Sunday, April 5, 2026

Με GPS τ' αλφαβητάρι των άστρων

 ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 4-5/4/2026

Το καλύτερο GPS για τη Ρώμη είναι ο Τίβερης με τις γέφυρές του, όπως όλα τα ποτάμια που διασχίζουν ανοιχτά κι ελεύθερα τις περισσότερες ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Στην Αθήνα τα τσιμέντωσαν προ πολλού, μαζί με τους λόφους της. Στην Αθήνα δεν σε σώζει ούτε το GPS.


Γαμάτη η Ρώμη! Λίγες μέρες υπόλοιπα αδείας, φτηνά εισιτήρια αεροπορικά, σε άβολες είναι αλήθεια ώρες, μια χειραποσκευή που επιβάλλει αυτάρκεια, ένα διαμέρισμα airbnb και μερικά κατοστάρικα για σκότωμα. Να η ευκαιρία να πάρεις μια γεύση ρωμαϊκού μεγαλείου, πρωτοχριστιανικής τέχνης, αναγεννησιακού φωτός, μπαρόκ υπερβολής, αρτ νουβό καινοτομίας, όλα απλωμένα σε 1.300 τετραγωνικά χιλιόμετρα και 3.000 χρόνια, οριοθετημένα από τους επτά λόφους, νοτισμένα γενναιόδωρα από τον Τίβερη, που αν και χαρίζει στην «αιώνια πόλη» μόλις 5-6 από τα 400 χιλιόμετρά του, είναι ένα αυθεντικά ρωμαϊκό (ήγουν: της Ρώμης) ποτάμι. 

Μια γεύση, βέβαια, μόνο. Σαν αυτήν του συμπυκνωμένου χυμού, που θυμίζει κάπως το φρούτο προέλευσης. Ή σαν αυτήν του καφέ που πίνεται βιαστικά στην αίθουσα αναμονής και πετιέται μισοπιωμένος γιατί σε φωνάζουν για επιβίβαση. 

Ευτυχία μπροστά σε κάθε Ραφαήλ, κάθε Καραβάτζιο, κάθε Μικελάντζελο, που μπορείς να δεις χωρίς να ξεπλυθείς από ρευστό. Δέος μπροστά σε κάθε θόλο που νομίζεις πως στέκεται στον αέρα, απόλαυση μπροστά σε κάθε καλαίσθητη επίδειξη ισχύος, πλούτου, στιλ, αναστοχασμός μπροστά στο κέντρο μιας αυτοκρατορίας που κάποτε εκτεινόταν σε τρεις ηπείρους, θαυμασμός μπροστά στα μνημεία που δοξάζουν πομπωδώς το ιταλικό risorgimento (ενοποίηση), απορία για το πώς ο μεταφασιστικός ερειπιώνας, η «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη» του Ροσελίνι (1945), μεταμορφώθηκε στην «Τέλεια ομορφιά» του Σορεντίνο (2013). 

Sic transit gloria mundi, έλεγαν πεσιμιστικά οι Λατίνοι. Αλλά η σύγχρονη μητροπολιτική Ρώμη δεν αποτελεί συνονθύλευμα θραυσμάτων μιας παρηκμασμένης δόξας, αλλά τεράστιο σκηνικό ιστορίας και μνήμης, μεταβολισμένων σε ένα ολοζώντανο πολεοδομικό συγκρότημα, φιλικό για τους κατοίκους, περίπλοκο έως χαοτικό για τα εκατομμύρια επισκέπτες: Ιάπωνες, Κινέζους, Αμερικανούς, Ισπανούς, Αργεντίνους, Αραβες, Σκανδιναβούς, Μαροκινούς, Ελληνες. Εννοείται, αρκετούς Ελληνες που έχουν πιστέψει το una fazzia una razza, αν και οι διαφορές της ά-σχημης Αθήνας από την αυτοκρατορική Ρώμη που κραυγάζει αλαζονικά τη «δυτική, λευκή πολιτισμική υπεροχή» της είναι τεράστιες 

Πώς να κυκλοφορήσουν όλοι αυτοί μέσα στην τεράστια μητρόπολη, τη Ρώμη, στην οποία κάποτε οδηγούσαν όλοι οι δρόμοι; Ο σύγχρονος αστρολάβος, η πυξίδα, ο εκτυπωμένος χάρτης, ο ταξιδιωτικός οδηγός, οι ερωτήσεις στους πρόθυμους ή απρόθυμους ντόπιους έχουν αντικατασταθεί από ένα και μόνο πράγμα: το κινητό και το ενσωματωμένο σ' αυτό σύστημα πλοήγησης GPS. Τεράστια ευκολία, δεν λέω, και ίσως το όφελος που αποδίδει η δορυφορική πλοήγηση από το ένα σημείο στο άλλο με τα πόδια, το αυτοκίνητο, τα μέσα μεταφοράς, με απόκλιση ελάχιστων μέτρων, ίσως αξίζει τη μεγάλη θυσία της ιδιωτικότητας και της διαρκούς επιτήρησής μας από κρατικές και ιδιωτικές, νόμιμες και παράνομες υπηρεσίες. Ο νέος ανθρωπότυπος που αναπτύσσεται στις μητροπόλεις της Ευρώπης που βουλιάζουν από υπερτουρισμό είναι ο άνθρωπος με το σκυμμένο κεφάλι και το καρφωμένο στον ζωντανό χάρτη του κινητού βλέμμα. Συνήθως τον συμπληρώνουν τα ασύρματα ακουστικά, μόνος τρόπος να ακουστούν οι οδηγίες του GPS μέσα στην οχλοβοή του τουριστικού υπερπλήθους, που ψάχνει κι αυτό τον προορισμό του, όταν δεν στέκεται στις ουρές ενός φημισμένου αξιοθέατου ή δεν βγάζει σέλφι, θέλοντας να γίνει το ίδιο αξιοθέατο. 

