29/10/2007

Εμείς οι νεκροζώντανοι (26/10/2007)

Με τα μυστήρια του οργανισμού δεν έχω πολυασχοληθεί, αλλά κάτι έχω ακούσει και διαβάσει για τον ρόλο του ηλιακού φωτός στην έκλυση σεροτονίνης, που με τη σειρά της ευθύνεται για την καλή ή κακή μας διάθεση. Κάποιο ρόλο θα παίζει, λοιπόν, στις σκανδιναβικές χώρες κι όσες βρίσκονται στα όρια του Αρκτικού Κύκλου η έλλειψη ηλιοφάνειας το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Κρατήστε αυτή την παρατήρηση, αν τυχόν δείτε την ταινία του Σουηδού Ρόι Αντερσον «Εσείς οι ζωντανοί». Στην οποία όλα διαδραματίζονται στην ατμόσφαιρα ενός νεφοσκεπούς, βροχερού, ομιχλώδους, αδιαπέραστου από το φως σκανδιναβικού τοπίου.

Η στήλη δεν είναι, βεβαίως, χώρος κινηματογραφικής κριτικής. Δεν ξέρω καν τι είναι αυτή η στήλη, είναι όμως σίγουρα χώρος έκφρασης προσωπικών εμμονών. Και μία από τις εμμονές αυτές είναι ο Σουηδός σκηνοθέτης Ρόι Άντερσον και το περίεργο σύμπαν του. Πριν από έξι χρόνια, όταν είχε προβληθεί η ταινία του «Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο», πάλι είχα παραβιάσει τα πολιτικοοικονομικά σύνορα του οικονομικού ενθέτου που με φιλοξενούσε τότε, για να εκτραπώ στο πεδίο του κινηματογραφικού στοχασμού. Η νέα του ταινία, «Εσείς οι ζωντανοί», ενδεχομένως δεν με απογείωσε όπως η προηγούμενη, πάλι όμως κτύπησε με δύναμη, σε μια άχαρη συγχορδία, όλες τις ξεκούρδιστες χορδές της φιλήσυχης καθημερινότητάς μας. Η μελαγχολία της ανθρώπινης ύπαρξης -λέει ο Άντερσον- δεν είναι ανάγκη να αναζητείται πάντα στο επίπεδο των υψηλών αφαιρέσεων και των φιλοσοφικών γενικεύσεων. Η μίζερη καθημερινότητά μας περιέχει επαρκή στοιχεία για τη σχιζοφρένεια του κοινωνικού και οικονομικού μας πολιτισμού. Έτσι, προτείνει ένα μελαγχολικό αντι-μανιφέστο της κοινοτοπίας (του κοινοτοπισμού, trivialism, όπως λέει ο ίδιος), διατυπωμένο σε λίγες σκηνές με ήρωες ανθρώπους σαν εμάς, με πρόσωπα άσπρα σαν το χαρτί, λες και δεν ρέει αίμα στις φλέβες τους, νεκροζώντανους.

Μην αναζητήσετε μια ιστορία, μια υπόθεση, μια πλοκή. Μικρές, λιτές σκηνές, αστείοι διάλογοι, παγεροί μονόλογοι και μερικά όνειρα συνθέτουν την ιλαροτραγωδία της καθημερινότητας. Άνθρωποι που πάνε στη δουλειά τους κουβαλώντας τα προβλήματα του σπιτιού κι αντίστροφα. Άνθρωποι που περιμένουν στις στάσεις των λεωφορείων, που καβγαδίζουν, που παρατηρούν με δέος μια καταιγίδα, που κλαίνε γιατί αντάλλαξαν βαριές κουβέντες, που μονολογούν ότι «κανείς δεν τους καταλαβαίνει». Εξομολογούνται τον πόνο τους όχι σ’ αυτούς που τον προκάλεσαν, αλλά σε τρίτους, κατά κανόνα άσχετους και σίγουρα όχι πρόθυμους ν’ ακούσουν. Η δασκάλα στους μαθητές της, ο εμποροϋπάλληλος στους πελάτες του, η αλκοολική στους θαμώνες του μπαρ, άλλοι απλώς στον καμεραμάν και τελικά στο κοινό. Θα σας φανούν καρικατούρες, θα γελάσετε εις βάρος τους, αλλά πρέπει να έχετε το σθένος να αναγνωρίσετε ανάμεσά τους και τους εαυτούς σας. Επίσης, χρειάζεται σθένος για να δείτε την ταινία – ενδεχομένως στους περισσότερους από σας να μην αρέσει.

