21/04/2011

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (21/4/2011)

Τη ζωή σαν αχθοφόρος
όπου βρω την κουβαλάω,
στο αγώι τραγουδάω
κι ο σκοπός θανατηφόρος.

Μεροκάματο δε θέλω
ούτε και για χαρτζιλίκι
από περιέργεια υπάρχω
και από καραγκιοζιλίκι.

Δίχως τέλος κι ως το τέλος
θέλω να την σεργιανάω
κι αν στον Άδη πει να πάω,
σύμφωνος κι ετοιμασμένος.

«Από περιέργεια υπάρχω», Στίχοι Μανώλη Ρασούλη, σύνθεση Νίκου Ξυδάκη, εκτέλεση Νίκος Παπάζογλου («Η εκδίκηση της γυφτιάς»)

16/04/2011

ΤΙ ΕΙΔΕ Ο ΛΑΖΑΡΟΣ (16/4/2011)

Άλυτο το μυστήριο του θανάτου. Υπάρχει άραγε κάτι άλλο μετά; Έχουμε δεύτερη ευκαιρία; Οι λίγοι που ισχυρίζονται πως είχαν την τύχη να περάσουν στην «άλλη πλευρά» με εισιτήριο επιστροφής δεν μας διαφώτισαν ιδιαίτερα για το τι είδαν εκεί. Ο Λάζαρος, για παράδειγμα. «Όζει ήδη. Τεταρταίος γαρ εστί», μας λέει ως μάρτυς της ανάστασής του ο Ιωάννης. Τέσσερις μέρες νεκρός. Τέσσερις μέρες δεν είναι λίγες για μια καλή ξενάγηση σ’ αυτόν τον άλλο τόπο. Αλλά, σφίγγα ο Λάζαρος. Σφίγγα κι ο ευαγγελιστής. Είναι δυνατό να μην τον ρώτησε κανείς τι στην ευχή είδε εκεί κάτω; Να ξέρουμε, τουλάχιστον, τι μας περιμένει…

ΑΛΛΑ, Ο ΛΑΖΑΡΟΣ δεν είπε κουβέντα κι ο ευαγγελιστής παρατάει την αφήγηση στη μέση για να περάσει πάλι στην πορεία του Ναζωραίου προς τον θάνατο και τη δική του Ανάσταση. Παίζουν πολλές αναστάσεις στα Ευαγγέλια. Ειδικά του Ματθαίου του ξεφεύγει μια περιγραφή horror show, στο τριήμερο μεταξύ Σταύρωσης και Ανάστασης, με τους νεκρούς να σηκώνονται από τους τάφους τους, με πρώτους και καλύτερους τους πατέρες και προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, να περιφέρονται στην καταραμένη Ιερουσαλήμ σαν ζόμπι. Αλλά κι απ’ αυτούς καμιά μαρτυρία δεν ακούμε για το τι υπάρχει «εκεί κάτω».

ΤΑ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΑ σώζει η ελληνική παράδοση με τα κάλαντα του Λαζάρου. «Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη που επήγες; Είδα φόβο, είδα τρόμο, είδα βάσανα και πόνο» και τα λοιπά. Μάλιστα. Ατελέστατη περιγραφή. Και τι διαφέρει, τότε, ο «πάνω» από τον «κάτω» κόσμο; Κι εδώ δεν μας λείπουν ο φόβος, ο τρόμος, τα βάσανα κι ο πόνος. Αν, για παράδειγμα, ο Λάζαρος ξυπνούσε στη Φουκουσίμα, στη Λιβύη, στην Ακτή Ελεφαντοστού, στην Αϊτή τού σήμερα, πώς θα περιέγραφε την κατάσταση; Αν από τη Βηθανία του έτους 33 μ.Χ. όπου πέθανε ανασταινόταν στην Ελλάδα του 2011 μ.Χ., πώς θα περιέγραφε τον αργό θάνατο μιας χώρας, μιας οικονομίας, μιας κοινωνίας; Ποια λόγια, εκτός από τον φόβο, τον τρόμο, τον πόνο, θα χρησιμοποιούσε; Και πού θα ενέτασσε αυτή τη χώρα; Στον πάνω ή στον κάτω κόσμο;

