-«Τι με σώζει; Τι με σώζει;»
- «Ένας γάμος ακριβός!»
- «Ποιος θα είναι ο γαμπρός;»
- «ΔΝΤ το όνομά του,
είναι όμως βλοσυρός».
- «Δεν πειράζει, δεν πειράζει,
Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς!»
Η νεόπλουτη Ελλάδα
εσφαγιάσθη «ευμενώς»,
ενυμφεύθη έναν Χάρο.
Δόξα να ’χει ο Θεός!
Κι οι σοφοί που τα ταιριάσαν,
και της πήραν τον παρά,
για Dubai μεριά τραβάνε,
να γλεντήσουν τα λεφτά.
Φυλακή, εμείς δεν πάμε.
ΕΞΥΠΝΑ οι νόμοι αργούν,
τα λεφτά δικά μας θα ’ναι...
Τα κορόιδα; Ας πνιγούν!
by Allegna (απόσπασμα ευγενούς στιχουργικής προσφοράς αναγνώστριας προς τον «ΚτΕ»)
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
16/05/2010
10/05/2010
Το τέταρτο κύμα (8/5/2010)
ΥΠΑΡΧΟΥΝ πολλοί τρόποι να μετρήσουμε και να αποτιμήσουμε τους κύκλους της ζωής μιας χώρας. Ένα μέτρο είναι οι επιχειρηματικοί και οικονομικοί κύκλοι, οι εναλλαγές ανάπτυξης και ύφεσης. Ένα άλλο μέτρο είναι οι πολιτικοί κύκλοι, οι εναλλαγές των κομμάτων στην εξουσία ή, πιο μακροσκοπικά, οι μεταλλάξεις του κομματικού συστήματος εξουσίας. Μιλούμε, για παράδειγμα, περί κύκλου της μεταπολίτευσης του οποίου προαναγγέλλεται το κλείσιμο για πολλοστή φορά.
ΩΣΤΟΣΟ, το μέτρο των μέτρων, το στοιχείο στο οποίο τέμνονται τόσο οι πολιτικοί όσο και οι οικονομικοί κύκλοι ζωής μιας χώρας, ακόμη και οι ιστορικοί και πολιτιστικοί της κύκλοι, είναι ο πλούτος της. Στην παραγωγή, στη διεκδίκησή του, στη διανομή ή στον σφετερισμό του συνωθούνται και αντιπαρατίθενται τάξεις, κοινωνικά στρώματα, γενιές, γραφειοκρατίες, επιχειρηματικές «παρέες», «συμμορίες» κλεπτοκρατών, κόμματα.
ΑΠΟ ΤΟ 1990, αν θεωρήσουμε ότι αποτελεί έτος καμπής στο πολιτικό σύστημα και κυρίως «εισβολής» της ενιαίας σκέψης του νεοφιλελευθερισμού (αγορά, ιδιωτικοποίηση, λαϊκός καπιταλισμός, λιγότερο κράτος) στις αντιλήψεις της κοινωνίας και της πολιτικής ελίτ, η Ελλάδα έχει ζήσει τρία μεγάλα κύματα λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου, με επιπτώσεις ασύλληπτες σ’ αυτό που σήμερα βιώνουμε ως κρίση κρατικού χρέους. Μπορούμε να προσδιορίσουμε τον πλούτο που παράχθηκε στην εικοσαετία αυτή, πολύ σχηματικά και με μεγάλο βαθμό αφαίρεσης, περίπου σε 4 τρισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζουμε τη μαύρη οικονομία, που κι αυτή πάντως αντιστοιχεί σε πραγματικό πλούτο. Και φυσικά χωρίς να υπολογίζουμε τις υπεραξίες που προκύπτουν από εκείνο το μέρος του που «αντικειμενοποιείται» σε κινητές ή ακίνητες αξίες. Τουλάχιστον 4 τρισ. ευρώ, λοιπόν, πέρασαν από τα χέρια μας, έγιναν ιδιωτική κατανάλωση, κρατικές δαπάνες, δαπάνες δημοσίου χρέους. Και μπροστά σ’ αυτά, τα 60 δισ. ευρώ, που υποτίθεται ότι πήραμε και «φάγαμε» από τις κοινοτικές επιδοτήσεις, δεν ξεπερνούν το 1,5%. Η αξία τους στην πραγματικότητα ήταν μόνο συμβολική, έστω κι αν είναι εκατοντάδες και χιλιάδες οι πινακίδες που μας θυμίζουν: «αυτό το έργο πραγματοποιήθηκε με τη συγχρηματοδότηση της Ε.Ε.» ΕΠΟΜΕΝΩΣ, το ερώτημα είναι: «Πού πήγαν τα λεφτά, οέο;» Μια απάντηση είναι ίσως η «θεωρία» μου για τα τρία (συν ένα) κύματα ληστείας του κοινωνικού πλούτου της εικοσαετίας.
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΓΑΛΟ κύμα συντελέστηκε την περίοδο 1990-1993. Η σαρωτική εκποίηση του δημόσιου πλούτου που προώθησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, έστω κι ανολοκλήρωτη, μαζί με τη φάμπρικα των προγραμματικών συμφωνιών που εδραίωσε την ηγεμονία εθνικών προμηθευτών και εργολάβων στα δημόσια έργα, συνοδεύτηκε από μια εκτίναξη του δημοσίου χρέους. Για την ακρίβεια, οδήγησε στον υπερδιπλασιασμό του από τα 27 δισ. στα 68 δισ. ευρώ. Βάσει της νεοφιλελεύθερης συνταγής, θα έπρεπε να συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Τα υποτιθέμενα έσοδα αποκρατικοποιήσεων θα έπρεπε να ελαφρύνουν το χρέος. Ο λόγος για τον οποίο δεν συνέβη αυτό δεν ήταν μόνο ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις εκποιήθηκαν κοψοχρονιά, αλλά και ότι το κράτος ουσιαστικά «επιδότησε» και τους αγοραστές. Αυτό το πρώτο κύμα που έσπασε το ταμπού της ιδιωτικοποίησης συνεχίστηκε αδιαλείπτως από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ μέχρι το 2004, οπότε ολοκληρώθηκε ο μεγαλύτερος κύκλος αποκρατικοποιήσεων στις τράπεζες, τις τηλεπικοινωνίες, την ενέργεια.