Ο κ. Άντερσον απαιτεί την υπομονή όσων είναι εκπαιδευμένοι στην κλασική αφηγηματική δομή, στη δράση, στις στιλπνές εικόνες, στις συναισθηματικές εξάρσεις. Προτιμά να μας ρίξει «κοντρ λα μουτρ» τα μικρά κινηματογραφικά του ανέκδοτα, αυθαίρετα διατεταγμένα, απρόβλεπτα και παράδοξα, όπως περίπου η καθημερινότητά μας. Διηγηθείτε κι εσείς, με λεπτομέρειες, μια μέρα από τη ζωή σας, βάλτε τις εικόνες τη μία δίπλα στην άλλη και θα διαπιστώσετε ότι είστε ήρωας μιας παράδοξης, σουρεαλιστικής, συχνά γελοίας και απίστευτα κοινότοπης, περιπέτειας. Αλλά, μήπως σ’ αυτή την κοινοτοπία, σ’ αυτά τα α-νόητα επεισόδια κρύβεται η φιλοσοφία μας για τη ζωή; «Ολόκληρη τη φιλοσοφία την κλείνω σ’ ένα ρέψιμο», έλεγε ο συμπατριώτης του Άντερσον, ο μακαρίτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει ότι ο ίδιος είχε απέχθεια στη φιλοσοφία. Ειδικά αυτός, που περιέκλεισε στο σελουλόιντ περίπου όλη τη φιλοσοφία – από τον Πλάτωνα μέχρι τον Σαρτρ. Το ρέψιμο κι όλα τα εκκρίματα, οι εκλύσεις και οι εξατμίσεις του ανθρώπινου οργανισμού ενδεχομένως λένε περισσότερα για τη στάση του απέναντι στη ζωή από τις ετικέτες και τις βαρύγδουπες διακηρύξεις. Τόσο απλά.

Να όμως πώς εκτυλίσσεται το ιλαροτραγικό αντι-μανιφέστο του κ. Άντερσον, που μας υπενθυμίζει την υποχρέωσή μας να κρατηθούμε στη ζωή αντί να παραδοθούμε στον αργό θάνατο της καθημερινότητας: Ένας διευθύνων σύμβουλος επιχείρησης πέφτει ξερός -από εγκεφαλικό ή έμφραγμα- την ώρα που ανακοινώνει στα στελέχη της ότι οι μέτοχοι είναι δυσαρεστημένοι γιατί η μετοχή της εταιρείας κατρακυλάει. Ένας τεχνίτης οδηγείται στην ηλεκτρική καρέκλα για το υπέρτατο έγκλημα: φθορά ξένης περιουσίας. Οι δικαστές, πίνοντας μπίρα, δεν έχουν καμιά αμφιβολία ότι του αξίζει η εσχάτη των ποινών. Ένας καχεκτικός υπάλληλος, την ώρα που πηδάει (ή τον πηδάει η ευτραφής του σύζυγος), υπολογίζει με απελπισία τις ζημιές που έχει υποστεί το επενδυτικό του χαρτοφυλάκιο, τις απώλειες στον καταθετικό του λογαριασμό και τη χασούρα στο συνταξιοδοτικό του πρόγραμμα. Ένας επιχειρηματίας, που μόλις έχει πουλήσει ένα προϊόν, γλεντάει με φαΐ και ποτό την επιτυχία του, δηλώνει με αυταρέσκεια ότι «το χρήμα είναι το παν, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες» (το έλεγαν; Μάλλον έχει παρεξηγηθεί ο Δημοσθένης) και διακηρύσσει ότι «στον πόλεμο και στη δουλειά δεν μπορείς να είσαι καλός». Ένα λεπτό μετά, ανακαλύπτει ότι η «μπάζα» από τη δουλειά έχει κάνει φτερά μαζί με το πορτοφόλι του. Ο κλέφτης που σούφρωσε το πορτοφόλι, προφανώς, ήταν ο πρώτος που πείστηκε από τις διακηρύξεις του θύματός του και σπεύδει να γλεντήσει τη δική του «μπάζα» ράβοντας ένα κοστούμι. Ένας ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής εξομολογείται στην κάμερα ότι, στα 27 χρόνια που κάνει αυτήν τη δουλειά, οι άνθρωποι που του ζητούν να τους κάνει ευτυχισμένους είναι εγωκεντρικοί, μικρόψυχοι και τελικά κακοί. Κι έτσι, σταμάτησε την ψυχοθεραπεία και τους φορτώνει με χάπια. Πολλά και δυνατά χάπια.

Αυτό συμβαίνει, τελικά, με την ευτυχία. Τεμπέλα καθώς είναι, «ζει ξάπλα μόνο στα λεξικά», που λέει κι η δική μας Κική Δημουλά. Και κανείς δεν κάνει κάτι να την αφυπνίσει. Όπως ακριβώς και οι «νεκροζώντανοι» ήρωες του Άντερσον, την αναζητούμε στο ασήμαντο (ζούμε στο βασίλειο της ασημαντότητας, είχε δίκιο ο Καστοριάδης). Την αντιμετωπίζουμε ως ατομικό αγαθό, ενώ είναι κατεξοχήν συλλογικό. Αν δεν είσαι έτοιμος να τη μοιραστείς, αν δεν αντλήσεις χαρά από τη χαρά του άλλου, μετατρέπεται εύκολα, σχεδόν αυτόματα, σε δυστυχία. Αυτό είναι το παράδοξο της ζωής: η ευτυχία πολλαπλασιάζεται μόνο διά της διαίρεσής της. Αλλά ο πολιτισμός μας το θεωρεί αυτό βαρύτατο αμάρτημα. Το έδειξε ο πανούργος Σουηδός σκηνοθέτης στην προηγούμενη ταινία του με μια εμβληματική σκηνή: Όλη η πνευματική ηγεσία της κοινωνίας δικάζει τη μικρή Άννα γιατί υπέπεσε στο ατόπημα να μοιραστεί την τούρτα των γενεθλίων της με περισσότερα παιδιά απ’ όσα επέτρεπε το μέγεθός της. Και σε μια λαμπρή δημόσια τελετή, με μπάντες, χορωδίες, κρατικούς αξιωματούχους, επισήμους, ιεράρχες, τη ρίχνει στον γκρεμό.

