17/12/2007

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (15/12/2007)

«Ο ΣΕΒ συμμερίζεται την εύλογη κοινωνική ανησυχία και ανασφάλεια που εκφράζει η αυριανή γενική απεργία. Οι δυνάμεις της εργασίας –εργοδότες και εργαζόμενοι– έχουν κάθε λόγο να αξιώνουν μία ολοκληρωμένη και βιώσιμη λύση του Ασφαλιστικού. Έχουν κάθε λόγο να αντιτίθενται στην επιβολή αποσπασματικών μέτρων, τα οποία «μπαλώνουν» συγκυριακά και στην ουσία μεταθέτουν το πρόβλημα διογκώνοντάς το.
Αξιώνουμε, ακόμη, έναν ουσιαστικό και όχι προσχηματικό διάλογο, στον οποίο να προσέλθουν όλοι με ανοιχτά χαρτιά. Η μέχρι σήμερα διαδικασία διαλόγου καλλιέργησε, δυστυχώς, τη δυσπιστία και έδωσε άλλοθι στην υπεκφυγή.
Ο ΣΕΒ θεωρεί ότι η αυριανή απεργία αναδεικνύει την ανάγκη για κοινές πρωτοβουλίες και δράσεις των κοινωνικών εταίρων, με στόχο ένα ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο να αποτελεί πυλώνα κοινωνικής ασφάλειας, σιγουριάς και δικαιοσύνης».
Δήλωση του προέδρου του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλου, 11/12/2007

10/12/2007

Χρήσιμα αντικείμενα, για τα σκουπίδια (8/12/2007)

Αναρωτιέμαι συχνά τι πρέπει να απαντήσω στην κόρη μου όταν μου θέσει το ερώτημα: «Τι να γίνω όταν μεγαλώσω;» Προς το παρόν, διανύει την περίοδο της αθωότητας. Θέλει να γίνει τοπ μόντελ ή τραγουδίστρια ή παρουσιάστρια τηλεόρασης ή γιατρός χωρίς σύνορα ή γενετίστρια που θα βρει το ελιξίριο της νιότης ή κομμώτρια ή βομβίστρια του αντιεξουσιαστικού πεδίου. Της έχω εξηγήσει ότι αυτό δεν είναι επάγγελμα, αλλά δεν δίνει σημασία. Όλα αυτά, ανάλογα με τα φεγγάρια της. Κάποια στιγμή το ερώτημα θα τεθεί πιο στέρεα και θα απαιτεί απαντήσεις πέρα από τις παρορμήσεις των οκτώ χρόνων της. Γιατί, αναζητώντας το επάγγελμα του μέλλοντος το 2007, πρέπει να πιθανολογήσει κανείς ποιες από τις σημερινές παραδοσιακές ή μοδάτες κι ακριβοπληρωμένες εξειδικεύσεις θα έχουν επιβιώσει το 2027. Οι μελλοντολόγοι της απασχόλησης υπολογίζουν ότι ο κύκλος ακμής (ή και ζωής) ενός επαγγέλματος θα γίνεται όλο και πιο σύντομος, όσο ο αρχέγονος καταμερισμός εργασίας εξελίσσεται σε εξουθενωτικό κατακερματισμό της.

Υπάρχουν πάντως ορισμένα επαγγέλματα που αποκτούν μιαν ιδιαίτερη αντοχή στο χρόνο. Αίφνης, σκέφτομαι το επάγγελμα του παλιατζή ή του ρακοσυλλέκτη. Μάλλον βιαστήκαμε να τα κατατάξουμε στα επαγγέλματα που χάνονται, όπως για παράδειγμα ο παπουτσής, ο γανωτζής, ο πεταλωτής, ο χαλκιάς και άλλες τέχνες που κοσμούσαν τα αναγνωστικά των παιδικών μας χρόνων. Έχω την υποψία ότι ο παλιατζής είναι το επάγγελμα του μέλλοντος. Δεν είμαι σίγουρος αν θα χειραγωγήσω την κόρη μου προς αυτό (η γονεϊκή μου ματαιοδοξία, προς το παρόν, δεν το αντέχει), αλλά αυτή είναι μια ρεαλιστική διαπίστωση με βάση το ρυθμό που παράγουμε, καταναλώνουμε και απορρίπτουμε τα αντικείμενα της κατανάλωσής μας.

