13/06/2009

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (13/6/2009)

Και τώρα πέστε μου τι ψηφίσατε. Θα έπρεπε να πουν, σύμφωνα με τη σχετική λογική των δημοσκοπήσεων, Ψήφισα λευκό. Τέτοια ευθεία απάντηση θα μπορούσε να δώσει ένας υπολογιστής ή μια αριθμομηχανή, και θα ήταν η μόνη που θα επέτρεπε η άκαμπτη και ειλικρινής τους φύση, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, και οι άνθρωποι είναι παγκοσμίως γνωστοί ως τα μόνα ζώα ικανά να ψεύδονται, αν και, είναι αλήθεια, μερικές φορές το κάνουν επειδή φοβούνται, μερικές φορές από συμφέρον, κι επίσης μερικές φορές επειδή αντιλαμβάνονται πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος που έχουν στη διάθεσή τους για να υπερασπιστούν την αλήθεια.

Ζοζέ Σαραμάγκου, «Περί φωτίσεως»

07/06/2009

«Κόμματα, νταβάδες των πολιτών» (6/6/2009)

Παραμονή εκλογών, με την αποχή-απόχη να τρέχει στις παραλίες γεμάτη νεανική αθωότητα ή ώριμη εκδικητικότητα, με τα αγωνιώδη διαφημιστικά μηνύματα του ευρωκοινοβουλίου και του υπουργείου Εσωτερικών να προσπαθούν να ξυπνήσουν τον πολίτη μέσα μας (ή το κτήνος…), και με τα προμηνύματα από τις πανευρωπαϊκές κάλπες να κατεδαφίζουν πολιτικά συστήματα αιώνων (όπως της Βρετανίας), ο τίτλος που επέλεξα είναι άκρως παρεξηγήσιμος. Κινδυνεύω να κατηγορηθώ για αντικοινοβουλευτισμό, για πρόκληση σε στάση κατά του πολιτεύματος, να κηρυχθώ εχθρός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και να «σταυρωθώ»: από τους φιλελεύθερους ως οπαδός του ολοκληρωτισμού, από τους σοσιαλ-φιλελεύθερους ως προπαγανδιστής της χούντας και από τους αριστερο-φιλελεύθερους ως κήρυκας της πολιτικής αποστράτευσης. Έλα, όμως, που η συγκυρία και οι πρωταγωνιστές της έχουν βάλει τα δυνατά τους να καταστήσουν άκρως επίκαιρο και ρεαλιστικό το παλιό σύνθημα των αναρχικών.

Και η συγκυρία περιγράφεται ως εξής: στις κάλπες ο μέσος νεοέλλην ψηφοφόρος θα πρέπει, αφού πειστεί ότι έχει το παραμικρό νόημα να ψηφίσει, να επιλέξει αν ο Καραβέλας έχει δώσει τα σωστά ονόματα ως αποδέκτες του μαύρου χρήματος της Siemens, αν ο Ζαγοριανός έχει προφυλακίσει αρκετά μέλη της οικογένειάς του και συγκατηγορουμένους του, αν η Ντόρα είχε τους λόγους της να στείλει με τον αραμπά το τηλεγράφημα εκ Μοντεβιδέο, αν ο Καραμανλής είχε τους λόγους του ν’ αφήσει τη Ντόρα να γίνει ρόμπα, αν το σκάνδαλο αφορά περισσότερο το ΠΑΣΟΚ ή ακουμπά επαρκώς τη μητσοτακική ή την καραμανλική διακυβέρνηση, αν το ΚΚΕ έκανε πράγματι επαναστατικές μπίζνες με την «Γερμανός» ή είναι θύμα προβοκάτσιας, αν το πολιτικό χρήμα έχει αγγίξει και τον ΣΥΡΙΖΑ ή κάποια ευάλωτα στελέχη του, αν ο Καρατζαφέρης και ο ΛΑΟΣ του χρησιμοποιεί και πώς τις χλιδάτες γνωριμίες της επικεφαλής του ευρωψηφοδελτίου του, αν οι Οικολόγοι έχουν έκαναν πράγματι «πράσινες» μπίζνες πριν πάρουν θέση στο πολιτικό στερέωμα. Αν…αν…αν. Ο ψηφοφόρος, δηλαδή, πρέπει να αποφασίσει αν η εικόνα που αναδύει το κομματικό σύστημα είναι η μόνη φυσιολογική του κατάσταση κι επομένως θα πρέπει να εξοικειωθεί μ’ αυτήν, να την επιβραβεύσει, να την ανεχτεί. Ή να αντιδράσει στην ασφυκτική ηγεμονία της αγοράς επί της δημοκρατίας, της οικονομίας επί της πολιτικής, της μίζας επί του κόμματος.