Στο νεφοσκεπές σύμπαν του Άντερσον, το φως είναι λιγοστό, τόσο ώστε να μην υπάρχει σκιά να κρυφτεί κανείς. Μόνο στο τέλος της ταινίας «Εσείς οι ζωντανοί», τα «ζόμπι» με τα πάλλευκα πρόσωπα σηκώνουν τα βλέμματά τους στον ουρανό, καθώς μικρές λωρίδες φωτός τρυπώνουν μέσα από τα σύννεφα που αραιώνουν σιγά σιγά. Αλλά αποκαλύπτουν, εκτός από τον ήλιο, έναν σχηματισμό βομβαρδιστικών που πετούν πάνω από τη Στοκχόλμη. Για να τους αφανίσουν; Ή για να τους αφυπνίσουν;

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (26/10/2007)

ΧΑΜ: …Εζήτησα πληροφορίας δια την κατάστασιν εις το Κοβ, εις την αντίπερα όχθην των Στενών. Ούτε πουλί πετάμενο. Εντάξει. Και θέλετε να με κάνετε να πιστέψω ότι αφήσατε εκεί το παιδί σας, ολομόναχο, και επιπλέον εν ζωή; Ελάτε τώρα! (Παύση). Την ημέρα εκείνην, ως ενθυμούμαι, ο άνεμος ήτο ιδιαιτέρως σφοδρός, εκατό εις το ανεμόμετρον. Εξερίζωνε τα ξερά πεύκα και τα παρέσυρε… μακράν. (Τόνος κανονικός). Λιγουλάκι αδύνατο αυτό. (Τόνος αφηγητή). Μα τι θέλετε στο κάτω κάτω από μένα, πρέπει ν’ ανάψω το δένδρο μου. (Παύση). Για να μην τα πολυλογούμε, στο τέλος κατάλαβα πως ήθελε ψωμί για το παιδί του. Ψωμί! Ένας συνηθισμένος ψωμοζήτης. Ψωμί; Μα δεν διαθέτω ψωμί, με πειράζει στο στομάχι. Εντάξει. Τότε στάρι; (Παύση. Τόνος κανονικός). Θα τα καταφέρουμε. (Τόνος αφηγητή). Η αλήθεια είναι πως έχω στάρι, στις αποθήκες μου. Για σκεφτείτε, όμως, για σκεφτείτε. Σας δίνω στάρι, ένα κιλό, το πηγαίνετε στο παιδί σας και του ετοιμάζετε -εάν ευρίσκεται ακόμη εν ζωή- ένα ωραίο χυλό (ο Ναγκ αντιδρά), ενάμισυ ωραίο χυλό, να στυλωθεί. Ξαναβρίσκει τα χρώματά του – ίσως. Κι έπειτα; (Παύση). Φουρκίστηκα. Μα για σκεφτείτε λίγο, για σκεφτείτε, στη γη βρισκόσαστε, σωτηρία δεν υπάρχει!

Σάμουελ Μπεκετ, «Το τέλος του παιχνιδιού»

22/10/2007

Ιππίας ιππεύς ιππογέρανος (20/10/2007)

…Ουφ. Ξεμούδιασα λιγάκι. Δεν είναι λίγο να στέκεσαι μαρμαρωμένος- κυριολεκτικά- 2.500 χρόνια στο ίδιο μέρος. Σταθείτε. Θα το υπολογίσω με ακρίβεια. Είναι 2.438 χρόνια και 6 μήνες – πρέπει να ήταν Μάιος, είχε απίστευτη ζέστη, όταν ο Φειδίας έδωσε το τελικό ΟΚ για τα γλυπτά της ζωφόρου. Ξέρετε, εμείς καθυστερήσαμε πέντε χρόνια σε σχέση με τα εγκαίνια του Παρθενώνα. Για φανταστείτε, λοιπόν, να στέκεσαι ασάλευτος, εκτεθειμένος στο κρύο, στους καύσωνες, στη σκόνη, στα καυσαέρια 2.438 χρόνια. Εξ όσων θυμάμαι, οι μόνες κινήσεις που έκανα τα χρόνια αυτά ήταν μερικές ανεπαίσθητες ταλαντώσεις από τους σεισμούς -δεν ξέρω πόσους, αμέτρητους, αλλά δεν έχει σημασία-, μια τρομακτική δόνηση από τον βομβαρδισμό του Μοροζίνι κι ύστερα, εκείνη τη φοβερή ταλαιπωρία με τα πελέκια και τα πριόνια του Έλγιν. Ανατριχιάζω μόνο που το σκέπτομαι. Παρά τρίχα τη γλίτωσα.