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ ληστείας του κοινωνικού πλούτου κορυφώθηκε το 1999, όταν η εδραίωση του «λαϊκού καπιταλισμού» και της «δημοκρατίας των μετόχων» έγινε συλλογική αυταπάτη, στα όρια της υστερίας, για ένα σημαντικότατο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Στον χρηματιστηριακό πανικό του 1999 η κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. έφτασε το ιλιγγιώδες ποσό των 212 δισ. ευρώ, φρέσκο χρήμα που αντλήθηκε από το μικρομεσαίο εισόδημα περίπου ενός εκατομμυρίου νοικοκυριών. Δυο χρόνια μετά, τα τρία τέταρτα αυτού του πλούτου είχε κάνει φτερά και η κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. έπιανε πάτο, κάτω από τα 60 δισ. ευρώ. Περίπου 150 δισ. ευρώ, ποσό που υπερέβαινε το ετήσιο ΑΕΠ σε τιμές 1999, δεν εξαερώθηκαν, αλλά άλλαξαν χέρια μέσω της φάμπρικας εισαγωγών και αυξήσεων κεφαλαίων στο Χ.Α. που, αντί για επενδύσεις, έγιναν ιδιωτικές περιουσίες και πολυτελής κατανάλωση των μεγαλομετόχων. Η μεγαλύτερη αναδιανομή πλούτου υπέρ των ολίγων από καταβολής ελληνικού κράτους συνέβη την ίδια περίοδο που τα φτωχότερα νοικοκυριά υποβάλλονταν σε ασκήσεις λιτότητας μέσω του προγράμματος σύγκλισης και της υποτίμησης της δραχμής για την ένταξη στο ευρώ. Την ίδια περίοδο, το δημόσιο χρέος μένει «κολλημένο» στην περιοχή του 100% του ΑΕΠ, ανεξάρτητα από τις λαθροχειρίες υπολογισμού του και παρά τον πακτωλό εσόδων του κράτους.
ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΜΑ λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου κορυφώνεται το 2004, όταν η ελληνική κοινή γνώμη υποβάλλεται σε μαζικό υπνωτισμό από τις ολυμπιακές σειρήνες, καλείται να ζήσει το ολυμπιακό όνειρο, ενώ ταυτόχρονα φιμώνεται ως «αντεθνική» κάθε φωνή που προειδοποιεί ότι τα φαραωνικά ολυμπιακά έργα, πέραν της αμφίβολης ανταποδοτικότητάς τους, θα εκτινάξουν το δημόσιο χρέος και θα γεμίσουν τα ταμεία των ξένων και εγχώριων εργολάβων και προμηθευτών που, εκμεταλλευόμενοι το ολιγοπώλιό τους, έστησαν έναν απίστευτο μηχανισμό υπερτιμολογήσεων και υπερκοστολογήσεων. Τα 20 δισ. του κόστους των ολυμπιακών έργων πλαισιώνονται από ένα πολλαπλάσιο κόστος όλων των μεγάλων έργων που ξεκίνησαν από το 2000 και εξελίσσονται μέχρι σήμερα, και πέρα από τις (τελικά ισχνές) κοινοτικές επιδοτήσεις, προσέθεσαν σε εννιά χρόνια περίπου 150 δισ. ευρώ κρατικού χρέους, εδραίωσαν την ηγεμονία ενός ολιγάριθμου λόμπι εργολάβων και προμηθευτών που σήμερα όχι απλώς ελέγχει, αλλά και κατέχει τα μεγάλα έργα σαν κατακτητής που κατέλαβε τμήμα της εθνικής επικράτειας. Υποθέτω ότι το αντιλαμβάνεστε αυτό κάθε φορά που περνάτε, για παράδειγμα, από διόδια εθνικών οδών.
ΖΟΥΜΕ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΥΜΑ λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου. Και ταυτόχρονα, το πιο βίαιο και καταστροφικό ως προς τις επιπτώσεις στον κοινωνικό ιστό. Η τετραετία που ακολουθεί, με την Ελλάδα ενταγμένη στον μηχανισμό στήριξης Ε.Ε. - ΔΝΤ, θα σημάνει μια μεταφορά πλούτου άνω των 150 δισ. ευρώ απευθείας από τα λαϊκά εισοδήματα και τα κρατικά ταμεία στα χαρτοφυλάκια ξένων και εγχώριων τραπεζών, αλλά και κερδοσκοπικών επενδυτικών κεφαλαίων των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Καθώς προβλέπεται ότι το χρέος θα φτάσει στο τέλος (αν υπάρξει τέλος) του κυβερνητικού προγράμματος, το 2014, στα 360 δισ. ευρώ (αύξηση 1000% από το 1991!), κάθε παραγωγική ικμάδα αυτής της χώρας, κάθε ευρώ που θα παραχθεί ή θα καταναλωθεί τα πέντε αυτά πέτρινα χρόνια, προορίζονται να διασώσουν και να τροφοδοτήσουν το πιο παρασιτικό τμήμα της οικονομίας, και μάλιστα κυρίως εκτός Ελλάδας. Στη Γερμανία, στη Γαλλία, στις ΗΠΑ, στα τραπεζικά τους χαρτοφυλάκια, που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους. Για το μέγεθος της λεηλασίας, μερικοί ακόμη αριθμοί είναι ενδεικτικοί: από το 1991 μέχρι σήμερα, στην εικοσαετία των τριών κυμάτων λεηλασίας του εθνικού πλούτου, η «φτωχή πλην τιμία» Ελλάδα έχει καταβάλει τόκους περίπου 180 δισ. ευρώ στους δανειστές της. Στην πενταετία της «διάσωσης» καλείται να καταβάλει τόκους 75 δισ. (έναντι 150 δισ. χρέους σε ομόλογα που λήγουν την ίδια περίοδο). Τοκογλυφία ύψους 50% με την εγγύηση των (μόνον διασωζόμενων) «σωτήρων»!
ΠΟΣΑ ΚΥΜΑΤΑ λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου ακόμη αντέχει, άραγε, αυτή η κοινωνία; Κανένα. Αρκεί να προσπαθήσει κανείς να φανταστεί το τοπίο της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας στο απροσδιόριστο τέλος αυτού του τούνελ. Τι κρατικές υποδομές θα έχουν απομείνει; Τι παραγωγικές δομές θα μένουν ζωντανές και τι θα παράγουν με ύφεση πάνω από 4%; Σε τι κατάσταση θα είναι το ανθρώπινο δυναμικό, με την ανεργία πάνω από το 15% και την εργασία εξουθενωμένη από μισθούς πείνας και ανέχειας; Με ποια κίνητρα η νέα γενιά θα δώσει τη μάχη της γνώσης, της επαγγελματικής επάρκειας και αξιοπρέπειας, θα ονειρευτεί τη χώρα του μέλλοντός της; Ποιο ακριβώς όραμα θα βοηθήσει την κοινωνία να αντέξει τον βίαιο ακρωτηριασμό δικαιωμάτων που υφίσταται; Τι όραμα έχει να του προσφέρει το σημερινό πολιτικό σύστημα που την οδήγησε στην «ελεγχόμενη» χρεοκοπία;
Κανένα. Και η ταπεινή μου πρόβλεψή είναι πως, σε ένα χρόνο το πολύ, θα αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή, που θα ’γραφε κι ο Σαββόπουλος.