Αν συνθέσουμε τον καταιγισμό σκανδάλων και αποκαλύψεων της τελευταίας εξαετίας για τις σχέσεις της φαιάς πολιτικής με το μαύρο χρήμα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο έχει μείνει ακλόνητη η θέση των «πέντε νταβατζήδων που κυβερνούν την Ελλάδα», αλλά στο νταβατζιλίκι αυτό τα κόμματα δεν έχουν απλά το ρόλο του θύματος, της καταπιεσμένης πόρνης, αλλά του νταβά των πολιτών. Η σχέση, εν ολίγοις, έχει γίνει τριγωνική. Κόμματα και επιχειρηματικά λόμπι εναλλάσσονται στο ρόλο πελάτη και μαστροπού και μόνον οι πολίτες μοιάζει να απολαμβάνουν το ρόλο της χαρούμενης πόρνης.

Τον απολαμβάνουν; Όχι ακριβώς. Οι χαρούμενες πόρνες έχουν τσαντιστεί. Από το γκλαμουράτο Σίτι του Λονδίνου μέχρι την τριτοκοσμική Μενάνδρου της Αθήνας. Στη συγκυρία, βλέπετε, προστέθηκε το μελαγχολικό συμπέρασμα της παγκόσμιας έρευνας της «Διεθνούς Διαφάνειας» (έναντι της οποίας- οφείλω να ομολογήσω- είμαι λίαν καχύποπτος) ότι τα κόμματα είναι ο πιο διεφθαρμένος θεσμός των σύγχρονων κοινωνιών. Και ότι η Ελλάδα κάνει έναν θλιβερό πρωταθλητισμό στο πεδίο αυτό, αναδεικνυόμενη δεύτερη παγκοσμίως στη διαφθορά των κομμάτων μετά τη Νιγηρία. Αυτή η διάχυτη αίσθηση των πολιτών ότι τα κόμματα-και, φυσικά, πρωτίστως τα κόμματα εξουσίας- είναι μηχανισμοί έκθετοι στον εκμαυλισμό από κέντρα οικονομικής ισχύος και επιχειρηματικά λόμπι, αντιστοιχεί και στις καταγραφές πανευρωπαϊκών και εγχώριων δημοσκοπήσεων που αποτυπώνουν είτε την απροθυμία των ψηφοφόρων να νομιμοποιήσουν το πολιτικό παιχνίδι, είτε την πίστη τους στον «Κανένα»: Ο «κανένας» εξακολουθεί να θεωρείται από το ένα τρίτο των ψηφοφόρων ο μόνος κατάλληλος για την διακυβέρνηση, ακόμη και στην υπερπολιτικοποιημένη Ελλάδα, δυο-τρία εικοσιτετράωρα προ της κάλπης.