Τώρα, ξεμούδιασα, λιγάκι. Ξέρετε, το πεντελικό το μάρμαρο είναι σκληρό υλικό, δεν είναι σαν το παριανό που σου επιτρέπει, έστω, μια ψευδαίσθηση κίνησης. Πώς ένιωσα; Ιππογέρανος, που θα ’λεγε κι ο Αριστοφάνης. Βέβαια, για άλλους γερανούς μιλούσε ο ποιητής, αλλά δεν έχει σημασία. Θα μας έκανε φοβερή πλάκα, αν ζούσε τώρα και μας έβλεπε εγκιβωτισμένους και αιωρούμενους. Δεν είμαι κλειστοφοβικός ούτε υψοφοβικός, αλλά για να πω την αλήθεια, δεν αισθάνθηκα και πολύ άνετα αιωρούμενος στα 60 μέτρα πάνω από το έδαφος, μεταξύ Ακρόπολης και Μουσείου. Μπορεί η τεχνολογία της εποχής μου να ήταν πρωτόγονη, αλλά ήταν αξιόπιστη. Μ’ εσάς, για να πω την αλήθεια, κρατάω τις επιφυλάξεις μου. Τέλος πάντων, τέλος καλό, όλα καλά. Με άφησαν απαλά, σχεδόν τρυφερά στο έδαφος.

Τι αγένεια! Ξέχασα να σας συστηθώ. Ιππίας, Ιππεύς. Το πρώτο είναι το όνομα, το δεύτερο η τάξη. Αυτή τη στιγμή δεν είμαι παρά ένα κομμάτι μάρμαρο. Στην εποχή μου ήμουν ένας ζωηρός νέος, που πέρασα τα τριάντα χρόνια μου ανάμεσα στην αγορά, στα εργαστήρια του Φειδία ως μοντέλο (έλεγαν ότι ήμουν κούκλος), στα γυμναστήρια, στα ιπποδρόμια (όχι αλογομούρης, βέβαια) και στον πόλεμο. Τα ξέρετε αυτά. Και ως ιππεύς αντιλαμβάνεστε ότι ήμουν ένας εκλεκτός εκπρόσωπος της μεσαίας αριστοκρατίας. Μεσοχωρίτης κι εγώ, καλή ώρα σαν κι εσάς.

Μ’ αρέσει το Μουσείο, φαντάζομαι ότι θα βολευτώ εδώ. Έχει διαφάνεια και ταιριάζει στην κουλτούρα της εποχής μου. Στα χρόνια μου το γυαλί ήταν κάτι σπάνιο, αλλά η διαφάνεια καθόλου. Δεν καταλαβαίνω, βέβαια, πολλά από την αρχιτεκτονική σας, τα υλικά μου είναι ολότελα ξένα, παράξενα, αλλά τουλάχιστον αυτό το κτίριο έχει ένα χαρακτήρα. Καμιά σχέση με τα εκτρώματα που αντίκριζα από τον Βράχο. Πώς το λέτε εσείς το σύστημα; Αντιπαροχή; Να το χαίρεστε!

Τα είδα όλα από κει πάνω. Πώς έγινε έτσι η Αθήνα; Το λέω πραγματικά με θλίψη. Όση θλίψη μπορεί να περικλείει ένα κομμάτι μάρμαρο. Σας βλέπω να περιφέρεστε κατά εκατομμύρια μέσα στα αυτοκίνητά σας, νευρικοί και ταλαιπωρημένοι, σας βλέπω μελαγχολικούς μέσα στα γραφεία σας, άλλοτε θορυβώδεις στις διασκεδάσεις σας και τα βράδια σιωπηλούς στα σαλόνια σας, μπροστά στην τηλεόραση. Πόσο μελαγχολική είναι η δημοκρατία σας! – κάποιος το είπε αυτό, μου διαφεύγει το όνομα, πρέπει να είναι βάρβαρος. Η δική μας δημοκρατία ήταν χαρούμενη, σχεδόν διονυσιακή. Δεν ξέρω καν αν αυτό που αποκαλείτε εσείς δημοκρατία είχε σχέση μ’ αυτό που ζήσαμε εμείς. Εγώ, για παράδειγμα, που δεν ήμουν δα και κανένας πολιτικοποιημένος, το διασκέδαζα αφάνταστα να μαζευόμαστε στην Πνύκα, να μπλοκάρουμε νομοσχέδια, να εξοστρακίζουμε πολιτικούς ακριβώς τη στιγμή που ένιωθαν ακατανίκητοι. Είχε μεγάλη πλάκα να βλέπεις τις φάτσες τους! Γιατί, βλέπετε, κι εμείς δεν είχαμε τίποτε διαμάντια πολιτικούς. Ίσα ίσα, υπήρχαν πολλά κουμάσια, λαμόγια που λέτε κι εσείς, ανάμεσά τους. Αλλά τη διαφορά την κάναμε εμείς. Ο Δήμος. Ξέρετε τι είναι να μαζεύονται 20.000-25.000 άτομα κάθε μήνα και ν’ αποφασίζουν για τα πάντα; Τρομερή δύναμη! Άσε δε τη Βουλή – ευτυχώς δεν κληρώθηκα ποτέ, μου φαινόταν απίστευτη ταλαιπωρία.

