είναι πολύ μακρινή, συγκριτικά με την ηλικία μου. Περίπου μια δεκαπενταετία έχω «απελευθερωθεί» από το περπάτημα. Έβαλα σε εισαγωγικά τη λέξη, γιατί η μετατροπή του αυτοκινήτου από είδος πολυτελείας σε αγαθό λαϊκής κατανάλωσης εξαφάνισε και το τελευταίο απελευθερωτικό στοιχείο που έφερε το μέσο που έχει αλλάξει την εικόνα του κόσμου μας. Η ταχύτητα ενός αυτοκινήτου είναι πλέον αντιστρόφως ανάλογη της συχνότητας με την οποία το χρησιμοποιούμε, ο κερδισμένος χρόνος που μας προσέφερε εξατμίζεται όσο περισσότερο το μέσο εκδημοκρατίζεται, γίνεται κτήμα των πολλών. Και μαζί με τον χρόνο που χάνεται, χάνεται και άφθονο χρήμα, προορισμένο να χρηματοδοτήσει μια ιδιότυπη πολιτική οικονομία του αυτοκινήτου.

Ο απολογισμός της σχέσης μου με το αυτοκίνητο μπορεί να αποτυπωθεί με πολλούς τρόπους. Μπορώ να πω, για παράδειγμα: Έχω κάνει περίπου 300.000 χιλιόμετρα, έχω κερδίσει σε χρόνο περίπου 6.000 ώρες, ή 260 μέρες ή 8 μήνες. Έχω γνωρίσει τουλάχιστον 30 περιοχές της Ελλάδας στις οποίες δεν θα έφτανε η χάρη μου με τα λεωφορεία των ΚΤΕΛ ή με τον ΟΣΕ. Έχω δει φοβερές ανατολές και κατακόκκινες δύσεις, έχω ακούσει ατέλειωτες ώρες αγαπημένης μουσικής.

Ο ίδιος δεκαπενταετής απολογισμός μπορεί να γίνει και ως εξής: Έχω πληρώσει περίπου 45.000 για διαδοχικές αγορές τριών αυτοκινήτων, μαζί με τους τόκους. Έχω πληρώσει πάνω από 4.000 ευρώ σε τέλη κυκλοφορίας (σε σταθερές τιμές), τουλάχιστον 9.000 ευρώ για ασφάλιστρα, περίπου 37.000 ευρώ σε καύσιμα (από τα οποία μισά είναι φόρος), 10.000 ευρώ για σέρβις και ανταλλακτικά, περίπου 400 ευρώ πρόστιμα για παράνομη στάθμευση και πάνω από 500 ευρώ για νόμιμη (όπως βλέπετε, η ζυγαριά γέρνει υπέρ νομιμοφροσύνης). Έχω επίσης βρεθεί τρεις φορές σε δικαστήριο για μία αστική διαφορά από τροχαίο (για υπόθεση αξίας μόλις 50.000 δραχμών που τελεσιδίκησε σε τρία χρόνια, βοήθειά μας).

Υπάρχει και τρίτη εκδοχή απολογισμού της δεκαπενταετούς σχέσης μου με το αυτοκίνητο. Μπορεί να πει κανείς: Έπειτα από δεκαπέντε χρόνια καθημερινής οδήγησης, έχω χάσει σε μποτιλιαρίσματα τουλάχιστον 3.000 ώρες από τη ζωή μου, έχω κινδυνεύσει να σκοτωθώ (εξαιτίας μου ή εξαιτίας άλλων) τρεις φορές – τη μία μάλιστα απόρησα πώς βγήκα ζωντανός και μόνο με ένα σκίσιμο στο μάτι από μια μάζα ατσάλι που «φιλήθηκε» άγρια με μια ουρανοκατέβατη Mercedes CLK. Έχω επίσης αποκτήσει μια οσφυαλγία, το σώμα μου αποκτά το πλαδαρό σχήμα της ακινησίας μεταφερόμενο από καρέκλα σε κάθισμα αυτοκινήτου και αντίστροφα, και το μυϊκό μου σύστημα ανέχεται το βάρος μου (σε ανεκτό ακόμη επίπεδο) με τη μέγιστη δυσφορία.

Μια τέταρτη εκδοχή του απολογισμού μου θα απαιτούσε μια ακριβή μέτρηση των καυσαερίων που έχω εκπέμψει, έπειτα από 300.000 χιλιόμετρα οδήγησης. Δεν ξέρω τι εξέπεμπε κάθε αυτοκίνητο που πέρασε απ’ τα χέρια μου, αλλά βάσει των μέσων όρων υπολογίζω ότι έχω επιβαρύνει την ατμόσφαιρα με 48 τόνους διοξειδίου του άνθρακα. Για τα υπόλοιπα διοξείδια αδυνατώ να σας πληροφορήσω. Πάντως, έκανα ό,τι περνούσε απ’ το χέρι μου (και απ’ το πόδι μου).