Το φαινόμενο είναι ανησυχητικό και οδηγεί πράγματι ακόμη και σε ολοκληρωτικές ατραπούς. Αλλά, οφείλουμε να το κοιτάξουμε κατάματα. Έχει περάσει μια δεκαετία ενοχλητικής δημόσιας φλυαρίας για τη διαφάνεια στη σχέση οικονομίας και πολιτικής. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Ασία, τα νομικά συστήματα έχουν υπερφορτωθεί με δρακόντεια μέτρα ελέγχου της διαφθοράς και του μαύρου χρήματος, ενίσχυσης της διαφάνειας και της δημόσιας λογοδοσίας κρατικών και ιδιωτικών φορέων της οικονομίας. Οι δικαστικές αρχές, άλλοτε στο όνομα της δημόσιας ασφάλειας και άλλοτε στο όνομα της δημόσιας ηθικής, έχουν στα χέρια τους νομικά όπλα που φλερτάρουν επικίνδυνα με την πλήρη καταστρατήγηση ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων. Κάθε συναλλαγή μας με τράπεζα είναι κατ’ αρχήν ύποπτη αν δεν αποδεικνύεται καταλεπτώς το «πόθεν έσχες» και της πιο φυσιολογικής αποταμίευσης. Ακόμη και ο υπάλληλος του γκισέ είναι εκτεθειμένος στο δικαστικό έλεγχο για το ύποπτο χρήμα. Ένας πολυπλόκαμος μηχανισμός διεθνούς αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας είναι επίσης έτοιμος να αστυνομεύσει τις γκρίζες ζώνες του παγκοσμιοποιημένου χρήματος. Ακόμη και το τραπεζικό απόρρητο, αυτό το Άγιο Δισκοπότηρο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, τελεί υπό αίρεση. Κάθε δημόσια προμήθεια, για μια καρφίτσα ή ένα μαχητικό αεροσκάφος, ανατίθεται με διαγωνισμούς στους οποίους έχουν δοκιμαστεί όλοι οι δυνατοί μαθηματικοί τύποι που καθιστούν αδύνατη την διαμεσολάβηση του αργυρώνητου κρατικού λειτουργού και του φαταούλα ιδιώτη προμηθευτή. Και ένα πολυδαίδαλο σύστημα «Ανεξάρτητων Αρχών» έχει αναπτυχθεί για να στεγανοποιήσει το κράτος από την «υγρασία» της συναλλαγής. Κι όμως, όλο αυτό το παγκόσμιο οπλοστάσιο της «αποστείρωσης» δεν έχει καταφέρει να αποθαρρύνει ούτε στο ελάχιστο τους συντελεστές του παιχνιδιού της διαπλοκής: τους πολιτικούς και τους επιχειρηματίες, τα κόμματα και τις επιχειρήσεις.

Για τον δεύτερο πόλο αυτής της νοσηρής σχέσης, έχουμε περίπου αποφασίσει ότι το χούι δεν κόβεται. Το έξυπνο χρήμα χρησιμοποιεί και πάλι χρήμα για να κόψει δρόμο προς νέο χρήμα. Το πρόβλημα είναι με τον άλλο πόλο του συστήματος. Την πολιτική, τα κόμματα που ακόμη κι όταν επενδύουν στην επαγγελία της διαφάνειας και του «υγιούς ανταγωνισμού», μοιάζουν ανίκανα να βγουν από το φαύλο κύκλο της μίζας και της εξαγοράς. Και, εξελισσόμενα σε υποχείρια του έξυπνου χρήματος, χάνουν την ελάχιστη αυτονομία που είναι προϋπόθεση μιας αξιόπιστης λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Από διαμεσολαβητές των κοινωνικών στρωμάτων και διαχειριστές των αντιθέσεων και συνθέσεών τους, εξελίσσονται σε λόμπι συμφερόντων. Τελικά γίνονται κυριολεκτικά νταβάδες των πολιτών.

Μήπως τελικά το «δημοκρατικό έλλειμμα» που εντοπίζουμε με βαθυστόχαστο ύφος στις γερασμένες δημοκρατίες μας δεν έχει να κάνει μόνο με την άλωση της πολιτικής από την οικονομία, αλλά με τη γήρανση των ίδιων των κομμάτων ως θεμελίων του κοινοβουλευτισμού; Μήπως οι κοινωνίες βρίσκονται σε αναζήτηση άλλων μορφών συλλογικότητας για τη συμμετοχή τους στην πολιτική και στους θεσμούς αντιπροσώπευσης; Μήπως η ανάκτηση της αυτονομίας της πολιτικής περνά από την υπέρβαση των κομμάτων όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, ως στρατηγεία επιτελών του αρχηγού, σέχτες επαγγελματιών πολιτικών, στρατούς εφόδου στο κράτος, άκαμπτες, ιεραρχικές πυραμίδες εξουσίας, αποκομμένες ακόμη και από την παραδοσιακή σχέση «πελατείας» με το εκλογικό κοινό; Μήπως οι πολιτικές συλλογικότητες του 21ου αιώνα απαιτούν πολλά επίπεδα δημοκρατικής νομιμοποίησης που να αντιστοιχούν στοιχειωδώς στη σύνθετη πραγματικότητα των κοινωνιών, των τάξεων και των στρωμάτων; Μήπως τα απολιθώματα της Γαλλικής Επανάστασης έκλεισαν τον κύκλο τους και οι κοινωνίες έχουν ανάγκη από νέες μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης;