ΩΣΤΟΣΟ, το μέτρο των μέτρων, το στοιχείο στο οποίο τέμνονται τόσο οι πολιτικοί όσο και οι οικονομικοί κύκλοι ζωής μιας χώρας, ακόμη και οι ιστορικοί και πολιτιστικοί της κύκλοι, είναι ο πλούτος της. Στην παραγωγή, στη διεκδίκησή του, στη διανομή ή στον σφετερισμό του συνωθούνται και αντιπαρατίθενται τάξεις, κοινωνικά στρώματα, γενιές, γραφειοκρατίες, επιχειρηματικές «παρέες», «συμμορίες» κλεπτοκρατών, κόμματα.
ΑΠΟ ΤΟ 1990, αν θεωρήσουμε ότι αποτελεί έτος καμπής στο πολιτικό σύστημα και κυρίως «εισβολής» της ενιαίας σκέψης του νεοφιλελευθερισμού (αγορά, ιδιωτικοποίηση, λαϊκός καπιταλισμός, λιγότερο κράτος) στις αντιλήψεις της κοινωνίας και της πολιτικής ελίτ, η Ελλάδα έχει ζήσει τρία μεγάλα κύματα λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου, με επιπτώσεις ασύλληπτες σ’ αυτό που σήμερα βιώνουμε ως κρίση κρατικού χρέους. Μπορούμε να προσδιορίσουμε τον πλούτο που παράχθηκε στην εικοσαετία αυτή, πολύ σχηματικά και με μεγάλο βαθμό αφαίρεσης, περίπου σε 4 τρισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζουμε τη μαύρη οικονομία, που κι αυτή πάντως αντιστοιχεί σε πραγματικό πλούτο. Και φυσικά χωρίς να υπολογίζουμε τις υπεραξίες που προκύπτουν από εκείνο το μέρος του που «αντικειμενοποιείται» σε κινητές ή ακίνητες αξίες. Τουλάχιστον 4 τρισ. ευρώ, λοιπόν, πέρασαν από τα χέρια μας, έγιναν ιδιωτική κατανάλωση, κρατικές δαπάνες, δαπάνες δημοσίου χρέους. Και μπροστά σ’ αυτά, τα 60 δισ. ευρώ, που υποτίθεται ότι πήραμε και «φάγαμε» από τις κοινοτικές επιδοτήσεις, δεν ξεπερνούν το 1,5%. Η αξία τους στην πραγματικότητα ήταν μόνο συμβολική, έστω κι αν είναι εκατοντάδες και χιλιάδες οι πινακίδες που μας θυμίζουν: «αυτό το έργο πραγματοποιήθηκε με τη συγχρηματοδότηση της Ε.Ε.» ΕΠΟΜΕΝΩΣ, το ερώτημα είναι: «Πού πήγαν τα λεφτά, οέο;» Μια απάντηση είναι ίσως η «θεωρία» μου για τα τρία (συν ένα) κύματα ληστείας του κοινωνικού πλούτου της εικοσαετίας.
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΓΑΛΟ κύμα συντελέστηκε την περίοδο 1990-1993. Η σαρωτική εκποίηση του δημόσιου πλούτου που προώθησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, έστω κι ανολοκλήρωτη, μαζί με τη φάμπρικα των προγραμματικών συμφωνιών που εδραίωσε την ηγεμονία εθνικών προμηθευτών και εργολάβων στα δημόσια έργα, συνοδεύτηκε από μια εκτίναξη του δημοσίου χρέους. Για την ακρίβεια, οδήγησε στον υπερδιπλασιασμό του από τα 27 δισ. στα 68 δισ. ευρώ. Βάσει της νεοφιλελεύθερης συνταγής, θα έπρεπε να συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Τα υποτιθέμενα έσοδα αποκρατικοποιήσεων θα έπρεπε να ελαφρύνουν το χρέος. Ο λόγος για τον οποίο δεν συνέβη αυτό δεν ήταν μόνο ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις εκποιήθηκαν κοψοχρονιά, αλλά και ότι το κράτος ουσιαστικά «επιδότησε» και τους αγοραστές. Αυτό το πρώτο κύμα που έσπασε το ταμπού της ιδιωτικοποίησης συνεχίστηκε αδιαλείπτως από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ μέχρι το 2004, οπότε ολοκληρώθηκε ο μεγαλύτερος κύκλος αποκρατικοποιήσεων στις τράπεζες, τις τηλεπικοινωνίες, την ενέργεια.
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ ληστείας του κοινωνικού πλούτου κορυφώθηκε το 1999, όταν η εδραίωση του «λαϊκού καπιταλισμού» και της «δημοκρατίας των μετόχων» έγινε συλλογική αυταπάτη, στα όρια της υστερίας, για ένα σημαντικότατο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Στον χρηματιστηριακό πανικό του 1999 η κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. έφτασε το ιλιγγιώδες ποσό των 212 δισ. ευρώ, φρέσκο χρήμα που αντλήθηκε από το μικρομεσαίο εισόδημα περίπου ενός εκατομμυρίου νοικοκυριών. Δυο χρόνια μετά, τα τρία τέταρτα αυτού του πλούτου είχε κάνει φτερά και η κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. έπιανε πάτο, κάτω από τα 60 δισ. ευρώ. Περίπου 150 δισ. ευρώ, ποσό που υπερέβαινε το ετήσιο ΑΕΠ σε τιμές 1999, δεν εξαερώθηκαν, αλλά άλλαξαν χέρια μέσω της φάμπρικας εισαγωγών και αυξήσεων κεφαλαίων στο Χ.Α. που, αντί για επενδύσεις, έγιναν ιδιωτικές περιουσίες και πολυτελής κατανάλωση των μεγαλομετόχων. Η μεγαλύτερη αναδιανομή πλούτου υπέρ των ολίγων από καταβολής ελληνικού κράτους συνέβη την ίδια περίοδο που τα φτωχότερα νοικοκυριά υποβάλλονταν σε ασκήσεις λιτότητας μέσω του προγράμματος σύγκλισης και της υποτίμησης της δραχμής για την ένταξη στο ευρώ. Την ίδια περίοδο, το δημόσιο χρέος μένει «κολλημένο» στην περιοχή του 100% του ΑΕΠ, ανεξάρτητα από τις λαθροχειρίες υπολογισμού του και παρά τον πακτωλό εσόδων του κράτους.
ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΜΑ λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου κορυφώνεται το 2004, όταν η ελληνική κοινή γνώμη υποβάλλεται σε μαζικό υπνωτισμό από τις ολυμπιακές σειρήνες, καλείται να ζήσει το ολυμπιακό όνειρο, ενώ ταυτόχρονα φιμώνεται ως «αντεθνική» κάθε φωνή που προειδοποιεί ότι τα φαραωνικά ολυμπιακά έργα, πέραν της αμφίβολης ανταποδοτικότητάς τους, θα εκτινάξουν το δημόσιο χρέος και θα γεμίσουν τα ταμεία των ξένων και εγχώριων εργολάβων και προμηθευτών που, εκμεταλλευόμενοι το ολιγοπώλιό τους, έστησαν έναν απίστευτο μηχανισμό υπερτιμολογήσεων και υπερκοστολογήσεων. Τα 20 δισ. του κόστους των ολυμπιακών έργων πλαισιώνονται από ένα πολλαπλάσιο κόστος όλων των μεγάλων έργων που ξεκίνησαν από το 2000 και εξελίσσονται μέχρι σήμερα, και πέρα από τις (τελικά ισχνές) κοινοτικές επιδοτήσεις, προσέθεσαν σε εννιά χρόνια περίπου 150 δισ. ευρώ κρατικού χρέους, εδραίωσαν την ηγεμονία ενός ολιγάριθμου λόμπι εργολάβων και προμηθευτών που σήμερα όχι απλώς ελέγχει, αλλά και κατέχει τα μεγάλα έργα σαν κατακτητής που κατέλαβε τμήμα της εθνικής επικράτειας. Υποθέτω ότι το αντιλαμβάνεστε αυτό κάθε φορά που περνάτε, για παράδειγμα, από διόδια εθνικών οδών.
ΖΟΥΜΕ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΥΜΑ λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου. Και ταυτόχρονα, το πιο βίαιο και καταστροφικό ως προς τις επιπτώσεις στον κοινωνικό ιστό. Η τετραετία που ακολουθεί, με την Ελλάδα ενταγμένη στον μηχανισμό στήριξης Ε.Ε. - ΔΝΤ, θα σημάνει μια μεταφορά πλούτου άνω των 150 δισ. ευρώ απευθείας από τα λαϊκά εισοδήματα και τα κρατικά ταμεία στα χαρτοφυλάκια ξένων και εγχώριων τραπεζών, αλλά και κερδοσκοπικών επενδυτικών κεφαλαίων των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Καθώς προβλέπεται ότι το χρέος θα φτάσει στο τέλος (αν υπάρξει τέλος) του κυβερνητικού προγράμματος, το 2014, στα 360 δισ. ευρώ (αύξηση 1000% από το 1991!), κάθε παραγωγική ικμάδα αυτής της χώρας, κάθε ευρώ που θα παραχθεί ή θα καταναλωθεί τα πέντε αυτά πέτρινα χρόνια, προορίζονται να διασώσουν και να τροφοδοτήσουν το πιο παρασιτικό τμήμα της οικονομίας, και μάλιστα κυρίως εκτός Ελλάδας. Στη Γερμανία, στη Γαλλία, στις ΗΠΑ, στα τραπεζικά τους χαρτοφυλάκια, που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους. Για το μέγεθος της λεηλασίας, μερικοί ακόμη αριθμοί είναι ενδεικτικοί: από το 1991 μέχρι σήμερα, στην εικοσαετία των τριών κυμάτων λεηλασίας του εθνικού πλούτου, η «φτωχή πλην τιμία» Ελλάδα έχει καταβάλει τόκους περίπου 180 δισ. ευρώ στους δανειστές της. Στην πενταετία της «διάσωσης» καλείται να καταβάλει τόκους 75 δισ. (έναντι 150 δισ. χρέους σε ομόλογα που λήγουν την ίδια περίοδο). Τοκογλυφία ύψους 50% με την εγγύηση των (μόνον διασωζόμενων) «σωτήρων»!
ΠΟΣΑ ΚΥΜΑΤΑ λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου ακόμη αντέχει, άραγε, αυτή η κοινωνία; Κανένα. Αρκεί να προσπαθήσει κανείς να φανταστεί το τοπίο της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας στο απροσδιόριστο τέλος αυτού του τούνελ. Τι κρατικές υποδομές θα έχουν απομείνει; Τι παραγωγικές δομές θα μένουν ζωντανές και τι θα παράγουν με ύφεση πάνω από 4%; Σε τι κατάσταση θα είναι το ανθρώπινο δυναμικό, με την ανεργία πάνω από το 15% και την εργασία εξουθενωμένη από μισθούς πείνας και ανέχειας; Με ποια κίνητρα η νέα γενιά θα δώσει τη μάχη της γνώσης, της επαγγελματικής επάρκειας και αξιοπρέπειας, θα ονειρευτεί τη χώρα του μέλλοντός της; Ποιο ακριβώς όραμα θα βοηθήσει την κοινωνία να αντέξει τον βίαιο ακρωτηριασμό δικαιωμάτων που υφίσταται; Τι όραμα έχει να του προσφέρει το σημερινό πολιτικό σύστημα που την οδήγησε στην «ελεγχόμενη» χρεοκοπία;
Κανένα. Και η ταπεινή μου πρόβλεψή είναι πως, σε ένα χρόνο το πολύ, θα αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή, που θα ’γραφε κι ο Σαββόπουλος.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (8/5/2010)
Ωσότου ο έλεγχος της έκδοσης χρημάτων και πιστώσεων
να επανέλθει στην κυβέρνηση και να αναγνωριστεί ως η πλέον περίοπτη και ιερή ευθύνη της, όλες οι συζητήσεις περί εθνικής κυριαρχίας της Βουλής και της Δημοκρατίας είναι άσκοπες και μάταιες... Όταν ένα έθνος δεν έχει πλέον τον έλεγχο του πιστωτικού συστήματος, δεν έχει σημασία ποιος θεσπίζει τους νόμους του... Εφόσον τεθεί επικεφαλής, η τοκογλυφία θα καταστρέψει οποιοδήποτε έθνος.