Ενδεχομένως, ο παλιατζής του μέλλοντος δεν θα έρχεται με το τρίκυκλο ή το ημιφορτηγό στα σοκάκια της γειτονιάς μας. Δεν θα διαλαλεί τις υπηρεσίες του από το φορητό του μεγάφωνο, εναλλάσσοντας τη φωνή του με στροφές από το τελευταίας εσοδείας λαϊκο-πόπ σουξεδάκι. Θα καταφθάνει σαν τεράστιο φορτηγό που θα παραλαμβάνει από τους ειδικούς κάδους τα στοιβαγμένα χαρτιά, πλαστικά, γυαλιά ή αλουμίνια. Θα έρχεται με ειδικό όχημα που θα φορτώνει τις άχρηστες ηλεκτρικές συσκευές ή τα «τελειωμένα» αυτοκίνητα. Το ραντεβού για την παραλαβή των λαφύρων της κατανάλωσής σας θα είναι απαραίτητο. Και ο παλιατζής θα φορά ολοκάθαρη φόρμα εργασίας, θα έχει γνώσεις χημικού μηχανικού ή ανάλογες (ενδεχομένως και το αντίστοιχο πτυχίο) και θα δίνει εντολές από το κομπιούτερ του για την αξιολόγηση κάθε αντικειμένου. Αλλωστε, αυτό που περιγράφω εδώ ως εικόνα του μέλλοντός μας, σε ορισμένες χώρες είναι εν μέρει παρόν.

Βρέθηκα προ ημερών σε ένα κατάστημα κινητής τηλεφωνίας. Εκατοντάδες κινητά τηλέφωνα και αξεσουάρ αραδιασμένα στις προθήκες του. Χωρισμένα σε κατηγορίες, με χαρακτηριστικά που περιγράφονταν με ακατάληπτες –για μένα- ορολογίες. Η ερώτηση που έκανε ο μέσος υποψήφιος αγοραστής ήταν πότε κυκλοφόρησε κάθε μοντέλο. Απ’ όσο κατάλαβα, το παλαιότερο ήταν μόλις δύο ετών. Το νεότερο, μόλις δύο εβδομάδων. Ουσιαστικά, κάθε κινητό τηλέφωνο προανήγγελλε ήδη από τα «στοιχεία ταυτότητάς» του τον επερχόμενο θάνατό του, την ημερομηνία λήξης του. Ο κύκλος ζωής του δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο. Αλλωστε, και οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας προσυπογράφουν τη «θανατική καταδίκη» κάθε προϊόντος τους πολύ πριν τα «φτύσει» πραγματικά με τις πολιτικές επιδότησης συσκευής. «Εξ άλλου σε ένα χρόνο θα έχετε πάλι δικαίωμα αναβάθμισης….», λένε χωρίς προσχήματα οι πωλητές. Σε μια γωνιά του καταστήματος υπάρχει ειδικό stand ανακύκλωσης συσκευών και αξεσουάρ. Κινητά, φορτιστές, μπαταρίες, χαντς φρι, μπλου τουθ βρίσκονται κατά δεκάδες συσσωρευμένα εκεί αν και δεν έχει έρθει η ώρα του «φυσικού θανάτου» τους. Προηγείται ο «κοινωνικός» τους θάνατος χάρη στον ακόρεστο μηχανισμό δημιουργίας αγαθών με ρυθμό που υπερβαίνει το ρυθμό δημιουργίας των αναγκών. Ακόμη κι οι διαφημιστές των προϊόντων έχουν παραιτηθεί από τη διαφήμιση της διάρκειας ζωής ενός προϊόντος. Κανείς δεν ισχυρίζεται πια ότι το ψυγείο, η τηλεόραση ή το αυτοκίνητο που πουλάει είναι «για μια ζωή». Αυτά που κάποτε αποκαλούσαμε «διαρκή καταναλωτικά αγαθά» έχασαν το βασικό χαρακτηριστικό τους. Δεν το αποκλείω διόλου στο εγγύς μέλλον το after sale service που διαφημίζουν προς το παρόν οι κατασκευαστές ως τελευταία λέξη του marketing να αντικατασταθεί από το after using recycling και ο ανταγωνισμός τους να μεταφερθεί από το πεδίο της παραγωγής και της κατανάλωσης, στο πεδίο της διαχείρισης των απορριμμάτων.