Αυτά τα ρητορικά «μήπως» αφορούν με έναν τρόπο σχεδόν αυτονόητο την Αριστερά, που στις πικρές εμπειρίες εξουσίας διαπίστωσε πόσο εύκολα, πόσο γρήγορα και χωρίς διαμεσολάβηση μαύρου χρήματος τα ιεραρχικά κόμματα της «επανάστασης» εκφυλίστηκαν σε μηχανισμούς απεχθούς εξουσίας. Αλλά, τα ίδια ρητορικά «μήπως» αφορούν ακόμη και τα συστημικά κόμματα, τις καθεστωτικές ή μεταρρυθμιστικές πολιτικές δυνάμεις. Αν μείνουν στα αζήτητα των ψηφοφόρων, αν χάσουν τη διαμεσολαβητική τους ισχύ και πνιγούν στην πολιτική απάθεια, θα χαθούν στη διαχειριστική ανικανότητα, θα εγκαταλειφθούν ακόμη και από τις οικονομικές ελίτ. Και τελικά θα ξεμείνουν και από πελάτες και από χαρούμενες πόρνες και από μπαξίσια.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (6/6/2009*

Ο κύριος Κόυνερ μιλούσε κάποτε σε μια συγκέντρωση της εποχής για την απόλυτη επίγνωση, και τόνισε πως μόνο με την πάταξη της δωροδοκίας μπορούσε να την εξασφαλίσει κανείς. Βρήκαν τότε την ευκαιρία μερικοί και τον ρώτησαν σε τι συνίσταται η δωροδοκία. «Σε χρήμα», έσπευσε να απαντήσει ο κύριος Κόινερ. Πολλά ξαφνιασμένα Α! Ω! ξέσπασαν τότε στην ομήγυρη, και μερικά κεφάλια κουνήθηκαν απογοητευμένα- πράγμα που έδειχνε ότι όλοι περίμεναν μια πιο κομψή απάντηση. Πρόδωσαν έτσι αυτό που επιθυμούσαν κατά βάθος: οι δωρολήπτες έπρεπε να δωροδοκούνται με κάτι εκλεπτυσμένο, με κάτι πνευματικό, κι έτσι κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει τους δωροδοκημένους ότι τους έλειπε το πνεύμα.
Πολλοί, λένε, εξαγοράζονται με τιμές, Μ’ άλλα λόγια: όχι με χρήμα. Και όταν μεν αποδειχθεί πως κάποιοι άνθρωποι απέκτησαν χρήματα με αθέμιτα μέσα, τα χρήματα αυτά τους αφαιρούνται, κανείς όμως δεν αφαιρεί τις τιμές από εκείνους που τις απέκτησαν εξίσου αθέμιτα.
Έτσι, πολλοί που κατηγορούνται για εκμετάλλευση, προτιμούν να κάνουν τους άλλους να πιστεύουν ότι πήραν τα χρήματα για να αποκτήσουν εξουσία, αντί να πουν ότι απέκτησαν εξουσία για να πάρουν χρήματα. Όπου όμως η απόκτηση χρημάτων ισοδυναμεί με την απόκτηση εξουσίας, η εξουσία δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την κλοπή χρημάτων.

Μπέρτολντ Μπρεχτ «Ιστορίες του κ. Κόυνερ»

01/06/2009

Η κατάφαση μιας άρνησης (30/5/2009)

Τρελαίνομαι για τσιτάτα. Θα το έχετε αντιληφθεί. Γι’ αυτό και πάντα αναζητώ ένα τσιτάτο, λιγότερο ή περισσότερο σχετικό με την εβδομαδιαία φλυαρία μου, εύστοχο ή όχι, το οποίο και φιλοξενείται στη θυγατρική στήλη «Θεωρίες για την Υπεραξία» εδώ και εννιά χρόνια. Έχω ενθουσιαστεί, λοιπόν, από το γεγονός ότι δεκάδες συνάδελφοι και αρκετοί εθνοπατέρες, πριν βγουν στην τηλεοπτική πασαρέλα, ακόμη αναζητούν εναγωνίως την πατρότητα του περίφημου διλήμματος «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;». Την αγωνία δεν την αντιλαμβάνομαι, καθώς η βαρβαρότητα είναι η μόνη σταθερά του καθημερινού μας βίου με την οποία οι περισσότεροι είμαστε εξοργιστικά συμφιλιωμένοι. Έχει όμως ενδιαφέρον ότι ανάμεσα στα διλήμματα «Μύκονος ή Πάρος;», «αποχή ή εκδρομή;», «του Αγίου Κόμματος ή του Αγίου Πνεύματος;», «ντάκιρι ή στόλι με πάγο;», «ΠΑΣΟΚ ή Ν.Δ.;» κ.λπ. παρεισέφρησαν ο Ένγκελς, η Λούξεμπουργκ, ο Καστοριάδης και μια μακρά σειρά μελαγχολικών αναμνήσεων της νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε. Πάλι καλά που η αναζήτηση της πατρότητας του διλήμματος περιορίζεται μεταξύ σχετικών ονομάτων. Διότι άκουσα και από ανεκδιήγητη τηλεοπτική περσόνα να ισχυρίζεται ενώπιον συνεντευξιαζόμενης -και εμβρόντητης- υπουργού ότι το δίλημμα πρωτοδιατυπώθηκε από τον Σωκράτη (ή τον Ισοκράτη, κι ο ίδιος δεν ήταν πολύ σίγουρος). Αυτά προς επίρρωση της νεοελληνικής βαρβαρότητας, που είναι υπεράνω του ιστορικού πλην επίκαιρου διλήμματος.