Ο άνθρωπος με το GPS μοιάζει κάπως με τους κονκισταδόρες της Αναγέννησης με τους αστρολάβους τους, αν και πλοηγείται σε ήδη χαρτογραφημένες, αποικισμένες χώρες. Μοιάζει μόνο ως προς το ότι πλοηγείται στο άγνωστο, παρότι είναι εντελώς γνωστό: φωτογραφημένο από τη στρατόσφαιρα, από το επίπεδο της γης ή της θάλασσας, λεπτομερώς χαρτογραφημένο, με όλους τους ονοματισμένους και ανώνυμους δρόμους, είναι φορτωμένο με όλες τις πληροφορίες για τις εναλλακτικές διαδρομές, τους συντομότερους δρόμους, τα μέσα μετάβασης, τους ακριβείς χρόνους μέχρι τον επιλεγμένο προορισμό. «Κατευθυνθείτε βορειοδυτικά, στρίψτε αριστερά, πάρτε τη βοηθητική οδό δεξιά, το λεωφορείο μπορεί να φτάσει πριν από τον προγραμματισμένο χρόνο, το μετρό ενδέχεται να καθυστερήσει τρία λεπτά, ο προορισμός σας βρίσκεται στα αριστερά». Ενίοτε, σηκώνεις το βλέμμα από την οθόνη του κινητού κι ανακαλύπτεις ότι ο προορισμός σου δεν είναι εκεί. Κάποιο λάθος έχει κάνει ο δορυφορικός παντογνώστης. 

Στην πιο ευρεία και συνεχή χρήση του GPS στην έως σήμερα ψηφιακή ζωή μου, στη διάρκεια του ολιγοήμερου ταξιδιού μου στη Ρώμη, ανακάλυψα ότι η πιο κερδοσκοπική εκδοχή πλοήγησης, που πλαισιώνει κάθε διαδρομή με εμπορικές στάσεις και καταναλωτικές προκλήσεις -καφέ, εστιατόρια, σουπερμάρκετ, καταστήματα ένδυσης, υπόδησης, σουβενίρ κ.λπ.-, μπορεί και να σε μπερδέψει, να σε κάνει να γυρνάς γύρω από τον άξονά σου, να διπλασιάζει μια διαδρομή 1.000 μέτρων, να μην υπακούει στη γεωμετρική αρχή «ουδείς δρόμος συντομότερος της ευθείας», να κάνει χιλιάδες περιπλανώμενους τουρίστες να αναρωτιούνται: «Αυτό είναι το Πάνθεον; Από εδώ πάνε για το Βατικανό; Πού είναι η Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο;». 

Αλλά ταυτόχρονα με την ανακάλυψη ότι το GPS δεν είναι αλάνθαστο, γιατί απλά οι άνθρωποι που το τροφοδοτούν με κάθε δυνατή πληροφορία δεν είναι αλάνθαστοι, ανακάλυψα ότι οι νέες ψηφιακές μας δεξιότητες, που βασίζονται στην απλή χρήση εφαρμογών, προκαλούν την καταστροφή δεξιοτήτων που το είδος μας καλλιέργησε στο πέρασμα χιλιάδων χρόνων. Δυσκολευόμαστε, ίσως και αδυνατούμε πλήρως, να προσανατολιστούμε. Τι κάνω όταν το σύστημα πλοήγησης με διατάζει να κατευθυνθώ «βορειοδυτικά»; Πού είναι ο Βορράς, ο Νότος, η Ανατολή, η Δύση; Στη σχολική «πατριδογνωσία» ένα παιδί με το βλέμμα στην ανατολή του ήλιου και τα χέρια του σε έκταση έδειχνε τα σημεία του ορίζοντα. Θυμάμαι τις μικρές μαγνητικές πυξίδες. Θυμάμαι την άνεση με την οποία ως δεκάχρονος διέσχιζα τη διαδρομή Δουργούτι-Ομόνοια ακολουθώντας τα συλλογικά ή τα ατομικά μου τοπόσημα: προσφυγικές πολυκατοικίες, ανοιχτό ρέμα της Καλλιρρόης, «Πίκολο», «Μασκωτίτσα», Στύλοι, Ζάππειο, Σύνταγμα, Πανεπιστημίου. Τώρα εύκολα χάνομαι ακόμη και στο Παγκράτι ή στην Κυψέλη. Πόσο μάλλον στη Ρώμη. 

Οι μεγαλύτερες κατακτήσεις του είδους μας εδώ και 50.000 χρόνια βασίστηκαν σε αυτές τις στοιχειώδεις ανθρώπινες δεξιότητες που σήμερα φθίνουν υπό την πίεση των ψηφιακών υποκαταστάτων τους: τον προσανατολισμό, το «διάβασμα» του χάρτη των αστερισμών, την παρακολούθηση της τροχιάς του ήλιου ή της σελήνης, την παρατήρηση καιρικών και κλιματικών αλλαγών, τις εναλλαγές χλωρίδας και πανίδας και, πάνω απ' όλα, τη μνήμη, τη «φωτογράφηση» του χώρου από το περιπλοκότερο GPS της φύσης: τον ανθρώπινο εγκέφαλο. 

Αλήθεια, τι γίνεται όταν πέφτει η μπαταρία του κινητού; Τι θα γίνει αν «βραχυκυκλώσουν» οι δορυφόροι που μας πλοηγούν; Ποιος θα μας δείξει τον δρόμο; 

ΚΙΜΠΙ 

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν. 

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις 

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες, 

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις. 

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω 

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη· 

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση 

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων 

βαριά μια νάρκη. 


Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα 

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει 

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια 

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος 

ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται 

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι· 

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο 

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη 

μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι ξεπέρασε τα σύννεφα, 

και γίναν τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης

Γιώργου Σεφέρη, «Τελευταίος Σταθμός» (1944)

Saturday, March 28, 2026

Ο Κάφκα στην Τεχεράνη

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 28-29/3/2026

Ο κατηγορούμενος Γιόζεφ Κ. (Αντονι Πέρκινς) μεταξύ άλλων υποδίκων-μελλοθανάτων στην πιο εικονοκλαστική κινηματογραφική μεταφορά βιβλίου του Κάφκα, στη «Δίκη» του Ορσον Ουέλς 


Αν ο Κάφκα, πριν πεθάνει, μόλις 41 ετών, υποψιαζόταν την τεράστια φήμη και απήχηση του σχετικά μικρού έργου του και κυρίως τη μετατροπή του σε παγκόσμιας εμβέλειας τουριστική ατραξιόν και την παροχέτευσή του σε αμφίβολης καλλιτεχνικής αξίας μεταγραφές και διασκευές, ίσως δεν είχε εμπιστευτεί τα χειρόγραφά του, όσα τουλάχιστον δεν είχαν εκδοθεί, στον φίλο του Μαξ Μπροντ με τη ρητή εντολή να τα κάψει. Θα τα είχε κάψει ο ίδιος. Ετσι πεισματάρης, τζώρας και αυτοκαταστροφικός που καθώς φαίνεται ήταν, θα είχε σηκωθεί από το κρεβάτι του σανατορίου στη Βιέννη, όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του, και θα είχε γυρίσει καρφί στο σπίτι του στην Πράγα για να τα κάψει αυτοπροσώπως. Ετσι, θα αγνοούσαμε σίγουρα μερικά από τα διασημότερα και ανελλιπώς επανεκδιδόμενα σε κάθε γλώσσα και κάθε χώρα του πλανήτη έργα, όπως «Ο πύργος» ή «Η δίκη». 


Φρεσκάρισα λίγο τη σχεδόν εφηβική σχέση μου με τον Κάφκα βλέποντας πριν από λίγες μέρες την περίπου βιογραφική, καθόλου «στρωτή», αλλά σίγουρα «καφκική» ταινία της Ανιέσκα Χόλαντ «Franz» («Κάφκα» στην ελληνική εκδοχή). Εκεί, η αφήγηση της ζωής του Κάφκα είναι ένα παλίμψηστο, ένα παζλ από ρεαλιστικά στιγμιότυπα της ζωής του, διηγήσεις ανθρώπων του περιβάλλοντός του –ο πατέρας, η μητέρα, μία από τις αδελφές του, οι πλησιέστεροι φίλοι του, οι δυο γυναίκες της ζωής του–, εμβόλιμες σκηνές από τα βιβλία του με τους βασικούς ήρωές τους, τον Γιόζεφ Κ. της «Δίκης» και τον Κ. του «Πύργου», που ο καθένας τους προφανώς είναι alter ego του Κάφκα, ακόμα και σύγχρονες ξεναγήσεις στα εντελώς εμπορευματοποιημένα τοπόσημα της Πράγας ή της Βιέννης που σχετίζονται με τη ζωή του Κάφκα, με Ιάπωνες, Κινέζους ή Σκανδιναβούς τουρίστες να βγάζουν σέλφι στη σοφίτα όπου ο Φραντς έγραφε τα έργα του ή να ξαπλώνουν στην όχθη του ποταμού που κολυμπούσε σε μια πετσέτα, σαν αυτή που χρησιμοποιούσε ο ίδιος, έναντι μόλις δύο ευρώ! 


Γι’ αυτό ακριβώς λέω με σιγουριά πως αν ο Κάφκα προέβλεπε με κάποιο τρόπο το μέλλον του έργου του, θα κατέστρεφε όχι μόνο να ανέκδοτα χειρόγραφά του, αλλά και όσα αντίτυπα από τα εκδοθέντα είχαν απομείνει πριν από έναν αιώνα στα ράφια βιβλιοπωλείων της Βιέννης ή της Πράγας. Οχι από ελιτισμό, μισανθρωπισμό ή ναρκισσισμό. Αλλά από την αίσθηση της ματαιότητας και ματαίωσης που βιώνει ένας συγγραφέας όταν αντιλαμβάνεται –από κριτικούς, αναγνώστες ή απλούς γνώστες της ύπαρξής του– πόσο μακριά από τις προθέσεις του είναι αυτό που προσλαμβάνουν οι άλλοι από το γραπτό του. 


Αδικη αντίδραση, οφείλω να πω. Γιατί αυτός είναι ο ρόλος και η μοίρα κάθε κειμένου από τη στιγμή που δημοσιεύεται. Εχει τόσες εκδοχές και τόσες διαφορετικές αναγνώσεις όσες και οι αναγνώστες του. Στην ταινία της Χόλαντ μια ξεναγός σε ένα από τα πολλά «μουσεία Κάφκα» αναφέρει ένα χαρακτηριστικό στοιχείο: σε κάθε λέξη που έχει γράψει ο Κάφκα, αντιστοιχούν 10.000.000 λέξεις που έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και τα έργα του. Υπάρχουν χιλιάδες, εκατομμύρια «Κάφκες» εκεί έξω, αλλά το ζητούμενο είναι να προκύπτει ανάμεσά τους τουλάχιστον μια ταύτιση ψυχική και εν τέλει ψυχαγωγική. Και στον Κάφκα το κεντρικό στοιχείο της «ψυχαγωγικής» προσφοράς των μυθιστορημάτων και διηγημάτων –αλλά και των επιστολών ή των σημειώσεών του– είναι αυτό που λέμε «καφκική» κατάσταση ή ατμόσφαιρα. 