William Lyon Mackenzie King, πρωθυπουργός του Καναδά (1874-1950)
να επανέλθει στην κυβέρνηση και να αναγνωριστεί ως η πλέον περίοπτη και ιερή ευθύνη της, όλες οι συζητήσεις περί εθνικής κυριαρχίας της Βουλής και της Δημοκρατίας είναι άσκοπες και μάταιες... Όταν ένα έθνος δεν έχει πλέον τον έλεγχο του πιστωτικού συστήματος, δεν έχει σημασία ποιος θεσπίζει τους νόμους του... Εφόσον τεθεί επικεφαλής, η τοκογλυφία θα καταστρέψει οποιοδήποτε έθνος.
William Lyon Mackenzie King, πρωθυπουργός του Καναδά (1874-1950)
01/05/2010
Στα σκουπίδια της ιστορίας! (30/4/2010)
Πώς γράφεται η Ιστορία; Και από ποιους; Το αγαπημένο ρητό των ισχυρών της γης (και των υποτελών τους) είναι πως η Ιστορία γράφεται από τους νικητές. Άρα, είναι μάλλον απίθανο να γράψουμε ιστορία ως κοινωνία, υποτασσόμενοι στο σενάριο ήττας και συνθηκολόγησης βάσει του οποίου πορεύεται η κυβέρνηση. Το πιθανότερο είναι ότι οι ιστορικοί του μέλλοντος δεν θα έχουν τη χαρά έστω και της ονομαστικής αναφοράς της Ελλάδας ανάμεσα στις περίπου 170 που είχαν την ευτυχία να δεχθούν τη «σωτηρία» του ΔΝΤ. Εκτός κι αν η «σωτηρία» της Ελλάδας δεθεί με κάτι πιο ισχυρό, όπως για παράδειγμα η κατάρρευση της Ευρωζώνης ή η διάλυση της Ε.Ε. Και πάλι, είναι μάλλον απίθανο να μας απονεμηθεί κάποιος πρωταγωνιστικός ρόλος σ’ αυτόν τον γεωπολιτικό Αρμαγεδδώνα. Αν οι ιστορικοί του μέλλοντος κάνουν τη δουλειά τους σωστά, θα αναγνωρίσουν ότι η Ελλάδα ήταν απλώς το υπομόχλιο σ’ αυτό το παγκόσμιο σκάκι απληστίας, ιμπεριαλιστικού κυνισμού και αποικιοκρατικής αλαζονείας. Στην καλύτερη περίπτωση, θα την περιλάβουν στα ιστορικά ανέκδοτα.
Η αλήθεια είναι ότι η ηγεσία της χώρας -όλη η ηγεσία, η πολιτική, η οικονομική, η επιχειρηματική, η πνευματική- είχε πολλές ευκαιρίες να γράψει ιστορία τις τελευταίες δεκαετίες. Αν, για παράδειγμα, επεδείκνυε μια στοιχειώδη αντίσταση στα «ρεύματα» που αντιλαμβανόταν ως «καλέσματα της ιστορίας». Αν το καραμανλικό «ανήκομεν εις την Δύσιν» δεν μεταφραζόταν σε μία άνευ όρων υποταγή στα ιμπεριαλιστικά κέντρα της ψυχροπολεμικής περιόδου. Αν το παπανδρεϊκό «η Ελλάδα στους Έλληνες» συνοδευόταν από πολλά και επίμονα «όχι» στις αναιδείς απαιτήσεις των ευρωατλαντικών εταίρων. Αν το διακομματικό ευρωπαϊκό όραμα δεν ταυτιζόταν με μια πολιτική ανοικτών θυρών. Αν η ένταξη στο ευρώ δεν συνοδευόταν από το προκλητικό ζεύγος δημοσιονομικής απάτης και υποτίμησης της δραχμής (από την οποία φτιάχτηκαν περιουσίες). Αν ο αναπτυξιακός πρωταθλητισμός δεν στηριζόταν στην αλόγιστη πιστωτική επέκταση και στην κατασκευή του τραπεζικού Λεβιάθαν. Αν το πολιτικό προσωπικό δεν υιοθετούσε ασμένως κάθε νεοφιλελεύθερη απάτη και αυταπάτη. Αν ο ελληνικός «λαϊκός καπιταλισμός» δεν εξελισσόταν στη μεγαλύτερη λεηλασία λαϊκού εισοδήματος μέσω Χρηματιστηρίου. Αν η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση δεν μεταφραζόταν στο «ανοίξαμε και σας περιμένουμε». Αν η εξυγίανση του πελατειακού κράτους δεν αποτελούσε άλλοθι για το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου. Αν τα αναπτυξιακά κίνητρα δεν είχαν γίνει ανύπαρκτες, άσκοπες ή αποτυχημένες επενδύσεις. Αν είχε λεχθεί ένα γενναίο «όχι» στο φαραωνικό ολυμπιακό έπος, που πρόσθεσε 20 δισ. χρέους στη χώρα. Αν είχε τεθεί φραγμός στη λεηλασία της περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων από κράτος και ιδιώτες. Αν είχε μπει πραγματικά τέλος στη διαπλοκή και στους νταβατζήδες. Αν οι υπερτιμολογήσεις και υπερκοστολογήσεις των δημοσίων έργων και προμηθευτών δεν είχαν στεγνώσει τα δημόσια ταμεία. Αν είχαν καθίσει στο εδώλιο όλοι οι πολιτικά, οικονομικά και ποινικά εμπλεκόμενοι στα σκάνδαλα των ομολόγων, της Siemens, του Βατοπεδίου. Αν το κράτος δεν είχε γίνει παράρτημα των κομμάτων εξουσίας και τα κόμματα δεν είχαν κρατικοποιηθεί σε βαθμό παραλυτικής ώσμωσης. Αν η επιχειρηματικότητα δεν είχε ταυτιστεί με τη ρεμούλα, τη φοροδιαφυγή, την εισφοροδιαφυγή και την εξουθένωση των μισθωτών. Αν υπήρχε ένα ελάχιστο όραμα της άρχουσας τάξης για τη διεθνή θέση της χώρας, χωρίς τον γραφικό βαλκανικό μικροϊμπεριαλισμό της και την ταπεινωτική εθελοδουλεία της στους συνήθεις ευρωατλαντικούς πάτρωνές της. Αν υπήρχε ένα στοιχειώδες σχέδιο για τον παραγωγικό της προσανατολισμό και τη θέση της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Αν δεν θυσιαζόταν το κοινωνικό κράτος στην επίπλαστη ευημερία της περιούσιας μεσαίας τάξης. Αν το μόνο σχέδιο της εγχώριας πολιτικής και επιχειρηματικής τάξης δεν ήταν η άνευ όρων παράδοση στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς.