Δεν λέω, είχαμε τις αβάντες μας. Είχαμε τους δούλους που έκαναν τις βρομοδουλειές, τις γυναίκες να μαζεύουν το σπίτι, τους παιδονόμους να μας μαζεύουν τα παιδιά, τους μετοίκους να οργώνουν τα χωράφια, να δουλεύουν στις βιοτεχνίες, να μεταφέρουν όλο τον παραγωγικό πλούτο από και προς την Αθήνα. Αλλά κι εσείς δεν νομίζω ότι υστερείτε σ’ αυτό. Έχετε ένα σωρό ξένους να σας κάνουν τις χοντροδουλειές… Ω, δεν μπορώ ν’ ακούω δικαιολογίες. «Η Ελλάδα είναι μια μικρή και φτωχή χώρα» κ.λπ. Αυτά είναι πολύ «πασέ». Τα λέγατε και πριν από σαράντα χρόνια. Κι επιτέλους, αποφασίστε αν είστε οι κατατρεγμένοι της γης ή ο ομφαλός της. Εμείς πάντως είχαμε αποφασίσει σαφώς το δεύτερο. Είμαστε κοσμοπολίτες, ίσως και λίγο ιμπεριαλιστές και ζήσαμε κι εμείς τη δική μας παγκοσμιοποίηση. Για σκεφτείτε το. Όλη η Μεσόγειος μια αγορά. Τα πιθάρια με τα λάδια μας φτάναν στην Αίγυπτο, στην Ερυθρά, στη Μεσοποταμία. Εντάξει, η δική σας παγκοσμιοποίηση είναι πολύ πιο άγρια, αλλά κάθε εποχή έχει τις μορφές της και τις διαστάσεις της. Στο κάτω κάτω εμείς ήμασταν 500.000 μαζί με τους δούλους και σήμερα εσείς είστε 5 εκατομμύρια, για να μιλήσω μόνο για την Αθήνα. Ποιοι είναι δούλοι, ποιοι πολίτες ανάμεσά σας, δεν μπορώ να το διακρίνω με βεβαιότητα. Βλέπω μόνο ότι η σχέση σας με την πολιτική είναι πολύ χαλαρή.

Δεν μπορώ να σας καταλάβω. Πώς αφήνετε την εξουσία να αισθάνεται τόσο ισχυρή, τόσο αδιάφορη για τη δική σας ισχύ; Έμαθα και μια καινούργια λέξη από σας: «νταβατζήδες», έτσι δεν λέτε τους προαγωγούς; Σε μας οι εταίρες με τους κροκωτούς τους μανδύες ήταν απολύτως ελεύθερες και αυτοδιάθετες. Αλλά υποθέτω ότι τη λέξη δεν τη χρησιμοποιείτε πια για τις εταίρες. Λοιπόν, πού είναι το πρόβλημα; Ότι δεν έχετε βρει μια ισορροπία ανάμεσα στην αγορά και τη δημοκρατία σας; Εμείς δεν είχαμε τέτοιο πρόβλημα. Μπορεί να μην καταφέραμε να εξαλείψουμε το χάσμα πλουσίων και φτωχών, αλλά φροντίζαμε να μην συγκεντρωθεί ποτέ η πολιτική ισχύς στα χέρια των πρώτων. Και για σχεδόν δύο αιώνες νομίζω πως καλά τα πήγαμε. Έπειτα, ήρθαν οι Μακεδόνες. Ας όψονται.

Λοιπόν, αυτό είναι το πρώτο μυστικό. Δεν επιτρέψαμε ποτέ η οικονομική δύναμη να ταυτιστεί με την πολιτική. Οκέι, η οικονομική ισχύς δική τους, η πολιτική δική μας (τώρα, μιλάω σε πρώτο πληθυντικό, αλλά εγώ και η οικογένειά μου, ως Ιππείς και Μεσοχωρίτες, δεν είμαι σίγουρος πότε ήμασταν στην πλευρά των πλούσιων και πότε των φτωχών. Πότε πάνω, πότε κάτω. Κάτι σε κοινωνικό κέντρο, που λέτε κι εσείς). Αλλ’ αυτό απαιτούσε και κάποιο κόπο. Δεν ήταν απλό να έρχεσαι από την άλλη άκρη της Αττικής, πότε με άλογο, πότε με τα πόδια, μια για τη συνέλευση, μια για τη Βουλή, μια για την Ηλιαία. Εσείς έχετε κάθε μέσο, όλη την τεχνολογία για να κάνετε την άμεση δημοκρατία παιχνίδι. Έχετε την ψηφιακή σας τεχνολογία, δεν έχω καταλάβει πώς ακριβώς λειτουργεί. Σας αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού για να παίρνετε μιαν απόφαση κάθε εβδομάδα, κι ας είστε εκατομμύρια. Κι όμως, αρκείστε σε μια ψηφοφορία κάθε τέσσερα χρόνια. Και μυστική. Γιατί μυστική; Από ποιον θέλετε να κρυφτείτε; Και πώς εμπιστεύεστε να σας εκπροσωπούν οι ίδιοι άνθρωποι για τέσσερα ολόκληρα χρόνια; Φλύκταινες βγάζω. Να φοβάστε τους εκπροσώπους και τους διαμεσολαβητές. Κανείς δεν μπορεί να σας εκπροσωπήσει καλύτερα από τους εαυτούς σας. Η αδύναμη και φοβισμένη εξουσία είναι πάντα καλύτερη από την ισχυρή και αναιδή. Και μη μου πείτε ότι πληρώσαμε την ανοικτή και άμεση δημοκρατία μας με περιορισμένη ισχύ της πόλης μας. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η Αθήνα ήταν η οικονομική υπερδύναμη της Μεσογείου στα χρόνια μου;