ΥΠΑΡΧΟΥΝ, άλλωστε, θεμελιώδεις ομοιότητες ανάμεσα στους δύο κόσμους, τον έναν της πραγματικότητάς μας και τον άλλο της τρομαγμένης μας φαντασίας. Λειτουργούν κατά κάποιον τρόπο σαν ανεστραμμένο είδωλο ο ένας του άλλου. Αν υποθέσουμε ότι ο Λάζαρος είδε περίπου όσα περιγράφει και ο Δάντης στην ποιητική του περιπλάνηση στην Κόλαση και στο Καθαρτήριο, τότε έχουμε μια πιο σαφή εικόνα για τη στενή συγγένεια και επικοινωνία των πάνω με τους κάτω: αλαζόνες, υπερόπτες, φθονεροί, οργίλοι, οκνηροί, φιλάργυροι, σπάταλοι, λαίμαργοι, άσωτοι, ασελγείς, φιλήδονοι, σοδομίτες, αυτόχειρες, τοκογλύφοι, κόλακες, μάγοι, μάντεις, αλχημιστές, κερδοσκόποι, αποπλανητές, καλπονοθευτές, παραχαράκτες και προδότες παρελαύνουν στα μάτια του ποιητή, κατανεμημένοι μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου και καταδικασμένοι σε προσωρινές ή αιώνιες τιμωρίες, ανάλογα με τη βαρύτητα των παραπτωμάτων τους. Αν από αυτή τη λίστα θανάσιμων αμαρτημάτων και θανάσιμα αμαρτωλών αφαιρέσει κανείς όσα ξεπλένει ο χρόνος ή αθωώνει και απαλλάσσει ο ηθικός κώδικας της εποχής, μένει ένας σκληρός πυρήνας «αμαρτημάτων» και «αμαρτωλών» που θυμίζει πολύ τη σύγχρονη επίγεια κόλασή μας. Φιλάργυροι, σπάταλοι, τοκογλύφοι, καλπονοθευτές, παραχαράκτες, προδότες, κερδοσκόποι, αλχημιστές, κόλακες, αποπλανητές, άπληστοι είναι οι χαρακτηρισμοί που αποδίδονται στη διεθνή και εγχώρια ελίτ, οι οποίες μοιράζονται το έγκλημα εις βάρος της κοινωνίας. Μόνο που δεν είναι οι τιμωρούμενοι, αλλά οι τιμητές και οι δήμιοι, με κατηγορούμενους τα θύματά τους.