Κατά σύμπτωση διαβολική, σχεδόν καφκική, μιλώντας προ ημερών με τον Απόστολο Λυκεσά, ανταποκριτή της «Εφ.Συν.» στη Θεσσαλονίκη, περί της καφκικής ατμόσφαιρας που μας περιβάλλει σε πολλούς ομόκεντρους κύκλους, από τον ατομικό, συγγενικό, επαγγελματικό, μέχρι τον εθνικό, τον ευρωπαϊκό, τον πλανητικό, μου επισήμανε την γκροτέσκα διάθεση των έργων του Κάφκα, θυμούμενος ότι κάπου είχε διαβάσει πως, όταν ο συγγραφέας διάβαζε αποσπάσματα από την εν εξελίξει «Δίκη» του σε φιλικούς κύκλους, γέλαγε ο ίδιος και όλη η ομήγυρις με τον παραλογισμό της περιπέτειας του Γιόζεφ Κ. που συλλαμβάνεται, δικάζεται και καταδικάζεται για ένα έγκλημα που αγνοεί ο ίδιος και όλη η πυραμίδα των διωκτών και εκτελεστών του. Και αντέτεινα στον Απόστολο πως αυτή ακριβώς τη σκηνή η Ανιέσκα Χόλαντ την έχει περιλάβει στην ταινία της που είχα δει πριν δυο 24ωρα, με τον Κάφκα να διαβάζει αποσπάσματα ξεκαρδισμένος στα γέλια, περιτριγυρισμένος από συγγραφείς-φίλους του που αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο, αντιλαμβανόμενοι τη γελοιότητα μιας κυρίαρχης εξουσίας και μιας άβουλης γραφειοκρατίας και στρατοκρατίας που διώκουν και εξοντώνουν ανυποψίαστους υπηκόους για ένα και μόνο έγκλημά τους: ότι απλώς υπάρχουν. 


Σε κάθε εξουσία που ασκεί τη βία της στους υποτελείς της –άτομα, ομάδες, τάξεις, εθνότητες, μειονότητες, κράτη– στο όνομα της οικονομικής ισχύος, της ταξικής υπεροχής, της εθνικής ή θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, της στρατιωτικής δύναμης, της γεωπολιτικής κυριαρχίας, της αυτοκρατορικής αδηφαγίας ή απλώς της παράλογης, μανιώδους απληστίας για πλούτο, κυριαρχία και επιρροή, ένας Κάφκα θα μπορούσε να αποδώσει την τραγελαφική διάστασή της. Το Ιράν υποτίθεται ότι βομβαρδίζεται για ένα «έγκλημα» που δεν έχει κάνει ακόμη, το να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, παρότι διακηρύσσει ότι δεν έχει καμιά πρόθεση να το κάνει. Η προληπτική καταδίκη του σε πόλεμο, μάλιστα, ακολουθεί την ποινή κυρώσεων που υφίσταται εδώ και 20 χρόνια για το ίδιο «έγκλημα» που δεν έχει τελέσει. Κι αυτή η ποινή ακολούθησε μιαν άλλη, τριακονταετή ποινή, επίσης έναντι ενός μη κατονομαζόμενου εγκλήματος, που πιθανότατα ήταν η ίδια η ύπαρξη του Ιράν ως «ισλαμικής δημοκρατίας», ως καθεστώτος –μας αρέσει ή όχι– πάντως, παράταιρου προς τις μοναρχίες, τις δικτατορίες και τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες δυτικού τύπου. Το τραγελαφικό είναι ότι ανακριτές, δικαστές και εκτελεστές της ποινής εις βάρος της ιρανικής κοινωνίας για το μη τελεσθέν έγκλημα είναι οι ΗΠΑ, η μόνη χώρα που έχει τελέσει εδώ και 80 χρόνια αυτό το έγκλημα της κατοχής και χρήσης πυρηνικών όπλων, δολοφονώντας ακαριαία 200.000 αμάχους στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, και το Ισραήλ που το τελεί εδώ και δεκαετίες, στη ζούλα και στο απυρόβλητο, αρκούμενο στις «συμβατικές» δολοφονίες που προκαλεί την ίδια περίοδο στην Παλαιστίνη. 

Ισως ο Εβραίος Κάφκα πρόθυμα θα αφηγούνταν αυτή την πολεμική τρέλα. Αλλά αμφιβάλλω αν θα έβρισκε ερεθίσματα για χιούμορ έστω και στις ανοησίες του αλλοπρόσαλλου πλανητάρχη. 


ΚΙΜΠΙ 

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com 



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Σκέφτηκε να τρέξει πίσω τους ώς την εξώπορτα καθώς θα ’φευγαν. Σκέφτηκε να τους προκαλέσει να τον πιάσουν. Ετσι ξανάπε: «Πώς να πάω στην Τράπεζα αφού έχω συλληφθεί;» «Α! καταλαβαίνω», είπε ο Επιθεωρητής, που είχε φτάσει κιόλας στην πόρτα. «Με παρανοήσατε. Φυσικά έχετε συλληφθεί, αλλ’ αυτό δεν σας εμποδίζει να πηγαίνετε στη δουλειά σας. Δεν θα εμποδιστείτε να συνεχίσετε την κανονική σας ζωή».«Μα τότε δεν είναι άσχημο να σε συλλαμβάνουν», είπε ο Κ. πλησιάζοντας τον Eπιθεωρητή. «Δεν είπα ποτέ πως είναι», είπε ο επιθεωρητής. «Τότε δεν βλέπω ποια η ιδιαίτερη ανάγκη να με πληροφορήσετε για τη σύλληψη», είπε ο Κ. σιμώνοντας περισσότερο. Και οι άλλοι είχανε πλησιάσει. Ηταν τώρα όλοι μαζεμένοι κοντά κοντά, μπρος την πόρτα. «Ηταν καθήκον μου», είπε ο Επιθεωρητής. «Βλακώδες καθήκον», είπε ο Κ. αλύγιστος.«Ισως», αποκρίθηκε ο Επιθεωρητής, «αλλά δεν είναι ανάγκη να χάνουμε τον καιρό μας με παρόμοιους διαξιφισμούς. Υπέθεσα πως θέλατε να πάτε στην Τράπεζα. Επειδή τόσο διαστρέφετε τα λόγια, επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι δεν σας αναγκάζω να πάτε στην Τράπεζα, απλώς υπέθεσα ότι θέλατε να πάτε. Για να σας διευκολύνω λοιπόν, και για να περάσει κατά το δυνατόν απαρατήρητη η άφιξή σας στην Τράπεζα, κράτησα στη διάθεσή σας τους τρεις κυρίους από δω, που είναι συνάδελφοί σας». 