Το δεδομένο πάντως είναι ότι οι επτά προεκλογικές μέρες που μας απομένουν θα κινηθούν, κατά πώς φαίνεται, μεταξύ pet shops, γραφείων ταξιδίων, εταιρειών δημοσκοπήσεων και βιβλιοθηκών (όπου ενδεχομένως θα αναζητηθούν τα άπαντα Ένγκελς και Λούξεμπουργκ). Κι απ’ αυτούς (αφού τα παπαγαλάκια αποφασίσουν να αποδημήσουν ντροπιασμένα στους θλιβερούς τροπικούς και η Λούξεμπουργκ διακτινιστεί και πάλι στο σύμπαν της λήθης), μόνο οι δημοσκόποι και τα γραφεία ταξιδίων θ’ απομείνουν να κάνουν παιχνίδι. Έχουν, άλλωστε, έναν κοινό τόπο: την προδιαγραφόμενη αποχή από τις κάλπες.

Πού θα φτάσει η αποχή; Οι ευρωπαϊκές δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν τους Έλληνες σε πρωταθλητές της συμμετοχής μαζί με τους Ιρλανδούς. Αντίθετα, οι εγχώριες μας προετοιμάζουν για αρνητικό ρεκόρ. Πού θα φτάσει, λοιπόν; Στο 40%; Στο 50%; Ποιο είναι το όριο που αποσταθεροποιεί το πολιτικό σύστημα, που καθιστά ανεπαρκή και δυσλειτουργική τη δημοκρατική του νομιμοποίηση; Γιατί αυτό που είναι φυσιολογικό για αρκετά παλαιότερες δημοκρατίες, όπως η αμερικανική ή αρκετές ευρωπαϊκές, για την Ελλάδα είναι αφύσικο και προβληματικό; Υπάρχει κάποιος κανόνας που δεν τον έχω αντιληφθεί; Μάλλον ναι. Ο κανόνας είναι ότι στην Ελλάδα οι ψηφοφόροι έχουν κακομάθει το πολιτικό σύστημα. Του προσφέρουν με εξαιρετική φιλοτιμία άλλοθι συνενοχής κάθε φορά που βρίσκεται σε τρομακτικά αδιέξοδα, που αποσυντίθεται επικίνδυνα αδυνατώντας να κατακτήσει το επόμενο σημείο ισορροπίας.