ΑΚΟΜΗ, ΛΟΙΠΟΝ, κι αν ο Λάζαρος ο «τεταρταίος» τρόμαξε από το σύντομο πέρασμά του στον Άδη, είναι αμφίβολο αν η θαυματουργή του επιστροφή στη ζωή τού επεφύλασσε λιγότερο τρόμο. Άλλωστε επέστρεψε στην κατειλημμένη από τους Ρωμαίους Ιουδαία, όπου η σταύρωση ήταν σκληρή καθημερινότητα για τους αντικαθεστωτικούς, τους αντιστασιακούς και τους φτωχοδιάβολους μικροεγκληματίες. Κι η ίδια τιμωρία περίμενε, λίγες μέρες μετά την επιστροφή του στη ζωή, τον σωτήρα και ζωοδότη του Λάζαρου, σύμφωνα με το απόλυτο γκραν γκινιόλ του χριστιανικού μύθου.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΑΡΚΕΣ ΜΠΕΡΔΕΜΑ, η αδιάκοπη αντιστροφή ρόλων ανάμεσα σε ζωή και θάνατο, σωτηρία και τιμωρία, παράδεισο και κόλαση, πάνω και κάτω κόσμο βρίσκει μια ιδιότυπη εφαρμογή στις μέρες μας, σε όσα υφίστανται οι κοινωνίες, και δη οι ευρωπαϊκές του αμαρτωλού Νότου. Χρεοκοπία ίσον θάνατος, μας είπαν και περίπου μας έπεισαν (ή απλώς μας εκβίασαν) οι σωτήρες. Αλλά μας υποσχέθηκαν μιαν ανάσταση των οικονομιών με μια πρωτοφανή ομοιοπαθητική του θανάτου. Διότι, πέραν πάσης αμφιβολίας, τα μέσα της σωτηρίας είναι ένας αργός θάνατος, μια θανατική καταδίκη της κοινωνίας σε βασανιστικές δόσεις στέρησης και καταστολής, που κάθε τρίμηνο αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Και το επόμενο τρίμηνο αυξάνονται αυτές οι δόσεις θανάτου και καταστροφής, και η σωτηρία απομακρύνεται, κι έπειτα νέες δόσεις, και πάει λέγοντας. Και στο επιτελείο των σωτήρων η σύγχυση αυξάνεται, οι διαφωνίες επιτείνονται, σαν να μη χρησιμοποίησαν τα σωστά ξόρκια για την έγερση της ημιθανούς ή εντελώς νεκράς χώρας, «έπρεπε να πούμε “δεύρο έξω” ή μήπως “τα κεφάλια πάλι μέσα”;» «Μα, είναι ήδη χρεοκοπημένοι», δηλαδή εντελώς νεκροί, λένε οι εξ Εσπερίας σωτήρες, οι κύνες της Πομερανίας. «Όχι, κρατήστε τους διασωληνωμένους μέχρι όσο πάρει, έστω και κλινικά νεκρούς. Έχουν πολλά ζωτικά όργανα κατάλληλα για ανακύκλωση», αντιτείνουν τα σκυλιά της Φρανκφούρτης και οι αλεπούδες της Νέας Υόρκης. Άγγελοι και διάβολοι, σε ρόλους εναλλασσόμενους, αποφαίνονται για το είδος της τιμωρίας-θεραπείας στο ευρωπαϊκό Καθαρτήριο. «Σ’ εσάς θα κόψουμε τους μισθούς, για σας έχουμε μια απόλυση, για τους διπλανούς σας μια άδεια άνευ αποδοχών, εσείς θα παίρνετε στο εξής το μισό επίδομα αδείας. Επίσης, κομμένες οι σπατάλες στα σχολεία, στα νοσοκομεία. Στο εξής θα μορφώνεστε εκ περιτροπής και θα ασθενείτε κατά τις αργίες. Και θα δουλεύετε μέχρι τα 80 χρόνια σας. Δεν θέλουμε διαμαρτυρίες… Μαζί τα φάγατε».

ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ, ενώ ο καιρός στο Καθαρτήριο περνά αργά και βασανιστικά, αλλά το ισοζύγιο αμαρτίας και εξιλέωσης μένει αμετάβλητα ελλειμματικό και ο βόρβορος του χρέους κοχλάζει σαν κρατήρας ηφαιστείου έτοιμου να εκραγεί, οι σωτήρες και οι θαυματοποιοί άγγελοι, χειροκροτούμενοι από τους ενθουσιασμένους διαβόλους των αγορών, πετάνε ένα ακόμη αναστάσιμο ξόρκι. «Μήπως είναι καιρός για μια αναδιάρθρωση του χρέους τους;» Πόσο «ανάσταση» και πόσο «θάνατο» μπορεί να περιέχει αυτή η σωτηρία; Εξαρτάται ποιος και γιατί θα τη φέρει. Και με τι τίμημα. «Λάζαρε, δεύρο έξω και αναδιαρθρώσου, εξαρθρώσου, αποσαθρώσου, εξυγιάνσου, εξαφανίσου, ιδιωτικοποιήσου, σταθεροποιήσου, επιμηκύνσου, μειώσου, εξαχνώσου και ύπαγε εν ειρήνη», φωνάζει ο σωτήρας κι οι πιστωτές μετράνε ζημιές και κέρδη, καλή η μπάζα, «τη σώσαμε την παρτίδα, το καθαρτήριο βγάζει λεφτά, δεν χρειάζεται να είναι προσωρινό, ας είναι η ζωή η αιώνια, ή ο αιώνιος θάνατος, εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ».

ΚΙ Ο ΛΑΖΑΡΟΣ στέκεται αμήχανος κι αναποφάσιστος σ’ αυτό το κατώφλι πάνω και κάτω κόσμου, σ’ αυτό το μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Τα είδε όλα εκεί κάτω, τα βλέπει όλα κι εδώ πάνω, γύρισε το μάτι του ανάποδα, σαν οργισμένου Βίκινγκ, σαν εξαγριωμένου Ισλανδού, «τι να την κάνω μιαν ανάσταση που με φέρνει σ’ έναν άλλο θάνατο; Αν είναι να ζήσουν μόνο οι τράπεζες, αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων». Στέκει εκεί, στη στενή είσοδο του μνημονιακού τάφου του, κάνει μεταβολή και χάνεται στο σκοτάδι φωνάζοντας «όχι άλλη ανάσταση, όχι άλλη ανάσταση, γιατί θα κάνω επανάσταση». Σιγά, Λάζαρε, θα σκίσεις κανένα σάβανο. Το πιστεύει, δεν το πιστεύει, θα δείξει. Τους σωτήρες πάντως, εξουσιαστές ζωής και θανάτου, χλωμούς τους βλέπω. Σαν πεθαμένους…