Τώρα, θα επιστρέψω στη μαρμάρινη σιωπή μου. Ωραία είναι εδώ στο Μουσείο. Έχει πολύ φως, καθαρή ατμόσφαιρα, κι ας είναι τεχνητή. Ήμουν πολύ αυστηρός μαζί σας; Μη με παρεξηγείτε. Ίσως είναι το νεαρόν της ηλικίας, η πολλή δίψα για ζωή που δεν πρόλαβε να εκτονωθεί. Πέθανα στα 24, δυο χρόνια αφότου θαύμασα τον εαυτό μου σαν γλυπτό στη δυτική ζωφόρο του Παρθενώνα. Ήταν στην πολιορκία του Αρχίδαμου. Τι απίστευτη βλακεία, και για μας και για τους Σπαρτιάτες…

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (20/10/2007)

Αγοράκριτος:
Στην καρδιά μου αν δεν σ’ έχω κι αν δε σ’ αγαπώ,
να με ρίξουνε, Δήμε, κομμάτια
στο τσουκάλι, να γίνω βραστός. Κι αν σ’ αυτό
που σου λέω δεν πιστεύεις, να κάμουν
σκορδαλιά στο τραπέζι μου αυτό, και μαζί
με τυρί να με ξύσουνε μέσα
κι ως τον Κεραμεικό να με πάνε συρτό,
με αχαμνά περαστά στο τσιγκέλι.

Παφλαγόνας:
Την αγάπη που εγώ ’χω για σένανε ποιος
άλλος, Δήμε, πολίτης την έχει;
Στο δημόσιο ταμείο, τότε που ήμουν εγώ
βουλευτής, πολύ μάζεψα χρήμα,
βασανίζοντας τούτους, εκείνους εκεί
πνίγοντάς τους, απ’ άλλους ζητώντας.
Για ιδιώτες εμέ δεν μου καιόταν καρφί,
φτάνει ευχάριστος να ’μουν σ’ εσένα.

Αγοράκριτος:
Τι μεγάλο κατόρθωμα! Δήμε, κι εγώ
τέτοιο πράμα μπορώ να σου κάνω.
Θα πηγαίνω να κλέβω τα ξένα ψωμιά
και μ’ αυτά θα σου κάνω τραπέζι.

Αριστοφάνη, «Ιππής» (Μετάφραση Θρασύβουλου Σταύρου)

15/10/2007

Πάλη γενεών, ληστείες τραπεζών (13/10/2007)

Το σκέφτηκα από δώ, το σκέφτηκα από κει, αλλά όπως κι αν το ‘βλεπες το πράγμα έκανε «τζιζ». Σαν ένα τρίγωνο με όλες τις γωνίες του οξείες, κοφτερές σαν μαχαίρι. Στη ζωή, όπως και στη γεωμετρία, τα περισσότερα τρίγωνα, υψενικά ή όχι, είναι έτσι. Αδύνατο να τα πιάσεις χωρίς να κοπείς. Ας κοπώ λοιπόν. Αρκετές δόσεις υποκρισίας και αυτολογοκρισίας έχουμε καταναλώσει.

Το δικό μας τρίγωνο τι έχει; Εχει τον πολιτικό, την τράπεζα και τον ληστή. Ο πολιτικός είχε τους υπερασπιστές του. Η τράπεζα δεν τους χρειάστηκε καν. Ο ληστής; Δεν δικαιούται κι αυτός την υπεράσπισή του; Θα γεράσει στη φυλακή, δεν λέω, αυτό μάλλον δεν παλεύεται, το ποινικό μας δίκαιο δεν αφήνει παράθυρα ιδεολογικής επιείκειας στους δράστες. Αλλά, δεν υποχρεούμαστε τουλάχιστον ν’ ακούσουμε τη λογική του αντιεξουσιαστικού ηθικού κώδικα; Είναι κι αυτός μια πραγματικότητα, όσες γιάφκες αναρχικών κι αν αποκαλύψει η ΕΛ.ΑΣ., θα υπάρξουν κι άλλοι, κι άλλοι που δεν βρίσκουν διέξοδο στο πολιτικό σύστημα, που θα ασφυκτιούν στην παραγωγική ομαλότητα του οικονομικού μας πολιτισμού, που θα γοητευτούν από τα έκνομα (που θα ‘λεγε κι ο Πολύδωρας), τα επικίνδυνα (που θα ‘λεγε κι ο Καβάφης).

Υπάρχει, βεβαίως, κι ένα δεύτερο τρίγωνο, εξ ίσου κοφτερό στις ακμές του. Γονιός, παιδί, κοινωνία. Γοητευτική και η ψυχαναλυτική προσέγγιση του περιστατικού, αλλά ουδείς δικαιούται να τυποποιήσει το φαινόμενο του χάσματος των γενιών, στο απλοϊκό (αν όχι χυδαίο) υπονοούμενο ότι τα παιδιά των αριστερών πολιτικών είναι προορισμένα να πάνε αριστερότερα, άρα εκτός πολιτικού πλαισίου. Και των δεξιών τα παιδιά; Τι θα γίνουν; Νεοναζί; Μπούρδες. Αντί να ενοχοποιήσουμε ψυχιατρικά τη σκέψη και τη συμπεριφορά των εφήβων και των νέων, ας θυμηθούμε τους εαυτούς μας στην ηλικία τους. Πόσες φορές ισορροπήσαμε στα άκρα; «Η ζωή είναι άνοστη χωρίς άκρα και φαλάκρα». Μόνο που τα άκρα μας αφορούν ως νέους και η φαλάκρα ως μεσήλικες. Όπως λέει κι η φίλη μου η Αριάδνη στα παιδιά της, «χαίρομαι που διαφωνείτε μαζί μου γιατί μέσα από τις αντιθέσεις μας διαμορφώνετε χαρακτήρα». Τα παιδιά εκμαίνονται, η Αριάδνη πάντα ψύχραιμη, αλλά έτσι πορεύεται η οικογένεια από καταβολής της. Το είπε άλλωστε με αφοπλιστική ειλικρίνεια κι ο Αλαβάνος: «Είναι πιο δύσκολο να είσαι γονιός από το να είσαι πολιτικό στέλεχος». Αυτή η φράση καθιστά άχρηστα όλα τα ηλίθια υπονοούμενα περί προστατευτικής αυτολοκρισίας (περί τον Ν. Βούτση) κι όλα τα κραυγαλέα συμπεράσματα για το αριστερό εκκολαπτήριο της ακρότητας.