Προς το παρόν, αντιμετωπίζουμε τη διαχείριση των απορριμμάτων και την ανακύκλωση με τα αθώα μάτια της οικολογίας και της προστασίας του περιβάλλοντος. Τα αντιμετωπίζουμε μόνο ως παρενέργειες της κατανάλωσης και είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε το μερίδιο συνενοχής που μας αναλογεί. Είμαστε έτοιμοι να την εξαγοράσουμε με πράξεις ευαισθησίας. Φυσικά, υπάρχει αυτή η συνενοχή. Κανείς δεν μας βάζει το πιστόλι στον κρόταφο για ν’ αλλάζουμε κινητό κάθε χρόνο, αυτοκίνητο κάθε πέντε χρόνια και ακίνητο κάθε είκοσι. Αλλά αυτής της δικής μας συνενοχής, προηγείται μια άλλη ισχυρότερη ενοχή. Η κατασκευαστική βιομηχανία έχει πλέον ανάγκη τη βιομηχανία της καταστροφής (και ανακύκλωσης) των προϊόντων της. Καθώς ο επιχειρηματικός κύκλος μικραίνει, στενεύουν και τα όρια ζωής κάθε αγαθού. Ο ανταγωνισμός εκμηδενίζει την ανταλλακτική του αξία πριν μειωθεί η αξία χρήσης του. Το κινητό που πετιέται με άνεση (και ίσως με ένα αίσθημα οικολογικής ορθότητας) στα σταντ της ανακύκλωσης μπορεί να έχει μιαν αξία χρήσης για πολλά χρόνια ακόμη. Θα ήταν πολύτιμο, μάλιστα, στις παρθένες ακόμη αγορές της ψηφιακής εποχής, στην Αφρική ή στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας. Αλλά ακόμη και ο καταναλωτής της ανεπτυγμένης Δύσης δεν έχει προλάβει να αξιοποιήσει, μέχρι να το πετάξει, το 100% των δυνατοτήτων του. Κατά κάποιο τρόπο, λοιπόν, η βιομηχανία των ψηφιακών (και όχι μόνον αυτών) προϊόντων έχει ανάγκη κάποιον που θα νομιμοποιεί τη σύντμηση του κύκλου ζωής κάθε αγαθού, τον «βίαιο» θάνατό του. Κι αυτό το συνεργό τον βρίσκει στο «πρόσωπο» του παλιατζή. Που φυσικά, μπορεί να έχει τη μορφή του γραφικού επαγγελματία, αλλά μπορεί να πάρει και τη διάσταση της γιγάντιας βιομηχανίας ανακύκλωσης.

Το μέλλον είναι γραμμένο στα σκουπίδια μας, λοιπόν. Στη διαχείρισή τους συναντώνται οι ανάγκες και οι ανησυχίες πολλών: της κατασκευαστικής βιομηχανίας που θα ανταγωνίζεται όλο και περισσότερο για ταχύτερη κυκλοφορία των προϊόντων της αλλά και για φθηνότερες πρώτες ύλες. Των περιβαλλοντικών οργανώσεων που αγωνιούν για το οικολογικό ολοκαύτωμα και την εξάντληση των πόρων του πλανήτη. Των καταναλωτών που θυσιάζουν τα τελευταία αποθέματα εισοδήματος σε θνησιγενή αγαθά. Και των γονιών που, επιτέλους, βρίσκουν μια ορατή διέξοδο για το επαγγελματικό μέλλον των παιδιών τους.