Φραντς Κάφκα, «Η δίκη» (μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά) 







Sunday, March 22, 2026

Πάντα πατήρ πολέμου

 ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 21-22/3/2026

"Ο μισός πλανήτης βάφτηκε μπλε" θα έλεγαν με ενθουσιασμό κάποιοι εγχώριοι δημοσκόποι αν ο χάρτης απεικόνιζε αποτελέσματα εκλογών, με την μητσοτάκεια ΝΔ ξανά πρώτη. Αλλά όχι, με μπλε χρώμα στον χάρτη απεικονίζονται οι σχεδόν 80 χώρες του πλανήτη στις οποίες οι ΗΠΑ διατηρούν στρατιωτικές βάσεις. Το επόμενο βήμα μετά, είναι να βαφεί ο πλανήτης κόκκινος, Στο αίμα... 

Ποιος είμαι εγώ, θα μου πείτε, που θα τολμήσω να διορθώσω ή να διακωμωδήσω τον Ηράκλειτο, διότι είναι προφανές από τον τίτλο ότι επιχειρώ να αντιστρέψω ένα από τα διασημότερα σωζόμενα αποφθέγματά του. Στην πλήρη εκδοχή του έχει ως εξής: «πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστι, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους». Δεν νομίζω πως χρειάζεται μετάφραση, σαφέστατος ο κορυφαίος υλιστής φιλόσοφος από την Ιωνία, σκοτεινός κατ’ άλλους, φωτεινότατος κατ’ εμέ, γιατί τα λίγα σπαράγματα σκέψης του που έχουν ώς τις μέρες μας επιβιώσει παραμένουν εργαλεία ερμηνείας του κόσμου ή του εαυτού μας. Ποιος έχει, για παράδειγμα, αντίρρηση, πως «τα πάντα ρει», ότι δηλαδή η αέναη αλλαγή είναι η θεμελιώδης συνθήκη της ύπαρξης; Ποιος διαφωνεί ότι «ήθος ανθρώπω δαίμων», πως δηλαδή κάθε άνθρωπο τον κυβερνά πριν από όλα ο χαρακτήρας του;

Αλλά, ας με συγχωρήσει ο παππούς Ηράκλειτος, έχει δίκιο μεν πως ο πόλεμος, ως σύγκρουση αντιθέτων δυνάμεων στην ύλη, στη φύση, στις κοινωνίες, είναι γεννήτορας νέων μορφών ύλης, όντων, εθνών, κοινωνικών συστημάτων, αλλά δεν μας λέει τι, ποιος, ποια γεννά τον πόλεμο. Είναι προϊόν παρθενογένεσης; Κι ας αφήσουμε τις συγκρούσεις των δυνάμεων της ύλης και των στοιχείων της φύσης. Ας περιοριστούμε στον πόλεμο ως φαινόμενο της ανθρώπινης ιστορίας, ως κόκκινη κλωστή που τη διατρέχει από τότε που υπάρχει μνήμη, γραπτά κι άλλα τεκμήρια. Ποιος είναι ο πατέρας ή η μητέρα του πολέμου, ποιες οι γενεσιουργές αιτίες του; 

                                                                          ****

Αν ανατρέξουμε σε όλη τη φιλολογία της ανθρωπότητας –από τα μεγάλα έπη της προϊστορίας, τις προφορικές σάγκες της Σκανδιναβίας, τις άγραφες αφηγήσεις των Αβορίγινων, τις τραγωδίες και κωμωδίες των κλασικών της Αθήνας, το «De bello Gallico» και «De bello civili» του Καίσαρα, μέχρι τους «ιμπεριαλισμούς» του Κάουτσκι και του Λένιν, το «Ουδέν νεότερον...» του Ρεμάρκ, τη «Ζωή εν τάφω» του Μυριβίλη, το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν ή το «Πόλεμος και πόλεμος» του νομπελίστα Κρασναχορκάι– θα ανακαλύψουμε ότι πάμπολλες ανθρώπινες επινοήσεις και συμπεριφορές διεκδικούν τον τίτλο του πατέρα του πολέμου: η ιδιοκτησία, η απληστία, η πείνα, η ανισότητα, η φτώχεια, ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, η εξουσία, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, η καταπίεση εθνών από έθνη, ο ανταγωνισμός, το κυνήγι του πλούτου, το εμπόριο, οι αγορές, η αναζήτηση πόρων και εδαφών, ο ιμπεριαλισμός, το κυνήγι του κέρδους, η παγκοσμιοποίηση, οι πολυεθνικές, η διαπάλη των γεωπολιτικών μπλοκ για τον έλεγχο των πόρων του πλανήτη, του αέρα του, του ήλιου του, του υπεδάφους του... «Πάντα έστιν πατήρ πολέμου», θα μπορούσα εγώ, ο ταπεινός γραφιάς, να αντιτείνω στον Ηράκλειτο, και δεν εννοώ το συμπαθές υπό εξαφάνιση αδηφάγο ασπρόμαυρο θηλαστικό, το Πάντα, εννοώ τα «πάντα όλα» που από καταβολής ανθρωπότητας αποτέλεσαν αιτίες ή αφορμές μικρών και μεγάλων πολέμων.