Αλλά για τον πόλεμο των γενεών, την επικίνδυνη σχέση «πατέρες και παιδιά» τα έχουν πει άλλοι – ο Τουργκένιεφ, αίφνης, έξοχα στο ομότιτλο μυθιστόρημά του. Η σχέση μπορεί να κυμανθεί από τη νοσηρή αγάπη μέχρι τον εξοντωτικό πόλεμο. Γνωστά αυτά, ας τα αφήσουμε στη δικαιοδοσία των ψυχιάτρων και των ψυχαναλυτών κι ας επικεντρωθούμε στο άλλο τρίγωνο που έμεινε στο απυρόβλητο: πολιτική- τράπεζα- ληστής.

Τα αντι-τραπεζικά μου αισθήματα δεν τα έχω κρύψει ποτέ, κι ας έχω λογαριασμό και πιστωτική κάρτα (ή μήπως τα αισθήματά μου προέρχονται ακριβώς απ’ αυτά;), κι ας φιλοξενούμαι σε έντυπα όπου-μεταξύ άλλων- οι τραπεζίτες επικοινωνούν τα προϊόντα τους και τα ιδεολογήματά τους. Εγραψα πριν μερικά χρόνια ότι στη φράση «ληστείες τραπεζών», πέρα από το αστυνομικό φαινόμενο, περιλαμβάνεται κι ένα διπλό συντακτικό φαινόμενο. Η λέξη «τραπεζών» μπορεί να εκληφθεί ως γενική αντικειμενική (οι τράπεζες ληστεύονται), αλλά και ως γενική υποκειμενική (οι τράπεζες ληστεύουν). Ελάχιστοι άνθρωποι αμφιβάλλουν σήμερα ότι και τα δυο αποτελούν πραγματικότητες της καθημερινότητάς μας. Και οι μεν τράπεζες εξουδετερώνουν τις ζημίες τους από ληστείες ασφαλίζοντας τα χρήματά τους. Αλλά για το αντίστροφο φαινόμενο, τη ληστεία στην οποία δράστης είναι η τράπεζα, δεν υπάρχει θεσμοθετημένη προστασία. Και κυρίως, δεν υπάρχει ηθική απαξίωση. Ολοι μνημονεύουν τα λόγια του Μάκυ, από την «Οπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ λίγο πριν πάει στην κρεμάλα: «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας;» Ελάχιστοι έχουν τολμήσει να αμφισβητήσουν αυτή την αξιωματική αλήθεια, αλλά κανείς δεν εισηγήθηκε να ενσωματωθεί στον ηθικό κώδικα του νομικού μας πολιτισμού.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια μικρή πρόοδος στο πεδίο αυτό. Ακόμη και η υπεράνω ταξικής υποψίας δικαιοσύνη, δυσκολεύεται να αντιληφθεί τον ηθικό κώδικα των τραπεζών που εννοούν να δανείζονται από μας με 3% αλλά θεωρούν απολύτως δίκαιο να μας δανείζουν με 10% έως 18%. Η ηθική και ποινική νομιμοποίηση αυτής της ληστείας κάμπτεται πια ακόμη και στα δικαστήρια. Τον τελευταίο χρόνο, οι αμερικανικές τράπεζες αναγκάζονται να επιστρέψουν εκατομμύρια δολάρια σε πελάτες- θύματά τους έπειτα από ένα καταιγισμό δικαστικών αποφάσεων. Ακόμη και τα ελληνικά δικαστήρια, δειλά-δειλά το τελευταίο διάστημα, εγκαταλείπουν την παραδοσιακή τους απάθεια για τα όρια ελευθερίας των τραπεζών και περιγράφουν αχνά μια ληστρική σχέση τους με τους πελάτες.

Αλλά, ακόμη κι αν υπάρχει κοινωνική απαξίωση στη συμπεριφορά των τραπεζών, δεν υπάρχει η ηθική απαξίωση που κυριαρχεί στην πλευρά των ληστών. Ο ληστής είναι ένας εξ ορισμού εχθρός της κοινωνίας, κάτι που είναι αδιανόητο για την τράπεζα. Ποιο είναι το κριτήριο; Υποτίθεται ότι η ληστεία είναι ένα έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας, κατά της περιουσίας, αγαθών απαραβίαστων στον οικονομικό μας πολιτισμό. Δεν αντιλέγω, αλλά αφού το παραβιαζόμενο αγαθό είναι ένα μέγεθος απολύτως μετρήσιμο και αποτιμώμενο σε χρήμα, γιατί να μη βάλουμε τα δύο «εγκλήματα» στη ζυγαριά να δούμε το βαρύτερο; Ποια είναι η μεγαλύτερη ζημιά; Να απαλλοτριώσεις 20.000 ευρώ ή να απαλλοτριώνεις καθημερινά εκατομμύρια ευρώ, από εκατομμύρια ανθρώπους, εν αγνοία τους και χωρίς να τους δίνεις ευκαιρία αντίστασης;