Ο μακαρίτης ο Φορντ δεν τα είχε υπολογίσει όλα αυτά όταν εκπλήρωνε το όνειρό του για ένα αυτοκίνητο για όλους. Και εξ όσων γνωρίζω, εκεί, στο λυκόφως του 19ου αιώνα, ουδείς είχε διανοηθεί να προφητέψει το φαινόμενο του θερμοκηπίου, τη σημασία που θα αποκτούσε το αυτοκίνητο για το κράτος και την πετρελαιοβιομηχανία, τη στατιστική του θανάτου στην άσφαλτο, την επιδημία ισχιαλγιών και φλεβίτιδων ή τη σχεδόν σεξουαλική σχέση με την ταχύτητα που βλέπουν οι ψυχαναλυτές στην εξάρτηση του μέσου Δυτικού ανθρώπου με το αυτοκίνητο (μια ευφυή, αν και ακραία, εκδοχή αυτής της οργασμικής σχέσης με το αυτοκίνητο περιέγραψε πριν από μερικά χρόνια ο Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ στην ταινία «Crash», όπου οι πρωταγωνιστές τη βρίσκουν συγκρουόμενοι με αυτοκίνητα, αποκτώντας όσο το δυνατόν περισσότερες αναπηρίες έπειτα από κάθε ατύχημα, που για τους ίδιους είναι ευτύχημα).

Όταν ήμουν παιδί, στη γειτονιά μου ήταν παρκαρισμένα μερικές δεκάδες αυτοκίνητα σε ακτίνα αρκετών εκατοντάδων μέτρων. Το αυτοκίνητο ήταν τεκμήριο πολυτελούς διαβίωσης, αλλά κανείς δεν είχε διανοηθεί να το φορολογήσει. Όσο περισσότερα στρώματα αποκτούσαν πρόσβαση στο φωτεινό αντικείμενο του πόθου, τόσο περισσότερα επίπεδα φορολόγησης, δημόσιας και ιδιωτικής, προστίθεντο σ’ αυτό το αλισβερίσι ταχύτητας, χρόνου και χρήματος. Στην αρχή υπήρχε μόνο το τέλος ταξινόμησης, έπειτα ήλθε η υποχρεωτική ασφάλιση, μετά τα τέλη κυκλοφορίας, η βαριά φορολογία στα καύσιμα, η σχέση εξάρτησης με τις αυτοκινητοβιομηχανίες μέσω των επισκευών και της συντήρησης, τα πρόστιμα της Τροχαίας, τα έξοδα στάθμευσης, οι τεχνολογίες παθητικής και ενεργητικής ασφάλειας, τα μεγάλα οδικά έργα, η πίεση των κατασκευαστικών εταιρειών για περισσότερα χιλιόμετρα ασφάλτου στην αποκλειστική διάθεση των τροχοφόρων. Όλα έγιναν, τουλάχιστον για την Ελλάδα, μέσα σε διάστημα τριάντα-σαράντα ετών. Το αυτοκίνητο, από περιθωριακό μέσο, έγινε ο κυρίαρχος της πόλης, αλλά και ο κυρίαρχος της οικονομίας. Κινητό, ακίνητο, αυτοκίνητο κινούν (ή ακινητοποιούν) την οικονομία αυτής της χώρας, και όχι μόνον. Και εξασφαλίζουν έναν πακτωλό φορολογικών εσόδων στο κράτος. Αν ο μέσος Νεοέλληνας είναι μια φορά εξαρτημένος από το αυτοκίνητο, το κράτος είναι δέκα φορές εξαρτημένο.

Πόσο ειλικρινής, λοιπόν, μπορεί να είναι η αγωνία του κράτους: πρώτον, για τη σωματική μας ασφάλεια και ακεραιότητα, δεύτερον, για την ασφάλεια του περιβάλλοντος και τελικά την υγεία μας, τρίτον για τη νομιμοφροσύνη μας στους κανόνες οδικής συμπεριφοράς; Και είναι διατεθειμένο να υποστεί τις συνέπειες μιας μαζικής ανταπόκρισης των πολιτών στην αφελή καμπάνια του υπουργείου Μεταφορών «κόψτε το αυτοκίνητο»;

Πραγματικά τούς αξίζει ένα τέτοιο χουνέρι. Μια μαζική ανταπόκριση της κοινωνίας στις καμπάνιες αποχής από το αυτοκίνητο και ευλαβικής τήρησης των κανόνων οδικής κυκλοφορίας, σε βαθμό υστερίας. Μια θεαματική συνωμοσία νομιμοφροσύνης, ευαισθησίας και αυτοσυγκράτησης. Αυτοκίνητα ακινητοποιημένα τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας, κινούμενα βάσει ενός αυστηρού, προσωπικού ορίου κατανάλωσης καυσίμων. Πλήθη περιπατητών ή υπομονετικών επιβατών στις στάσεις των λεωφορείων, του μετρό και του τραμ. Οδηγοί που δεν διανοούνται να βάλουν μπροστά χωρίς ζώνη ασφαλείας, να σταθμεύσουν παράνομα ή να τρέξουν πάνω από 90 στις εθνικές. Αυτοκίνητα που δεν διανοείται να εγκαταλείψει κανείς πριν συμπληρώσουν εικοσαετία. Τροχονόμοι σε αναδουλειές, εφορίες με όλο και λιγότερα έσοδα, βενζινάδικα που υπολειτουργούν.

Πάω στοίχημα: αν συνέβαινε αυτό έστω και κατά ένα 50%, το κράτος θα κατέρρεε μέσα σε λίγους μήνες και το Γενικό Λογιστήριο θα μετατρεπόταν σε νευρολογική κλινική. Η Βουλή θα συνερχόταν κατεπειγόντως για να ελαφρύνει τα πρόστιμα και τις ποινές του ΚΟΚ και οι υπουργοί Μεταφορών, Δημόσιας Τάξης και Ανάπτυξης (αν δεν είχαν εκπαραθυρωθεί) θα πρωταγωνιστούσαν σε διαφημιστικές καμπάνιες ως οδηγοί της Formula-1 ή ξένοιαστοι καβαλάρηδες με αέρα Ψωμιάδη.

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr (και hptt://kibi-blog.blogspot.com/)

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...