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (16/4/2011)

Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα
κάτω στο Πέραμα με τους γέρους
στη θάλασσα να βρίζεις
την κάμαρα που σε γέννησε και τον Ξέρξη.

Στάθηκα δίπλα σου και σου είπα
τα κεραμίδια θα γίνουνε τσιμέντο
τα ξύλα θα γίνουνε πέτρες
η αγάπη θα γίνει χρήμα.

Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα
κάτω στο Πέραμα με τους γέρους
στάθηκα δίπλα σου και σου είπα
θα μας ξεχάσουνε την Πέμπτη
το Σάββατο, το Σάββατο
την ίδια ώρα θ’ αναστηθούμε.


Γιώργου Χρονά. «Στο Πέραμα» (Από τον δίσκο «Ανεξάρτητα», σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου)

07/04/2011

Η φούσκα (7/4/2011)

Θα το αντέξετε; Τέσσερις μέρες σε ενημερωτικό κενό, χωρίς πυξίδα, χωρίς τη δόση πληροφόρησης που σας κρατά σε επαφή με την πραγματικότητα. Αν, βέβαια, αυτό είναι η πραγματικότητα… Αν είναι πραγματικότητα ο «αποκαλυπτικός» λόγος των τηλεοπτικών δελτίων, ο χορός των δισεκατομμυρίων στα ραδιόφωνα, η στατιστική τρομοκρατία στα πρωτοσέλιδα. Νέα μέτρα 6 δισ. ευρώ. Και άλλα 22 δισ. Και άλλα 50 δισ. ευρώ. Δημοσιονομικός Αρμαγεδδών. Χαστούκια, χαστούκια, κι άλλα χαστούκια. Κι έπειτα χάδια. Δεν θα γίνει αναδιάρθρωση χρέους (σ.σ. πόσοι Έλληνες έχουν καταλάβει τι είναι αυτό το φρούτο και γιατί απορρίπτεται σαν τον απαγορευμένο καρπό από το δέντρο της γνώσης;). Δεν θα ληφθούν οριζόντια μέτρα (γιατί, μέχρι τώρα γευτήκαμε τα κάθετα;). Ουδέν πρόβλημα με τα δώρα, τις συντάξεις. Τι είναι πραγματικότητα και τι δεν είναι απ’ όλα αυτά; Και πού είναι η άλλη πραγματικότητα: η ειδοποίηση της τράπεζας για την καθυστερημένη δόση. Η απόρριψη της αίτησης για το δάνειο. Το τηλέφωνο από το λογιστήριο της εταιρείας για την αποζημίωση. Τα παραπεταμένα βιογραφικά για την αναζήτηση δουλειάς. Τα «όχι» και τα συγκαταβατικά χαμόγελα. Οι απλήρωτοι λογαριασμοί, οι «εθελοντικές» περικοπές μισθών, η εκ περιτροπής απασχόληση. Να μην αδικούμε τους διαμεσολαβητές της πραγματικότητας. Καμιά φορά τρυπώνουν κι αυτές οι πλευρές της στα τηλεοπτικά παραθύρια, άλλοτε γιατί το μελό πουλάει κι άλλοτε για να διατυπωθούν βαρύγδουπα ηθικά διδάγματα για τη «Νέμεση», την τιμωρία της «απληστίας», το τέλος της ευημερίας.