Θα μου πείτε: «Υπερασπίζεσαι το κοινό έγκλημα;» Όχι, βέβαια. Αν ήταν έτσι δεν θα καθόμουν να φλυαρώ γραπτώς, θα είχα πάρει ένα όπλο και θα έπαιρνα σβάρνα τα τραπεζικά γκισέ για «εισπράξεις». Αλλά, κάποια ευκαιρία υπεράσπισης πρέπει να δώσουμε και στην «κοινή» ληστεία αφού ανεχόμαστε τη γενικευμένη και νομιμοποιημένη «ληστεία». Δεν είναι μόνο ότι πολύ μεγαλοφυείς άνθρωποι ανά τους αιώνες, από τον Αριστοτέλη και τον Μωάμεθ μέχρι τον Σέξπιρ και τον Ανταμ Σμιθ δεν δίστασαν να εκφράσουν την απέχθειά τους για το τοκογλυφικό κεφάλαιο και τον παρασιτισμό του. Είναι και το γεγονός ότι ο οικονομικός μας πολιτισμός, παράγοντας αδιάκοπα ακραίο πλούτο κι ακραία φτώχεια, γεννά εξίσου αδιάκοπα επαρκή ιδεολογικά κίνητρα για παρορμητική «απονομή της δικαιοσύνης». Και ο 23χρονος «αναρχικός ληστής γιος πολιτικού στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ» (όπως γράφουν με δεοντολογικό σαδισμό τα «σουπεράκια» στις τηλεοπτικές οθόνες), είχε και ιδεολογικά κίνητρα. Μπορεί να είναι αδιάφορα για την ποινική δικαιοσύνη. Αλλά εμένα δεν μου είναι καθόλου αδιάφορα. Ιδιαίτερα όσο η πολιτική (η τρίτη θλιβερή ακμή του τριγώνου) είναι τόσο τρομακτικά αναποτελεσματική ή συνένοχη. Μήπως είναι ένα πρόσχημα, μια ιδεολογική πατίνα, μήπως είναι πολιτικά αβαθής και αφελής αυτού του είδους η αυτόκλητη δικαιοσύνη; Πιθανώς. Αλλά πόσο λιγότερο προσχηματική είναι η ιδεολογική επιχειρηματολογία της «έντοκης απαλλοτρίωσης» ότι τα ευαγή πιστωτικά ιδρύματα ενεργούν στο όνομα της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, αγαθών και προσώπων, στο όνομα της ελευθερίας των συναλλαγών; Πράγματι, είμαστε ελεύθεροι να μην δανειστούμε, να μη πάρουμε πιστωτικές κάρτες. Αλλά αν κάναμε απόλυτη χρήση αυτής της ελευθερίας θα κατέρρεε όχι μόνο το πιστωτικό σύστημα αλλά ολόκληρη η οικονομική δομή. Το ρισκάρουν;

Ισως γι’ αυτό ο Φερνάντο Πεσσόα, 90 χρόνια πριν, συνέθεσε τις δυο όψεις του νομίσματος, την ελευθερία που διεκδικεί ο αναρχικός ληστής και την ελευθερία που επικαλείται ο τραπεζίτης σε ένα και μόνο πρόσωπο: Τον «Αναρχικό Τραπεζίτη», που υποστήριζε πως ο μόνος τρόπος για να υποτάξει την τυραννία του χρήματος είναι να πλουτίσει ο ίδιος. «…Εκείνοι είναι μυστικιστές αναρχικοί, ενώ εγώ είμαι επιστήμονας αναρχικός, αυτοί είναι αναρχικοί που σκύβουν, ενώ εγώ είμαι ένας αναρχικός που αγωνίζεται κι ελευθερώνεται», λέει ο ήρωας του Πεσσόα.

Μάλλον δεν θα πρόσθετα πολλά αν επικαλούμουν και τον φιλόσοφο της διαστροφής, τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, που πρότεινε στους Γάλλους επαναστάτες να αποποινικοποιήσουν την κλοπή ως αποτελεσματικό μέσο αναδιανομής του πλούτου. Ας μην το βαρύνουμε κι άλλο ιδεολογικά το μικρό αυτό δράμα. Ηθελα απλώς να πω ότι, αφού οι «αναρχικοί τραπεζίτες» είναι εντελώς υποστατοί, ηθικά δικαιωμένοι, πρακτικά νομιμοποιημένοι στα άτυπα «εγκλήματά» τους που ονομάζονται τραπεζικά προϊόντα, θα ήταν άδικο να στερήσουμε από τον «αναρχικό ληστή» το δικαίωμα να υπερασπίσει, έστω ηθικά και ιδεολογικά, το δικό έγκλημα. Δεν θα ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία παραδοξότητα του οικονομικού μας πολιτισμού.

Με τους μουλάδες, αδελφές μου, με τους μουλάδες

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 26/9/2026   Οσοι περιμένατε τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για να δει άσπρη μέρα- ή μαύρη, αν είστε του ντίζελ- το ρεζ...