Όλα αυτά τα «αν» κι άλλα τόσα απαντούν στα ηθικολογικά ερωτήματα που εκτονώνουν τον λαϊκό θυμό μπροστά στην απειλή χρεοκοπίας της χώρας. Πρώτον, γιατί θυμίζουν ότι δεν υπάρχει κανενός είδους συλλογική ενοχή στο έγκλημα που πραγματοποιήθηκε και πραγματοποιείται εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας. Και, δεύτερον, γιατί αν πράγματι εννοείται το ερώτημα «επιτέλους, θα πάει κάποιος φυλακή;», τότε φοβούμαι ότι οι φυλακές της χώρας δεν φτάνουν για να αποκατασταθεί το περί δικαίου λαϊκό αίσθημα.
Η πολιτική τάξη που κυβέρνησε τη χώρα από το 1974 είναι συγκεκριμένη. Έχει ονόματα και επίθετα – ανάμεσά τους κι αυτά που σήμερα εμφανίζονται ως μετά Χριστόν προφήτες και προτείνουν παιδαγωγικές θεραπείες-σοκ, υπεράνω πολιτικού κόστους, λες και δεν πέρασαν από υπουργικούς θώκους ή κυβέρνησαν σε μια άλλη χώρα. Επίσης, συγκεκριμένη είναι η κρατική και τεχνοκρατική γραφειοκρατία που πλαισίωσε τις κυβερνήσεις-συνενόχους των διαδοχικών εγκλημάτων – τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα, σε μια βαρετή ανακύκλωση ρόλων και με συνεχείς (αλλά προσοδοφόρες) ιδεολογικές πιρουέτες μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού. Και, τέλος, συγκεκριμένο και ευάριθμο είναι το ελληνικό star system της επιχειρηματικότητας που, ακόμη κι όταν της χαρίστηκαν κοψοχρονιά φιλέτα του εθνικού πλούτου, αφού τα απομύζησε τα μετέτρεψε σε προβληματικές. Αν όλοι αυτοί κάτσουν στο εδώλιο, οι φυλακές θα φρακάρουν, ενδεχομένως να κάνουμε και εξαγωγή κρατουμένων. Κι αν επεκτείνουμε την απονομή δικαιοσύνης στις πρωτογενείς πηγές του εγκλήματος (στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου που παίζουν την Ελλάδα στα ζάρια, στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις με τις κυβερνήσεις-ντίλερ των «εθνικών πρωταθλητών», στις έδρες της ευρωκρατίας που έφτιαξαν μια Ε.Ε. κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του «έξυπνου χρήματος»), τότε υπολογίζω πως θα χρειαστούμε μια ολόκληρη χώρα, έστω στο μέγεθος της Κύπρου, για να τη μετατρέψουμε σε φυλακή για τους ενόχους της παγκόσμιας κρίσης χρέους.
Προς το παρόν, οι μόνοι που τιμωρούνται είναι οι εξ ορισμού αθώοι. Τιμωρείται μια ολόκληρη κοινωνία για την ανοησία της να πιστέψει τους πολιτικούς, να παραπλανηθεί από τους τεχνοκράτες, να εξαπατηθεί από τους επιχειρηματίες και να υπνωτιστεί από τους πνευματικούς ηγέτες της στο παραμύθι της ανάπτυξης και της αδιατάρακτης ευημερίας. Τιμωρούνται αυτοί που δεν μπορούσαν να φοροδιαφύγουν, που δεν μπορούσαν να κλέψουν τον δημόσιο πλούτο, που πείστηκαν από τις τράπεζες να δανειστούν, που πειθαναγκάστηκαν από τους διαφημιστές να καταναλώσουν ό,τι χρήσιμο και ό,τι περιττό, που είχαν το μικρότερο μερίδιο απόλαυσης σ’ αυτό που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται «εποχή της ανεμελιάς». Ποιας ανεμελιάς; Δεν σταμάτησαν να δουλεύουν, δεν σταμάτησαν να αμείβονται με τους χαμηλότερους μισθούς στην Ευρωζώνη, δεν σταμάτησαν να φορολογούνται, δεν σταμάτησαν να πληρώνουν την πιο ακριβή αγορά της Ευρώπης, δεν σταμάτησαν τρέφουν τις υψηλές κερδοφορίες και την ευημερία των απατηλών αριθμών που έστησαν λαμπρές πολιτικές καριέρες και μεγάλες περιουσίες.
Τώρα, καλούνται να «γράψουν Ιστορία». Αποδεχόμενοι την επιστροφή στα χρόνια του Σικάγου του 1886 – μια βίαιη και μαζική υποτίμηση της εργασίας, μια αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, μια πρωτοφανή υποβάθμιση της δημοκρατίας. Απειλούμενοι με απόρριψη της χώρας στα σκουπίδια της παγκόσμιας κοινότητας, ακριβώς όπως οι οίκοι αξιολόγησης πέταξαν στα «σκουπίδια» τα ελληνικά ομόλογα. Τρομοκρατούμενοι με τον ίδιο τους τον θυμό («έρχονται κοινωνικές εκρήξεις στην Ελλάδα», διαμηνύουν προληπτικά οι «ακτινολόγοι» του ελληνικού χρέους και αναπαράγουν σαν πειθήνια φερέφωνα τα εγχώρια ΜΜΕ. Φοβούνται ή φοβίζουν μ’ αυτή την προφητεία;)
Αλλά, πώς γράφεται η Ιστορία; Και ποιοι τη γράφουν; Στις συνθήκες ασφυξίας που διαμορφώνει ο κλοιός των αγορών, με τους όρους υποτέλειας που διαπραγματεύεται ο θίασος των μαθητευόμενων μάγων, η Ιστορία θα γραφτεί πάλι από την πλευρά των νικητών. Η Ελλάδα (κι ίσως κι άλλες κοινωνίες μετά απ’ αυτήν) μετατρέπεται σε μια τρύπα στη γεωγραφία. Υπάρχει μία και μοναδική ευκαιρία να γραφτεί η Ιστορία αλλιώς. Να σπάσει τον κλοιό του φόβου και της σιωπής η κοινωνία. Να βγει στο προσκήνιο, να υπερασπιστεί τον εαυτό της, τις μικρές κατακτήσεις της, την ισχνή της δημοκρατία, το δικαίωμά της στην πολιτική, στην αυτοδιάθεση, στην ανεξαρτησία, στην εθνική κυριαρχία, στη στοιχειώδη κοινωνική αλληλεγγύη. Αφού η επίσημη πολιτική παραιτήθηκε από την υποχρέωση να υπερασπίζεται αυτά υπέρ των οποίων υπάρχει, κάποιος άλλος πρέπει να πει το «όχι». Κάποιος πρέπει να πετάξει στα σκουπίδια της Ιστορίας το χρέος και τους πιστωτές, πριν αυτοί μετατρέψουν τις κοινωνίες σε χωματερές.