Αλλά, εσείς θ’ αντέξετε χωρίς αυτές τις ελεγχόμενες δόσεις πραγματικότητας; Και για πόσες μέρες; Κάποιοι από σας έχετε καταφύγιο τα υποκατάστατα. Πρόθυμους bloggers που μεταφέρουν θραύσματα πραγματικότητας αγνώστου πηγής και προελεύσεως. Κι άλλους που καταβάλλουν μικρές, φιλότιμες προσπάθειες «ανεξάρτητης ενημέρωσης». Έπειτα, υπάρχουν τα ξένα δίκτυα, τα δορυφορικά πιάτα, τα «ψηφιακά μπουκέτα» που προσφέρουν πολύγλωσσα και πολύχρωμα παζλ της «πραγματικότητας». Καμιά φορά είναι πιο εύκολο να μάθουμε τι συμβαίνει στην Αθήνα μέσω Νέας Υόρκης, παρά αν ξημεροβραδιαζόμαστε έξω από το υπουργικό γραφείο, περιμένοντας ένα ξεροκόμματο έγκυρης «διαρροής». Πώς άλλαξε το σύμπαν της ενημέρωσης στις δύο και πλέον δεκαετίες «απελευθέρωσής» της…

«Τώρα, γίναμε μέρος του προβλήματος», είναι το τελευταίο κλισέ που ακούγεται στους ανθρώπους της επικοινωνίας και της ενημέρωσης. Τώρα; Μήπως τα ΜΜΕ ήταν πάντα μέρος του προβλήματος; Και ποιο ήταν το πρόβλημα; Ποιο είναι ακόμη και σήμερα το πρόβλημα; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, το πρόβλημα ήταν και παραμένει η εγγενής ροπή της εγχώριας ελίτ στον παρασιτισμό, το εύκολο κέρδος, την υποκλοπή υπεραξίας που έχει παραχθεί κάπου αλλού, από κάποιους άλλους. Το πρόβλημα ήταν και παραμένει επίσης ότι αυτόν τον παρασιτισμό ενθάρρυνε με κάθε τρόπο η πολιτική ελίτ (με το αζημίωτο) μέσα από αδιαφανείς συναλλαγές λεηλασίας του δημόσιου πλούτου, μέσω του μηχανισμού που αποκλήθηκε εμβληματικά «διαπλοκή». Το πρόβλημα είναι ότι ολόκληρο το οικονομικό μοντέλο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, ενθαρρυμένο και από την κοινοτική επιδότηση της καταστροφής, εξωθήθηκε σε μια βαθμιαία παραγωγική παρακμή, μια αποδιάρθρωση της βιομηχανίας, της γεωργίας, και τελικά στην εκτροφή μια «φούσκας» υπηρεσιών που σήμερα εξαερώνεται βίαια. Το πρόβλημα είναι ότι ο δημόσιος πλούτος, αλλά και οι αποταμιεύσεις των ανυποψίαστων ανθρώπων, διοχετεύτηκαν στη μέχρι σκασμού χρηματοδότηση και διόγκωση τομέων όπως ο τραπεζικός, οι υπηρεσίες, το εμπόριο, η επικοινωνία. Τόσες πολλές φούσκες και για τόσο πολύ δεν τις αντέχει μια ισχνή, ασήμαντη ευρωπαϊκή «αποικία» που κάποτε νόμιζε ότι θα γίνει περιφερειακός ηγεμόνας της Νοτιανατολικής Ευρώπης ή των Βαλκανίων.

Τα ΜΜΕ, λοιπόν, είναι πράγματι μέρος του προβλήματος όχι απλά επειδή υφίστανται τις συνέπειες της ύφεσης που πλήττει όλους τους κλάδους, αλλά κυρίως γιατί λειτούργησαν ως case study της διολίσθησης του ελληνικού καπιταλισμού στην πιο παρασιτική και -εκ του αποτελέσματος- καταστροφική εκδοχή του. Η ελληνική άνοιξη της επικοινωνίας ξεκίνησε στην αυγή του νεοφιλελευθερισμού, που διέστρεψε με ευκολία την ανάγκη να σπάσει το κρατικό μονοπώλιο της ενημέρωσης σε άκρατη ιδιωτικοποίηση ενός κατεξοχήν δημόσιου αγαθού. Εξέτρεψε ένα αίτημα δημοκρατίας και ελευθερίας σε μια βελούδινη (τουλάχιστον στην αρχή) δικτατορία της γνώσης, της σκέψης, της κουλτούρας. Μετέτρεψε τον έλεγχο της εξουσίας σε μια άθλια συναλλαγή μ’ αυτήν, αποτυπωμένη ανάγλυφα στην ανθρωπογεωγραφία των ΜΜΕ τόσο από την άποψη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους όσο και από την άποψη της δημόσιας εικόνας τους, του star system που παράγει μια καλοπληρωμένη, εκμαυλισμένη και ιδεολογικά προσηλωμένη (στην αγορά, στον εκσυγχρονισμό, στον ευρωπαϊσμό, στον «ανταγωνισμό», στην τρόικα, στο μνημόνιο…) δημοσιογραφική ελίτ.