Εγώ, τουλάχιστον, το σκέφτομαι σοβαρά για την κόρη μου. Υποθέτω ότι θα έχει τις αντιρρήσεις της, αλλά κάποια πιο «πρεστιζάτη» ονομασία θα βρεθεί συν τω χρόνω για τα επαγγέλματα του μέλλοντος, τους παλιατζήδες και τους ρακοσυλλέκτες.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (8/12/2007)

…Στο ντους χρησιμοποιώ κατ’ αρχάς ένα υδατενεργό καθαριστικό τζελ και στη συνέχεια ένα καθαριστικό σώματος από μέλι και αμύγδαλο, ενώ στο πρόσωπο ένα απολεπιστικό καθαριστικό τζελ. Το σαμπουάν Βιτάλ Σασούν είναι ιδιαίτερα καλό για την απομάκρυνση των στρωμάτων στεγνωμένου ιδρώτα, των αλάτων, των λιπών, των ρύπων που μεταφέρονται από τον αέρα και της βρομιάς, τα οποία βαραίνουν τα μαλλιά και τα κολλάνε στο κεφάλι, πράγμα που σε κάνει να φαίνεσαι μεγαλύτερος. …Το σαββατοκύριακο προτιμώ να χρησιμοποιώ το σαμπουάν Γκρεν Νάτσουραλ Ρηβαϊταλάζινγκ, το κοντίσιονέρ του και το συμπλήρωμα θρεπτικών ουσιών Νιούτριεντ Κόμπλεξ. Πρόκεται για ενώσεις οι οποίες περιέχουν D- πανθενόλη που είναι παράγοντας βιταμινών Β, πολυσορβικό οξύ 8(0) που είναι καθαριστικό για το δέρμα του κεφαλιού και φυσικά βότανα. Το σαββατοκύριακο σχεδιάζω να πάω στο Μπλούμινγκντέϊλ’ς και ακολουθώντας τη συμβουλή της Εβελυν να αγοράσω ένα Γιουροπήαν Σάπλεμεντ και σαμπουάν της Φολτέν για τα αδύνατα μαλλιά…Επίσης, το Βίβατζεν Χαιρ Ενρίτσμεντ, που εμποδίζει την επικάθιση μετάλλων και παρατείνει τον κύκλο ζωής των μαλλιών…

Μπρετ Ηστον Ελλις, «Αμερικανική Ψύχωση»

03/12/2007

Αναμνήσεις από το ασφαλιστικό μας μέλλον (1/12/2007)

Κανονικά, θα έπρεπε να το γιορτάζω σήμερα. Και να είμαι το πρώτο θέμα στις ειδήσεις. Είμαι ο πρώτος άνθρωπος που συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής -δεν έχω τη ματαιοδοξία και για δεύτερον- και εξακολουθεί να εισπράττει τη σύνταξή του, μετά τη μεταρρύθμιση του σωτηρίου έτους 2008 και τις άλλες 12 που ακολούθησαν μέχρι το 2018. Εν έτει 2060 μ.Χ. (και 42 μ.Μ.- μετά Μεταρρύθμιση), οι αιωνόβιοι κάτοικοι είμαστε κάτι αρκετά συχνό σ’ αυτή τη χώρα και σ’ όλη τη Γηραιά Ήπειρο. Αλλά αισθανόμαστε ως αποδιοπομπαίοι τράγοι. Κι εγώ αισθάνομαι τύψεις, βαθύτατες τύψεις που τολμώ να ζω. Το βλέπω στα βλέμματα των παιδιών μου -που δουλεύουν ακόμη, αν και έχουν πατήσει τα 70- και πολύ περισσότερο των εγγονιών μου. Υπάρχει κάτι το επικριτικό στο ύφος τους, «πώς αντέχεις να ζεις ακόμη;» και μια σαφής υποσημείωση, ότι εγώ κι όλη μου η γενιά φταίμε που έχουν δεκαετίες εργάσιμου βίου ακόμη μπροστά τους. Για τα δισέγγονά μου, δεν το συζητώ. Τα περισσότερα δεν τα ’χω δει παρά μία φορά. Υποθέτω ότι δεν έχουν καμιά διάθεση να με γνωρίσουν. Μια φορά μόνο, πριν πέντε χρόνια, μου είχαν στείλει δώρα – τα άνοιξα με απίστευτη χαρά που εξατμίστηκε μόλις τα είδα: μια αμπούλα υδροκυανίου, μία επικίνδυνα κοφτερή λεπίδα, ένα χάπι βιάγκρα τριακονταπλάσιας δόσης κι ένα ψηφιακό παιχνίδι που είναι της μόδας: «Kill Granddad»!