Ομως, η διάχυση της ευθύνης γενικώς και αορίστως στις σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης ή στις πιο προβληματικές εκδοχές ανθρώπινων κοινωνιών που θεμελίωσαν την πρόοδο και τα επιτεύγματά τους σε ποταμούς αίματος, συσκοτίζει τη φύση του πολέμου που ζούμε εδώ και τώρα, στη γεωγραφική γειτονιά μας. Και συσκοτίζει την πατρότητα των περισσότερων, αν όχι όλων των πολέμων που έχουν ξεσπάσει στον πλανήτη στα 81 χρόνια ειρήνης που υποτίθεται ότι έχουμε διανύσει μετά την ήττα του ναζισμού. 



Λοιπόν, από «τα πάντα όλα» που αποτελούν πιθανές συν-αιτίες των μεταπολεμικών πολέμων, μία είναι η κυρίαρχη αιτία: οι «Ηνωμένες Πολιτείες του Πολέμου». Είναι ο τίτλος του βιβλίου του Αμερικανού πολιτικού ανθρωπολόγου, εβραϊκής καταγωγής, Ντέιβιντ Βάιν (εκδόσεις «Σάλτο», σειρά «Κάλλιστος»), προϊόν μιας εκτενούς, σχεδόν εικοσάχρονης έρευνας που αποκαλύπτει και τεκμηριώνει ότι βασική πηγή όλων των πολεμικών συγκρούσεων εδώ και δύο αιώνες είναι η ίδια ύπαρξη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, η συγκρότησή τους ως πολυέθνος-κράτος προορισμένο να πολεμά διαρκώς εις βάρος εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών, πρώτα στην ίδια την αμερικανική ήπειρο, κι ύστερα σε όλες τις ηπείρους και σε όλους τους ωκεανούς, ακόμα και τον Αρκτικό. 

                                                               ****

Από την Αμερικανική Επανάσταση μέχρι το 2019, οι ΗΠΑ έχουν διεξαγάγει, προκαλέσει ή συμμετάσχει σε πάνω από 260 μικρούς και μεγάλους πολέμους. Η θητεία Τραμπ προφανώς ανεβάζει το ιστορικό σκορ της αυτοκρατορίας προς τους 270 πολέμους, αν περιλάβουμε τον ουκρανικό, την αμέριστη αμερικανική στήριξη στα ισραηλινά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Γάζα και το τωρινό μακελειό σε όλη τη Μέση Ανατολή.

Η εντύπωση ότι το δόγμα Μονρόε επέβαλε τάχα δυο αιώνων αυτοπεριορισμό της κυριαρχίας των ΗΠΑ αποκλειστικά στην αμερικανική ήπειρο και στο δυτικό ημισφαίριο, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες-αποικιοκρατίες, αποδεικνύεται κραυγαλέα ψευδαίσθηση και, τελικά ψέμα, αν μετρηθούν οι δεκάδες πολεμικές εμπλοκές των ΗΠΑ σε Ασία, Αφρική και Ευρώπη στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ανάμεσά τους είναι φυσικά και η άμεση αμερικανική συμμετοχή στον ελληνικό εμφύλιο. 

Ενας αποκαλυπτικός χάρτης στο βιβλίο του Ντέιβιντ Βάιν «Ηνωμένες Πολιτείες του Πολέμου» καταγράφει την παγκόσμια υποδομή της ασυγκράτητης πολεμικής φύσης των ΗΠΑ: 800 στρατιωτικές βάσεις σε 72 χώρες σε όλες τις ηπείρους. Ορισμένες είναι ολόκληρες πολιτείες με καθεστώς αμερικανικής κυριαρχίας και ασυλίας, κράτη εν κράτει, και συνιστούν μια παγκόσμια πολεμική αυτοκρατορία που δεν προστατεύει απλώς τα όπου γης «αμερικανικά συμφέροντα», αλλά είναι εφαλτήρια εκκίνησης μικρών και μεγάλων πολέμων. Ο αριθμός των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε κάθε περιοχή του πλανήτη βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τις εστίες πολεμικών συρράξεων, διακρατικών ή και εμφυλίων. 

Από την κήρυξη του «αντιτρομοκρατικού πολέμου» το 2001 μέχρι και το 2019, οι ΗΠΑ έχουν δαπανήσει για τη συμμετοχή τους στους σημαντικότερους πολέμους σε Ασία και Αφρική πάνω από 6,5 τρισ. δολάρια, έχουν προκαλέσει τον θάνατο 834.000 ανθρώπων σε 8 χώρες (και 20.000 Αμερικανών) και ευθύνονται για τον εκτοπισμό 16 εκατ. ανθρώπων. Αν προστεθούν τα κόστη του δι’ αντιπροσώπων πολέμου στην Ουκρανία με τη συνένοχη Ρωσία, της γενοκτονίας στη Γάζα και της τωρινής ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, θα χρειαστεί να προσθέσουμε στον «λογαριασμό» τουλάχιστον 3 τρισ. δολάρια, 700.000 νεκρούς, αμάχους κατά 90% και 10 εκατομμύρια εκτοπισμένους! 

                                                            ****

Αυτά στην πλανητική κλίμακα. Φυσικά, στην περιφερειακή κλίμακα της Μέσης Ανατολής, αν πατέρας κάθε πολέμου από το 1948 παραμένουν έστω και εξ αποστάσεως οι ΗΠΑ, οφείλουμε να αποδώσουμε στο Ισραήλ τον ρόλο της μητέρας. Κι όποιος ανησυχεί ειλικρινά για την οικονομική, κοινωνική κι ανθρωπιστική καταστροφή που θα προκαλέσει παγκόσμια ο τωρινός ολοκληρωτικός πόλεμος κατά του Ιραν, οφείλει να κόψει κάθε άμεση ή έμμεση σχέση με το θανατηφόρο ζευγάρι της διεθνούς αταξίας πραγμάτων.