Το χειρότερο είναι ότι το κράτος και το πολιτικό σύστημα, που έβγαλαν για αρκετά χρόνια, σχεδόν μια δεκαετία, γερά μεροκάματα από τη ρητορεία περί διαφάνειας και διαπλοκής, μετατρέποντας σε γελοίες οπερέτες όλες τις νομοθετικές και θεσμικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της πρώτης και την καταπολέμηση της δεύτερης, έκαναν ό,τι μπορούσαν για συντηρήσουν την επικοινωνιακή φούσκα στον υπερθετικό της βαθμό. Το κράτος, τόσο με τα μέσα που το ίδιο έλεγχε όσο και με τις πολυσχιδείς υπηρεσίες «ενημέρωσης», δημιούργησε ένα πολυάριθμο στρώμα ανθρώπων που εξαρτούσαν την επαγγελματική τους ύπαρξη από αμφίβολου επαγγελματισμού υπηρεσίες. Ή απλές αργομισθίες. Έτσι, αποτέλεσε το πρότυπο του εκμαυλισμού και της εξαγοράς ακόμη και για τον υποτιθέμενο παραγωγικό ιδιωτικό τομέα της ενημέρωσης. Οι αμοιβές που προκαλούσαν ζαλάδα στους κοινούς θνητούς ήταν για χρόνια πεδίο αγενούς άμιλλας κράτους και ιδιωτών. Κι έπειτα, ακολούθησε κι εκείνο το ύπουλο κλείσιμο του ματιού σε χιλιάδες νέους που προσελκύσθηκαν στην ενημερωτική φούσκα μέσα από τις κρατικές και ιδιωτικές σχολές που δίδασκαν την υψηλή τέχνη της αλήθειας.

Η φούσκα έφτασε στα όριά της – όπως κι οι άλλες, όμορες φούσκες (ισχύει κι εδώ ο νόμος του ντόμινο: αν οι τράπεζες δεν δανείζουν ούτε ευρώ, τι δανειακά προϊόντα να διαφημίσουν; Αν δεν δανείζουν ούτε για αγορά αυτοκινήτου, γιατί να διαφημιστούν και οι αυτοκινητοβιομηχανίες; Αν η κατανάλωση υφίσταται βίαιη ύφεση, γιατί να προβληθούν τα καταναλωτικά αγαθά;). Αλλά, υπάρχουν και χειρότερα. Η επιχειρηματική παρέα που δραστηριοποιήθηκε στην επικοινωνία τυχοδιωκτικά, θεωρώντας ότι μέσα από μια εφημερίδα ή ένα σταθμό επεκτείνει τα κέρδη της από τον εφοπλισμό, τα δημόσια έργα, ή που νόμισε (βάσιμα, όπως αποδείχτηκε) ότι αυξάνει την επιρροή της στην πολιτική εξουσία, δεν έχει σχέδιο για το μέλλον. Και καθώς αντιδρά σπασμωδικά, πανικόβλητα, νευρωτικά στο τσουνάμι που σαρώνει όλη την οικονομία (με τα γνωστά, παραδοσιακά όπλα: απολύσεις, περικοπές, αποεπένδυση, συρρίκνωση), δεν βλέπει το παγόβουνο που πλησιάζει επικίνδυνα.