Αλλιώς το φανταζόμουν αυτό το ρεκόρ επιβίωσης. Σαν μια ιστορική συνάντηση γενεών. Εγώ, τα παιδιά μου, τα εγγόνια και τα δισέγγονά μου, ίσως και τα τρισέγγονα, πάνω στο γενναιόδωρο τραπέζι της αλληλεγγύης. Το φανταζόμουν κυρίως σαν γιορτή, έναν θρίαμβο του πολιτισμού που, από γενιά σε γενιά, αποσπά όλο και μεγαλύτερο έδαφος από τον ζωτικό χώρο του θανάτου. Αλλά, όσο αυξάνει ο ζωτικός χώρος της ζωής τόσο περισσότερο βλέπω την κοινωνία να βυθίζεται στο πένθος. Παραλογισμός.

Οι προϊστορικοί άνθρωποι ζούσαν το πολύ 30 χρόνια. Από τα υπολείμματα των κοινοβίων τους έχουμε μάθει ότι, παρά την τρομακτική στενότητα πόρων, τα νεότερα μέλη κάθε κοινότητας αποχαιρετούσαν με οδύνη τα γηραιότερα που πέθαιναν. Αν σκέπτονταν αποκλειστικά το οικονομικό βάρος που συνεπαγόταν ένας υπερήλικας, θα έπρεπε να χαίρονται. Αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Προφανώς, χιλιάδες χρόνια πριν εφευρεθεί το κράτος πρόνοιας, προϋπήρχε η αξία της αλληλεγγύης, έστω και στο στενό πλαίσιο ενός ολιγάριθμου κοινοβίου. Υποθέτω πως οι Σπαρτιάτες είναι μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις της ιστορίας όπου η αλληλεγγύη ίσχυσε μόνον αντίστροφα: το άτομο όφειλε να θυσιαστεί στον Καιάδα για να μην επιβαρύνει με το αντιπαραγωγικό βάρος της ηλικίας ή της αναπηρίας του το κοινωνικό σύνολο. Τώρα, κι εγώ κι όλοι οι συνομήλικοί μου νιώθουμε τα βλέμματα των νεοτέρων να μας παροτρύνουν να πέσουμε σ’ έναν Καιάδα που, ευτυχώς, δεν έχει δημιουργηθεί.

Για να πω την αλήθεια, κανείς από μας τους αιωνόβιους δεν έχει την παραμικρή διάθεση για κάτι τέτοιο. Το αντίθετο. Η επιστήμη μάς έχει δώσει τη δυνατότητα να απολαμβάνουμε αρκετά πράγματα ακόμη, παρά το βαθύ γήρας. Χρώματα, γεύσεις, αρώματα. Ακόμη κι εκείνο το μπλε χάπι που κάποτε παίρναμε κρυφά από τα φαρμακεία έχει εξελιχθεί τόσο που επιτρέπει ακόμη και σ’ εμένα… Ξέρετε… Μια φορά τον μήνα, βέβαια, όχι παραπάνω.