ΚΙΜΠΙ

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Οσοι ανησυχούν και –ελπίζω– εξοργίζονται από το ιστορικό πολέμου των ΗΠΑ, πρέπει να βρουν τρόπους να απαιτήσουν και να αναγκάσουν την αλλαγή. Το να μην φανταζόμαστε και να μην προωθούμε εναλλακτικές στο πολεμικό σύστημα υπό την εικασία ότι δεν θα αλλάξει τίποτα είναι το χειρότερο είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Η εγκατάλειψη της αυτοκρατορίας, ή η αποϊμπεριαλιστικοποίηση των ΗΠΑ πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της αλλαγής. Πώς μπορούν οι άνθρωποι να ξεκινήσουν μια διαδικασία αποϊμπεριαλισμού των Ηνωμένων Πολιτειών; Το ν’ αρχίσουμε να κλείνουμε τις βάσεις στο εξωτερικό αποτελεί κρίσιμο μέρος αυτής της διαδικασίας. 

David Vine, «Ηνωμένες Πολιτείες του Πολέμου. Μια παγκόσμια ιστορία των ατέρμονων συγκρούσεων από τον Κολόμβο μέχρι το Ισλαμικό Κράτος» 

 






Saturday, March 14, 2026

Βαβέλ

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 14-15/3/2026



Πριν από έξι χρόνια είχα αποφασίσει να αφοσιωθώ σε έναν εύκολο, ταπεινό στόχο. Από τη στιγμή που ο Αδωνις Γεωργιάδης, πριν αναλάβει τα υγειονομικά καθήκοντά του, στο πλαίσιο των αρχικών αναπτυξιακών-εργολαβικών καθηκόντων του είχε υποσχεθεί σε μία εβδομάδα από την εγκαθίδρυση του καθεστώτος Μητσοτάκη να βάλει μπουλντόζες, εκσκαφείς και γερανούς στο Ελληνικό, ήθελα να απαθανατίσω φωτογραφικά, μέτρο προς μέτρο, την ανέγερση του πρώτου πραγματικού ουρανοξύστη στη χώρα. Του πράσινου πύργου στην πολιτεία των υπερπλουσίων που αναπτύσσεται εκεί. Να το φωτογραφίζω αφ’ υψηλά, από τον Υμηττό, όπου κάνω τουλάχιστον δις την εβδομάδα τους μεσήλικες περιπάτους μου, από την Πεντέλη, που σπανιότερα επισκέπτομαι με ομηλίκους φίλους, από τον Λυκαβηττό, από τα Τουρκοβούνια ή από το Αλσος Βεΐκου. Επτάλοφος άλλωστε και η Αττική, όλο και κάποια ευκαιρία σού δίνει να ανεβείς εύκολα, χωρίς να είσαι ορειβάτης και να τρέχουν να σε μαζέψουν οι διασώστες γιατί υπερέβαλες τις δυνάμεις σου, στα 400 ή στα 500 μέτρα το πολύ και να έχεις μια πανοραμική θέα στον Σαρωνικό, που αν έχει φυσήξει βοριαδάκι, το μάτι σου την πιάνει μέχρι Αίγινα και Μέθανα. Αν έχεις καταρράκτη, άλλο θέμα. 

Αργησε όμως η εκκίνηση του πρότζεκτ, δεν βρήκαν γρήγορα τον δρόμο για το Ελληνικό οι μπουλντόζες του Αδώνιδος, ξέχασα κι εγώ την αυτοδέσμευσή μου σε ένα χόμπι και μόλις πριν από τρία χρόνια, όταν άρχισε να γίνεται ορατό στο ισοπεδωμένο, χωμάτινο τοπίο των έξι χιλιάδων στρεμμάτων ένα μικρό γκριζωπό παραλληλόγραμμο, που κάθε βδομάδα κέρδιζε λίγα μέτρα ύψους -χιλιοστά στο μάτι-, είπα να βγάζω καμιά φωτογραφία με το κινητό αραιά και πού. Work in progress. 

Ούτε σ’ αυτό ήμουν συνεπής, έκανα μια ανασκόπηση στο κινητό, δεν έχω πάνω από δέκα φωτογραφίες του πράσινου πύργου, κυρίως από τη δυτική πλαγιά του Υμηττού που κοιτάζει προς τη θάλασσα, λίγες από Πεντέλη, Τουρκοβούνια, Γαλάτσι. Οπως κι αν τον δεις, ο Riviera Tower -μα, έχει η Ριβιέρα, η ιταλική ή η γαλλική, κανέναν ουρανοξύστη;- των 50 ορόφων και των 200 μέτρων είναι ένας ακαλαίσθητος, υπερφυσικός καυλός που σχίζει τον ορίζοντα του Σαρωνικού στα δύο, είτε τον κοιτάζεις από ψηλά, είτε τον αντικρίζεις από το επίπεδο της θάλασσας. Σε μια από τις θανατηφόρες ανηφόρες με την κλίση των 15 μοιρών που βγάζουν στο σπίτι μου, στον Καρέα, αν τύχει απόγευμα, με τον ήλιο κόντρα κι εκτυφλωτικό την ώρα που μπαίνει στην τροχιά της δύσης του, να σου ο πύργος της αθηναϊκής Βαβέλ να προβάλλει ανάμεσα στα τείχη πολυκατοικιών που υψώνονται δεξιά κι αριστερά σου, σαν τέρας που ξεπηδάει από τη θάλασσα, ο ήλιος σε τυφλώνει, ο πύργος σε στραβώνει, φαίνεται απειλητικά κοντινός, καμιά σχέση με τα 15 χιλιόμετρα που σε χωρίζουν από την ακτή του Ελληνικού. 