Τα δεδομένα της συγκυρίας, στον βαθμό που οι δημοσκοπήσεις την αποτυπώνουν ρεαλιστικά, είναι τα εξής: τουλάχιστον τέσσερις στους δέκα ψηφοφόρους, σκεπτόμενοι ότι οι ευρωεκλογές δεν κρίνουν τη μάχη της διακυβέρνησης, αλλά χρησιμοποιούνται απλώς σαν πρόβα τζενεράλε γι’ αυτήν, αποφασίζουν να μη γίνουν κομπάρσοι της και να κάνουν ένα ωραίο καψώνι στα κόμματα εξουσίας και όχι μόνον. Και, προφανώς, η αργία μαζί με την κάψα του Ιουνίου προσφέρει ένα ακαταμάχητο ψυχολογικό άλλοθι σ’ αυτή τους την επιλογή. Άρνηση πρώτη. Επίσης, τρεις στους δέκα θεωρούν ότι κανένα κόμμα δεν είναι κατάλληλο για τη διακυβέρνηση της χώρας και τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, αφού ούτως ή άλλως έχουν πειστεί ότι αφενός θα την πληρώσουν οι συνήθεις ύποπτοι, αφετέρου τον λογαριασμό τον εκδίδουν όχι οι επιτελείς του Μαξίμου και της Φιλελλήνων, αλλά η Κομισιόν και το ΔΝΤ. Άρνηση δεύτερη. Ακόμη, τουλάχιστον ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους εξακολουθεί να μη βρίσκει πια πρόσωπο κατάλληλο για πρωθυπουργό ανάμεσα στους υπάρχοντες πολιτικούς αρχηγούς. Άρνηση τρίτη. Επίσης, τουλάχιστον τρεις στους δέκα ψηφοφόρους αρνούνται ακόμη και τους εαυτούς τους, δηλώνοντας ότι θα ψηφίσουν άλλο κόμμα από αυτό που επέλεξαν στις εθνικές εκλογές του 2007. Άρνηση τέταρτη. Και, τέλος, τρεις στους δέκα τοποθετούνται με παγερή αδιαφορία απέναντι στο θέμα της διακυβέρνησης (που έτσι κι αλλιώς δεν κρίνεται τώρα), επιλέγοντας κόμματα και σχήματα που δεν έχουν -τουλάχιστον επίσημα και άμεσα- διακηρυγμένη προοπτική εξουσίας. Πέμπτη άρνηση.

Δυο αρνήσεις μάς κάνουν μια κατάφαση, μας μάθαιναν παλιά στη Λογική και στο Συντακτικό. Πέντε αρνήσεις (και βάλε) τι μας κάνουν; Μας κάνουν μια πολύ ενδιαφέρουσα ρήξη του κοινωνικού σώματος με το υπάρχον σύστημα εξουσίας, μια διάρρηξη του κοινωνικού consensus στο οποίο στηρίχτηκε ο δικομματισμός την τελευταία τριακονταπενταετία. Το ίδιο ισχύει και για τη μοναδική κατάφαση που καταγράφεται, δηλαδή την ευκολία με την οποία υιοθετείται το πιο πρόσφατο φρούτο του κομματικού συστήματος, οι Οικολόγοι Πράσινοι. Αυτή η ρήξη, η καθαρή άρνηση με όλες τις αποχρώσεις και τις διαβαθμίσεις της, βάλλεται από πολλούς ως στάση «απολιτίκ», αφού αφήνει μετέωρο το ερώτημα της εξουσίας. Και από άλλους θεωρείται πολιτικά ύποπτη, αποτέλεσμα συστηματικών υποβολών από τα κέντρα της παράλληλης εξουσίας: τα ΜΜΕ, την επιχειρηματική ελίτ, τους επίδοξους ανασχεδιαστές του πολιτικού συστήματος. Στα πολιτικά φαινόμενα, πράγματι, αντανακλώνται ταυτόχρονα πολύ παράγοντες. Παίζουν τον ρόλο τους και τα χαζοχαρούμενα τηλεοπτικά πρωινάδικα που γεμίζουν το βλέμμα μα παραλίες και σφριγηλά σώματα και οι τηλεοπτικοί μικροί θεοί που με τη σφραγίδα της αυθεντίας αποφασίζουν ποιο είναι το ρεύμα και οι δημοσκόποι που υπερμεγεθύνουν το ρεύμα και η συνήθεια του μέσου πολίτη να πηγαίνει με το ρεύμα. Και μπορεί να προσθέσει κανείς και τους προβοκάτορες και τις μυστικές υπηρεσίες και τους κατασκευαστές κομμάτων του εργαστηρίου και όλες τις θεωρίες συνωμοσίας που μπορεί κανείς να φανταστεί.