Και το παγόβουνο είναι η τεχνολογική μετάλλαξη της επικοινωνίας σε τέτοιο βάθος, που ακόμη και πολυεθνικοί κολοσσοί του κλάδου αντιμετωπίζουν αμήχανα. Οι εφημερίδες δεν έχουν αποφασίσει αν θα είναι χάρτινες ή ηλεκτρονικές, αν θα είναι δωρεάν ή συνδρομητικές. Η τηλεόραση δεν έχει καταλήξει αν θα είναι web tv ή ψηφιακή. Το ραδιόφωνο ταλανίζεται από ένα ανάλογο δίλημμα. Και δίπλα σ’ αυτή την υπαρξιακή αβεβαιότητα εξελίσσεται ένα επικοινωνιακό big bang, στο αχανές σύμπαν του Internet, όπου κονταροχτυπιούνται δύο «υπερδυνάμεις»: από τη μια πλευρά τα εκατομμύρια ανθρώπων που εκπέμπουν τις δικές τους μοναδικές πραγματικότητες στην άτυπη δημοκρατία των ανεξάρτητων ενημερωτών κι απ’ την άλλη τα «θηρία» της ψηφιακής οικονομίας, οι παγκόσμιες μηχανές αναζήτησης, οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας, οι κρατικές και ιδιωτικές υπηρεσίες «φακελώματος» και κατασκευής καταναλωτικού προφίλ.

Τι χώρος μένει για την ελληνική επικοινωνιακή νησίδα σ’ αυτό το αχανές σύμπαν; Πολύ μικρός, αλλά ενδεχομένως κι απεριόριστος. Οι άνθρωποι-καταναλωτές ενημέρωσης κάποια στιγμή θα βγουν από την τεχνολογική σύγχυση, θα κατασταλάξουν στο αν τους βολεύει το χαρτί ή η οθόνη του PC, ipad ή η οθόνη του κινητού τους. Και τότε η προσοχή τους θα στραφεί από το μέσο στο μήνυμα (σε πείσμα του ΜακΛούαν), από τη μορφή στο περιεχόμενο. Εκεί, ενδεχομένως, οι λειτουργοί της ενημέρωσης ή κάποιοι απ’ αυτούς θα ανακαλύψουν ξανά τη χαρά της είδησης, την απόλαυση της αποκάλυψης, τη ρήξη με το μονοπώλιο των «πηγών», την ανάκτηση του προνομίου να ελέγχεις την εξουσία χωρίς να είσαι άθλιο (και κακοπληρωμένο) παρελκόμενό της.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (7/4/2011)

Στη δημοσιογραφική κοίτη εκβάλλουν και οι δύο τάσεις: η εξάπλωση και η αποδυνάμωση της παιδείας δίνουν εδώ η μία το χέρι στην άλλη. Το δημοσιογραφικό έντυπο παίρνει τώρα τη θέση της παιδείας ... Στην εφημερίδα κορυφώνονται οι ιδιότυποι μορφωτικοί στόχοι της εποχής μας. Και κατά τον ίδιο τρόπο, τη θέση του εκλεκτού που είναι ο Οδηγητής κάθε εποχής, αυτός που τη λυτρώνει από το προσκαιρινό, την έχει πάρει ο δημοσιογράφος, ο υπηρέτης της στιγμής. Πέστε μου τώρα εσείς, έξοχε δάσκαλέ μου, τι ελπίδες μπορώ να έχω στον αγώνα εναντίον αυτής της διαστροφής κάθε σωστής προσπάθειας για παιδεία, μιας διαστροφής που τη διαπιστώνουμε παντού; Με τι θάρρος θα εμφανιστώ εγώ, ένας δάσκαλος μόνος μου, όταν ξέρω ότι πάνω από κάθε σπόρο αληθινής παιδείας που έχω σπείρει, θα περάσει αμέσως με τρόπο ανελέητο ο οδοστρωτήρας της ψευδοπαιδείας και θα τον συνθλίψει; Αναλογιστείτε πόσο ανώφελη είναι ακόμα και η πιο εντατική δουλειά κάθε δασκάλου που προσπαθεί να οδηγήσει τον μαθητή προς τα πίσω, στον ατέλειωτα μακρινό και δυσπρόσιτο κόσμο της Ελλάδας, στην αυθεντική πατρίδα της παιδείας. Αφού ο μαθητής αυτός την άλλη ώρα θα πιάσει στα χέρια του μια εφημερίδα ή έστω κάποιο από τα “μορφωτικά” βιβλία που ακόμη και στο ύφος τους έχει αποτυπωθεί το αηδιαστικό έμβλημα της σύγχρονης εκπαιδευτικής βαρβαρότητας»
Φρίντριχ Νίτσε «Το μέλλον της παιδείας μας»

Με τους μουλάδες, αδελφές μου, με τους μουλάδες

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 26/9/2026   Οσοι περιμένατε τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για να δει άσπρη μέρα- ή μαύρη, αν είστε του ντίζελ- το ρεζ...