Αυτή είναι και η σχιζοφρένεια του πολιτισμού μας. Όλα τα μεγάλα και μικρά θαύματα της βιοτεχνολογίας για τα οποία δούλεψε και η δική μου γενιά κατέληξαν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη και ποιοτικότερη ζωή – μικρές δόσεις αθανασίας, θα μπορούσε να πει κανείς. Αλλά, την ίδια στιγμή, τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, δημόσια και ιδιωτικά, δυσφορούσαν γι’ αυτές τις κατακτήσεις, έβλεπαν την παράταση του μέσου όρου ζωής σαν την επερχόμενη ολοκληρωτική καταστροφή. Εγώ, για παράδειγμα, εισπράττω σύνταξη εδώ και 40 χρόνια. Προηγουμένως δούλεψα άλλα 40 χρόνια, πλήρωσα τις εισφορές που μου αναλογούσαν. Και εισέφερα στο σύστημα και εις είδος: έκανα δύο παιδιά, τα οποία μόρφωσα και κατέστησα παραγωγικούς πολίτες, τα παιδιά μου έκαναν άλλα τέσσερα παιδιά κι αυτά με τη σειρά τους άλλα οκτώ. Άρα, στη διάρκεια του ασφαλιστικού μου βίου -εργασιακού και συνταξιουχικού- εισέφερα με 14 εργασιακές και ασφαλιστικές «μονάδες». Κι αυτό, κινούμενος εντός των μέσων όρων γεννητικότητας. Υπάρχουν αυτοί που έχουν εισφέρει και πάνω από τους μέσους όρους. Και υπάρχουν κι αυτοί που στο μεταξύ έχουν πεθάνει. Κι αυτοί εισέφεραν στο σύστημα με το έλλειμμα ζωής τους, αλλά κανείς δεν τους το αναγνωρίζει. Λοξοκοιτάζουν όλοι εμάς τους ζωντανούς.

Έτσι, κατάντησε η κοινωνία σχεδόν να γιορτάζει τους θανάτους και να θρηνολογεί στα δυο σημαντικότερα γεγονότα της ζωής ενός ανθρώπου: στη γέννησή του (θρηνούν προκαταβολικά για τα 45 χρόνια εργασίας και τα 35 χρόνια εκπαίδευσης και διά βίου κατάρτισης που τον περιμένουν) και στα εκατοστά του γενέθλια (εκεί θρηνούν όχι τον ίδιο, αλλά τους απογόνους του). Εγώ ως θρήνο για τα δικά μου γενέθλια εκλαμβάνω το γεγονός ότι το εικονοτηλέφωνο δεν χτύπησε σήμερα ούτε μια φορά, κανείς δεν μου έστειλε ευχετήριο e-mail, ούτε έλαβα έστω μια θετική τηλεσκέψη – τη νέα μόδα των ψηφιακών επικοινωνιών. Το αντίθετο μάλιστα: το μυαλό μου κατέκλυσαν αρνητικά ραδιοκύματα απ’ όλο το σόι. Στο στιλ: «Καλή ψυχή κωλόγερε».

Δεν βοήθησε, βλέπετε, ούτε ο αποικισμός της Σελήνης -μια πηδησιά τόπος κι αυτός, τι να σου κάνει- και για τον αποικισμό του Άρη δεν υπάρχει ιδιαίτερη προσφορά. Το πρόγραμμα γαιοποίησης δεν πάει και τόσο καλά. Κι εν τω μεταξύ, στη Γη αναπτύσσονται περίεργα έθιμα. Για παράδειγμα, τα ασφαλιστικά ταμεία πριμοδοτούν με μείωση εισφορών τις οικογένειες των υπέργηρων συνταξιούχων που αυτοκτονούν. Φυσικά, μεσολαβεί μια διαδικασία ζύμωσης εντός της οικογένειας και κανείς δεν ξέρει πόσοι ανάμεσα στους αυτόχειρες είναι θύματα καθαρών ψυχολογικών δολοφονιών. Επίσης, οι εταιρείες ιδιωτικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων καλύπτουν τα έξοδα κηδείας των συνταξιούχων που πεθαίνουν σε ηλικία κάτω του μέσου όρου ζωής βάσει συντελεστή. Ένας που πεθαίνει, για παράδειγμα, στα 75 κηδεύεται δωρεάν, ένας στα 90 έχει έκπτωση 10%-20%. Εγώ δεν δικαιούμαι πια καμιά έκπτωση. Σκασίλα μου κιόλας… Από τις νέες ασφαλιστικές δοξασίες προέκυψε και η μεγαλύτερη ανατροπή στα ταφικά έθιμα από τη νεολιθική εποχή. Ενώ όλοι οι άλλοι θάβονται ή καίγονται κανονικά, οι άνω των 90 πετάγονται σε χώρους «υγειονομικής ταφής», βορά των ορνέων, των γερακιών και άλλων αρπακτικών των οποίων ο πληθυσμός έχει αυξηθεί εντυπωσιακά, προς ικανοποίηση των οικολόγων. Σκασίλα μου πάλι.