Αλλά από όλα αυτά υπάρχει κάτι που προφανώς παίζει τον κυρίαρχο ρόλο. Λοιπόν, ο καμβάς είναι η ύφεση. Η άρνηση είναι μια πολιτική στάση που ταιριάζει στην ύφεση. Όχι μόνο γιατί, σε όλη την Ευρώπη, ο μέσος ψηφοφόρος διαπιστώνει με δέος την τρομακτική αδυναμία του πολιτικού συστήματος να τον προστατεύσει. Αλλά και γιατί η δημιουργική καταστροφή που συντελείται στην παραγωγή, στην οικονομία με τον μηχανισμό της ύφεσης, προκαλεί αναπόφευκτα μιαν αντίστοιχη δημιουργική καταστροφή στο πολιτικό σύστημα. Η ύφεση έφερε τον Ομπάμα στην εξουσία, η ίδια καταβαραθρώνει τους Εργατικούς στη Βρετανία και αποσυνθέτει την Αριστερά και την Κεντροαριστερά στη Γαλλία ή στην Ιταλία. Η ύφεση διαλύει συστηματικά τις οικονομικές αυταπάτες οι οποίες στήριξαν κατά τον «αιώνα της ευημερίας» ασταθή κοινωνικά στρώματα, το νεφέλωμα του μεσαίου χώρου το οποίο αποτέλεσε το προνομιακό πεδίο για τη σύγκλιση φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατία στο Κέντρο. Το νεφέλωμα διαλύεται, η πλασματική ευημερία βουλιάζει στα χρέη και οι πολιτικοί του εκφραστές βρίσκονται αίφνης σε ένα διαφοροποιημένο ακροατήριο γεμάτο δυσφορία, απόρριψη, άρνηση. Καθώς το κομματικό σύστημα είναι απροετοίμαστο να υποδεχθεί αυτή τη στάση, στον ρόλο του δοχείου παραπόνων μπορεί να βρεθεί οτιδήποτε και οποιοσδήποτε. Η αποχή, τα άκρα, οι γραφικοί, οι ανιματέρ των εκλογών, οι πράσινοι, οι κατακόκκινοι, οι φαιοί…

Άλλωστε, η δυσφορία για την ανεπάρκεια του σημερινού πολιτικού συστήματος δεν προέρχεται μόνο από τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Ακόμη και η κορυφή της έχει εκφραστεί δημοσίως υπέρ της ριζικής αναδόμησης της «στομωμένης μεταπολιτευτικής δημοκρατίας», για να θυμηθούμε την πιο πρόσφατη γλαφυρή διατύπωση του προέδρου του ΣΕΒ, Δ. Δασκαλόπουλου. Κι αυτή είναι μια επίσης ηχηρή άρνηση του σημερινού κομματικού σύμπαντος. Δεν ξέρω αν θα εκφραστεί σε αποχή, ούτε αν οι σελέμπριτι του εγχωρίου παρεΐστικου καπιταλισμού προτιμήσουν να ελλιμενιστούν το τριήμερο στη Μύκονο, αντί να ασκήσουν το εκλογικό τους καθήκον έναντι του σημερινού συστήματος εξουσίας (τους). Υποψιάζομαι, ωστόσο, ότι η προφανής αποστασιοποίησή τους από αυτό δεν εξαντλείται σε μια άρνηση. Συνοδεύεται και από μια λανθάνουσα κατάφαση, από μια λιγότερο ή περισσότερο ορατή εύνοια σε νέους πολιτικούς σχηματισμούς που, ανεξαρτήτως τίτλου, ετικέτας και ταυτότητας, μπορεί να παίξουν ρόλο σε έναν μετα-δικομματισμό. Και κάποιοι πυρήνες της επιχειρηματικής μας ελίτ δραστηριοποιούνται σοβαρά εδώ και καιρό στο πεδίο αυτό. Άλλοτε μοιράζοντας λαμπτήρες χαμηλής κατανάλωσης ενέργειας, άλλοτε κραυγάζοντας κατά της διαφθοράς των πολιτικών και άλλοτε δίνοντας σταθερό βήμα προβολής στα ανερχόμενα πρόσωπα του πολιτικού σταρ σίστεμ.

Επομένως, η άρνηση που πλανάται στην προεκλογική ατμόσφαιρα και ρευστοποιεί το πολιτικό τοπίο δεν είναι ούτε απολίτικη ούτε αδιάφορη. Ίσα ίσα, που σ’ αυτήν προβάλλονται συμφέροντα και ενδιαφέροντα σαφώς αντιτιθέμενα, δυο κόσμοι που ζουν στον κατ’ επίφαση ενιαίο κόσμο μας, των οποίων η σύγκρουση αενάως αναβάλλεται. Είναι μια κυοφορία για την έκβαση της οποίας απλώς δεν γνωρίζουμε αν θα είναι τερατογένεση ή ελπίδα.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (30/5/2009)

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέριֹ
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά τηςֹ
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μαςֹ λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

Γιώργου Σεφέρη, «Άρνηση»

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...