Η αλήθεια είναι ότι η ηγεσία της χώρας -όλη η ηγεσία, η πολιτική, η οικονομική, η επιχειρηματική, η πνευματική- είχε πολλές ευκαιρίες να γράψει ιστορία τις τελευταίες δεκαετίες. Αν, για παράδειγμα, επεδείκνυε μια στοιχειώδη αντίσταση στα «ρεύματα» που αντιλαμβανόταν ως «καλέσματα της ιστορίας». Αν το καραμανλικό «ανήκομεν εις την Δύσιν» δεν μεταφραζόταν σε μία άνευ όρων υποταγή στα ιμπεριαλιστικά κέντρα της ψυχροπολεμικής περιόδου. Αν το παπανδρεϊκό «η Ελλάδα στους Έλληνες» συνοδευόταν από πολλά και επίμονα «όχι» στις αναιδείς απαιτήσεις των ευρωατλαντικών εταίρων. Αν το διακομματικό ευρωπαϊκό όραμα δεν ταυτιζόταν με μια πολιτική ανοικτών θυρών. Αν η ένταξη στο ευρώ δεν συνοδευόταν από το προκλητικό ζεύγος δημοσιονομικής απάτης και υποτίμησης της δραχμής (από την οποία φτιάχτηκαν περιουσίες). Αν ο αναπτυξιακός πρωταθλητισμός δεν στηριζόταν στην αλόγιστη πιστωτική επέκταση και στην κατασκευή του τραπεζικού Λεβιάθαν. Αν το πολιτικό προσωπικό δεν υιοθετούσε ασμένως κάθε νεοφιλελεύθερη απάτη και αυταπάτη. Αν ο ελληνικός «λαϊκός καπιταλισμός» δεν εξελισσόταν στη μεγαλύτερη λεηλασία λαϊκού εισοδήματος μέσω Χρηματιστηρίου. Αν η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση δεν μεταφραζόταν στο «ανοίξαμε και σας περιμένουμε». Αν η εξυγίανση του πελατειακού κράτους δεν αποτελούσε άλλοθι για το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου. Αν τα αναπτυξιακά κίνητρα δεν είχαν γίνει ανύπαρκτες, άσκοπες ή αποτυχημένες επενδύσεις. Αν είχε λεχθεί ένα γενναίο «όχι» στο φαραωνικό ολυμπιακό έπος, που πρόσθεσε 20 δισ. χρέους στη χώρα. Αν είχε τεθεί φραγμός στη λεηλασία της περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων από κράτος και ιδιώτες. Αν είχε μπει πραγματικά τέλος στη διαπλοκή και στους νταβατζήδες. Αν οι υπερτιμολογήσεις και υπερκοστολογήσεις των δημοσίων έργων και προμηθευτών δεν είχαν στεγνώσει τα δημόσια ταμεία. Αν είχαν καθίσει στο εδώλιο όλοι οι πολιτικά, οικονομικά και ποινικά εμπλεκόμενοι στα σκάνδαλα των ομολόγων, της Siemens, του Βατοπεδίου. Αν το κράτος δεν είχε γίνει παράρτημα των κομμάτων εξουσίας και τα κόμματα δεν είχαν κρατικοποιηθεί σε βαθμό παραλυτικής ώσμωσης. Αν η επιχειρηματικότητα δεν είχε ταυτιστεί με τη ρεμούλα, τη φοροδιαφυγή, την εισφοροδιαφυγή και την εξουθένωση των μισθωτών. Αν υπήρχε ένα ελάχιστο όραμα της άρχουσας τάξης για τη διεθνή θέση της χώρας, χωρίς τον γραφικό βαλκανικό μικροϊμπεριαλισμό της και την ταπεινωτική εθελοδουλεία της στους συνήθεις ευρωατλαντικούς πάτρωνές της. Αν υπήρχε ένα στοιχειώδες σχέδιο για τον παραγωγικό της προσανατολισμό και τη θέση της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Αν δεν θυσιαζόταν το κοινωνικό κράτος στην επίπλαστη ευημερία της περιούσιας μεσαίας τάξης. Αν το μόνο σχέδιο της εγχώριας πολιτικής και επιχειρηματικής τάξης δεν ήταν η άνευ όρων παράδοση στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς.
Όλα αυτά τα «αν» κι άλλα τόσα απαντούν στα ηθικολογικά ερωτήματα που εκτονώνουν τον λαϊκό θυμό μπροστά στην απειλή χρεοκοπίας της χώρας. Πρώτον, γιατί θυμίζουν ότι δεν υπάρχει κανενός είδους συλλογική ενοχή στο έγκλημα που πραγματοποιήθηκε και πραγματοποιείται εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας. Και, δεύτερον, γιατί αν πράγματι εννοείται το ερώτημα «επιτέλους, θα πάει κάποιος φυλακή;», τότε φοβούμαι ότι οι φυλακές της χώρας δεν φτάνουν για να αποκατασταθεί το περί δικαίου λαϊκό αίσθημα.
Η πολιτική τάξη που κυβέρνησε τη χώρα από το 1974 είναι συγκεκριμένη. Έχει ονόματα και επίθετα – ανάμεσά τους κι αυτά που σήμερα εμφανίζονται ως μετά Χριστόν προφήτες και προτείνουν παιδαγωγικές θεραπείες-σοκ, υπεράνω πολιτικού κόστους, λες και δεν πέρασαν από υπουργικούς θώκους ή κυβέρνησαν σε μια άλλη χώρα. Επίσης, συγκεκριμένη είναι η κρατική και τεχνοκρατική γραφειοκρατία που πλαισίωσε τις κυβερνήσεις-συνενόχους των διαδοχικών εγκλημάτων – τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα, σε μια βαρετή ανακύκλωση ρόλων και με συνεχείς (αλλά προσοδοφόρες) ιδεολογικές πιρουέτες μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού. Και, τέλος, συγκεκριμένο και ευάριθμο είναι το ελληνικό star system της επιχειρηματικότητας που, ακόμη κι όταν της χαρίστηκαν κοψοχρονιά φιλέτα του εθνικού πλούτου, αφού τα απομύζησε τα μετέτρεψε σε προβληματικές. Αν όλοι αυτοί κάτσουν στο εδώλιο, οι φυλακές θα φρακάρουν, ενδεχομένως να κάνουμε και εξαγωγή κρατουμένων. Κι αν επεκτείνουμε την απονομή δικαιοσύνης στις πρωτογενείς πηγές του εγκλήματος (στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου που παίζουν την Ελλάδα στα ζάρια, στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις με τις κυβερνήσεις-ντίλερ των «εθνικών πρωταθλητών», στις έδρες της ευρωκρατίας που έφτιαξαν μια Ε.Ε. κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του «έξυπνου χρήματος»), τότε υπολογίζω πως θα χρειαστούμε μια ολόκληρη χώρα, έστω στο μέγεθος της Κύπρου, για να τη μετατρέψουμε σε φυλακή για τους ενόχους της παγκόσμιας κρίσης χρέους.