Ωστόσο, δεν τους αδικώ. Αυτή η αντιστροφή στη σχέση ζωής και θανάτου, με την υπερπροσφορά της πρώτης να αντισταθμίζεται από μια τρομακτική ζήτηση του δεύτερου, είναι το τίμημα που πληρώνει η γενιά μου για τον τρόπο που πουλήσαμε τους αγέννητους και τους ανυποψίαστους νέους. Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας. Με πόση ευκολία δεχτήκαμε τότε, σαράντα χρόνια πριν, αυτή την ανιστόρητη συναλλαγή! Γλιτώσαμε δυο τρία συντάξιμα χρόνια εμείς και φορτώσαμε μια δεκαετία στους απογόνους μας. Κατά κάποιον τρόπο εμείς κηρύξαμε πρώτοι τον πόλεμο των γενεών, θυσιάζοντας την αλληλεγγύη της τάξης στην ιδιοτελή αλληλεγγύη της γενιάς. Αντί της κατανομής του χρήματος, διαπραγματευτήκαμε την κατανομή του χρόνου. Καθαρή βλακεία!

Τελικά, θα γιορτάσω τα εκατοστά μου γενέθλια στο ΚΑΠΗ. Έχουμε κανονίσει virtual όργιο, τούρτα, μπουφέ Ανταρκτικής -τελευταία λέξη της μόδας- και φυσικά περιμένω την έκπληξη των φίλων (που δεν είναι έκπληξη): birthday girl. Μια εβδομηντάρα θεά που το ’χει ρίξει στο στριπ τιζ για να συμπληρώσει τα ένσημα της σύνταξης.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (1/12/2007)

…Τότε, όμως, συνέβη κάτι απρόοπτο. Απρόοπτο και απρόβλεπτο: είχε ζήσει γύρω στα τρία τέταρτα του αιώνα, και η παραγωγική, ενεργή ζωή του είχε φύγει. Ούτε ασκούσε πια τη σαγήνη του παραγωγικού αρσενικού, ούτε ήταν ικανός να λοχεύσει τις χαρές του αρσενικού, και προσπαθούσε να μην τις λαχταράει και πολύ. Όταν ζούσε μόνος του, για πολύ λίγο είχε νιώσει ότι το ελλείπον συστατικό θα επέστρεφε με κάποιον τρόπο για να τον ξανακάνει απαραβίαστο και να του επαναεπιβεβαιώσει τη μαστοριά του. Ότι η από λάθος λαβωμένη δικαιοδοσία του θα επανορθωνόταν. Ότι θα μπορούσε να τα ξαναπιάσει όλα από το σημείο όπου είχε σταματήσει, μόλις πριν από λίγα χρόνια. Τώρα, όμως, φαινόταν πως, όπως κάθε ηλικιωμένος, είχε μπει στη διαδικασία να φυραίνει και να φυραίνει, και θα ’ταν αναγκασμένος να ζήσει τις άσκοπες μέρες του ως το τέλος χωρίς να ’χει αλλάξει το παραμικρό – τις άσκοπες μέρες, τις αβέβαιες νύχτες, την αδυναμία της εξοικείωσης με τη σωματική κατάπτωση, την τερματική θλίψη, το να μην έχεις να περιμένεις τίποτα. Έτσι τελειώνει, σκέφτηκε, κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορούσες να το ξέρεις.

Φίλιπ Ροθ, «Καθένας»

Με τους μουλάδες, αδελφές μου, με τους μουλάδες

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 26/9/2026   Οσοι περιμένατε τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για να δει άσπρη μέρα- ή μαύρη, αν είστε του ντίζελ- το ρεζ...