Προς το παρόν, οι μόνοι που τιμωρούνται είναι οι εξ ορισμού αθώοι. Τιμωρείται μια ολόκληρη κοινωνία για την ανοησία της να πιστέψει τους πολιτικούς, να παραπλανηθεί από τους τεχνοκράτες, να εξαπατηθεί από τους επιχειρηματίες και να υπνωτιστεί από τους πνευματικούς ηγέτες της στο παραμύθι της ανάπτυξης και της αδιατάρακτης ευημερίας. Τιμωρούνται αυτοί που δεν μπορούσαν να φοροδιαφύγουν, που δεν μπορούσαν να κλέψουν τον δημόσιο πλούτο, που πείστηκαν από τις τράπεζες να δανειστούν, που πειθαναγκάστηκαν από τους διαφημιστές να καταναλώσουν ό,τι χρήσιμο και ό,τι περιττό, που είχαν το μικρότερο μερίδιο απόλαυσης σ’ αυτό που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται «εποχή της ανεμελιάς». Ποιας ανεμελιάς; Δεν σταμάτησαν να δουλεύουν, δεν σταμάτησαν να αμείβονται με τους χαμηλότερους μισθούς στην Ευρωζώνη, δεν σταμάτησαν να φορολογούνται, δεν σταμάτησαν να πληρώνουν την πιο ακριβή αγορά της Ευρώπης, δεν σταμάτησαν τρέφουν τις υψηλές κερδοφορίες και την ευημερία των απατηλών αριθμών που έστησαν λαμπρές πολιτικές καριέρες και μεγάλες περιουσίες.
Τώρα, καλούνται να «γράψουν Ιστορία». Αποδεχόμενοι την επιστροφή στα χρόνια του Σικάγου του 1886 – μια βίαιη και μαζική υποτίμηση της εργασίας, μια αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, μια πρωτοφανή υποβάθμιση της δημοκρατίας. Απειλούμενοι με απόρριψη της χώρας στα σκουπίδια της παγκόσμιας κοινότητας, ακριβώς όπως οι οίκοι αξιολόγησης πέταξαν στα «σκουπίδια» τα ελληνικά ομόλογα. Τρομοκρατούμενοι με τον ίδιο τους τον θυμό («έρχονται κοινωνικές εκρήξεις στην Ελλάδα», διαμηνύουν προληπτικά οι «ακτινολόγοι» του ελληνικού χρέους και αναπαράγουν σαν πειθήνια φερέφωνα τα εγχώρια ΜΜΕ. Φοβούνται ή φοβίζουν μ’ αυτή την προφητεία;)
Αλλά, πώς γράφεται η Ιστορία; Και ποιοι τη γράφουν; Στις συνθήκες ασφυξίας που διαμορφώνει ο κλοιός των αγορών, με τους όρους υποτέλειας που διαπραγματεύεται ο θίασος των μαθητευόμενων μάγων, η Ιστορία θα γραφτεί πάλι από την πλευρά των νικητών. Η Ελλάδα (κι ίσως κι άλλες κοινωνίες μετά απ’ αυτήν) μετατρέπεται σε μια τρύπα στη γεωγραφία. Υπάρχει μία και μοναδική ευκαιρία να γραφτεί η Ιστορία αλλιώς. Να σπάσει τον κλοιό του φόβου και της σιωπής η κοινωνία. Να βγει στο προσκήνιο, να υπερασπιστεί τον εαυτό της, τις μικρές κατακτήσεις της, την ισχνή της δημοκρατία, το δικαίωμά της στην πολιτική, στην αυτοδιάθεση, στην ανεξαρτησία, στην εθνική κυριαρχία, στη στοιχειώδη κοινωνική αλληλεγγύη. Αφού η επίσημη πολιτική παραιτήθηκε από την υποχρέωση να υπερασπίζεται αυτά υπέρ των οποίων υπάρχει, κάποιος άλλος πρέπει να πει το «όχι». Κάποιος πρέπει να πετάξει στα σκουπίδια της Ιστορίας το χρέος και τους πιστωτές, πριν αυτοί μετατρέψουν τις κοινωνίες σε χωματερές.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (30/4/2010)
Ο πατέρας σου, μου ’πε προχθές το βράδυ η Ντίνα στο τηλέφωνο. Δεν είναι καλά αγόρι μου. Φέρνει γυροβολιές στη γειτονιά και μαζεύει σκουπίδια απ’ το δρόμο και τα ρίχνει στην κύκλωση πώς τη λένε. Και τώρα δα το απόγευμα ήθελε να μπει κι αυτός μέσα στον κάδο. Ισούς Χριστός φυλάει παιδάκι μου. Γύρναγε ο Στέφανος απ’ τη δουλειά και στο τσακ τον πρόλαβε. Ρε μπαρμπα-Τάσο του κάνει. Ρε μπαρμπα-Τάσο τρελάθηκες τι ’ν’ αυτά; Στο σκουπιδοντενεκέ πας να μπεις; Και τι γυρίζει και του λέει; Αχ βρε Στεφανάκο ο άντρας π’ αφήνει τη γυναίκα του να πεθάνει αβοήθητη είναι για πέταμα. Άσε να με πάρουν και μένα να με κυκλώσουν μπας και γίνω καλύτερος άνθρωπος και χρησιμότερος. Τ’ ακούς; Ακούς κουβέντες; Κι ύστερα καθόταν μόνος του και γέλαγε. Δεν είναι καλά αγόρι μου ο μπαμπάς σου.
Χρήστου Οικονόμου, «Κάτι θα γίνει, θα δεις»
Χρήστου Οικονόμου, «Κάτι θα γίνει, θα δεις»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη
Ή, π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...