Αφ’ υψηλά, βέβαια, έχεις μια απόσταση ασφαλείας. Μπορείς να πεις ό,τι θες για το κτιριακό έμβλημα της αθηναϊκής Ριβιέρας, να επικρίνεις την αλαζονεία, επίδειξη ισχύος και πλούτου που εκπέμπει, να βρίσεις την προσβλητική αισθητική του, που θα έκανε τον Λε Κορμπιζιέ, πατέρα του μοντερνισμού, να φρίξει, ίσως και να προσφύγει σε κάποιο διεθνές δικαστήριο αρχιτεκτονικής, αν υπήρχε, για να προστατεύει το ανθρώπινο μέτρο και τη φυσική κλίμακα. 

Αλλά, τις προάλλες, φεύγοντας από τη Βούλα όπου με κέρασε καφέ ο φίλος Θ., διέσχισα την παραλιακή για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια. Και κυριολεκτικά τρόμαξα περνώντας από τη «Λατσούπολη» που αναπτύσσεται στο Ελληνικό, με τον Πράσινο Πύργο ακόμη φαιό και απειλητικό και τους κύβους από μπετόν που αποτελούν τους κορμούς των «10.000 πολυτελών κατοικιών» που θα αναπτυχθούν εκεί, μαζί με το καζίνο, τα ξενοδοχεία, τα εμπορικά κέντρα, τα καφέ, τα εστιατόρια, να έχουν ήδη εξαφανίσει τον ορίζοντα της θάλασσας και του βουνού και να μετατρέπουν την Ποσειδώνος για περίπου τέσσερα χιλιόμετρα σε ένα γκρίζο εργοταξιακό φαράγγι, κλειστοφοβικό, σκονισμένο, ιδιωτικό, απωθητικό. 

Διασχίζοντας αυτό το τεχνητό φαράγγι στην κατεύθυνση προς Πειραιά, με τα υπερφίαλα ψηλά κτίρια στα δεξιά και τις πρώτες συστάδες κατοικιών της μελλοντικής ιδιωτικής πόλης των υπερπλουσίων, διαπίστωσα ότι δεν υπήρχε καμιά υπερβολή σε όσα έλεγαν οι ειδικοί, οι πολεοδόμοι, οι αρχιτέκτονες, οι κάτοικοι, τα περιβαλλοντικά κινήματα, οι κινήσεις υπεράσπισης του δημόσιου χώρου, ότι η τάχα πράσινη πλουσιούπολη, η φαραωνική Λατσούπολη, που θέλει να εξωραΐσει υστεροφημίες σκοτεινές και κακόφημες (όπως ακριβώς κάνουν η Νιαρχούπολη και η Ωνασούπολη κι άλλες πλουσιοπόλεις με κοινωφελή πατίνα), θα προκαλέσει τεράστια ζημιά στο ήδη τραυματισμένο περιβάλλον της Αττικής, θα στερήσει από το φαιό νταμάρι την ευκαιρία να αποκτήσει έναν ελεύθερο, τεράστιο πνεύμονα πρασίνου και αναψυχής. Θα αποκλείσει εκατομμύρια κατοίκους από το ακριβό άβατο ή θα τους υποβάλει στον πειρασμό να πληρώσουν ακριβά την περιέργειά τους κάμποσες φορές. 

 Κι ίσως κάποτε, σε μερικές ή πολλές επόμενες γενιές, όταν θα έχει κλείσει τον κύκλο του και οι πλούσιοι κάτοικοί του εγκαταλείψουν το παραθαλάσσιο ενδιαίτημά τους για να κατακτήσουν τις επόμενες Ριβιέρες τους, το The Ellinikon αφεθεί στην παρακμή του, ένα μνημείο απληστίας, επίδειξης, πλάνης, αλαζονείας, με σύμβολο τον αττικό πύργο της Βαβέλ, να μετατρέπεται σιγά σιγά σε έναν ερειπιώνα από γυαλί κι ατσάλι ή να σωριάζεται μέσα σε ένα τεράστιο μανιτάρι σκόνης, με ένα εκρηκτικό σόου κατεδάφισης, πριν μπουν οι μπουλντόζες για το επόμενο πρότζεκτ. Ποιος ξέρει, ίσως έναν σταθμό απογείωσης εκδρομικών διαστημόπλοιων για τη Σελήνη. Κρίμα που δεν θα ζούμε να το δούμε κι αυτό.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Μετά (οι κάτοικοι της γης) είπαν: «Ελάτε να χτίσουμε μια πόλη, κι έναν πύργο που η κορφή του να φτάνει στους ουρανούς. Ετσι θα γίνουμε ονομαστοί και δε θα διασκορπιστούμε πάνω στη γη».

Κατέβηκε, λοιπόν, ο Κύριος να δει την πόλη και τον πύργο, που έχτιζαν οι άνθρωποι. 

Και είπε ο Κύριος: «Τώρα όλοι αυτοί αποτελούν ένα λαό με κοινή γλώσσα· και τούτο ’δώ είναι η αρχή των πράξεών τους. Από ’δώ και πέρα τίποτε απ’ όσα θα σκέφτονται να κάνουν δε θα τους είναι αδύνατο. Εμπρός, ας κατεβούμε κι ας επιφέρουμε εκεί σύγχυση στη γλώσσα τους, ώστε να μην καταλαβαίνει ο ένας τη γλώσσα του άλλου». 

Ετσι ο Κύριος τους διασκόρπισε από ’κεί σε όλη τη γη και σταμάτησαν να χτίζουν την πόλη. 


ΓΕΝΕΣΙΣ, 11, 4-8

Saturday, March 7, 2026

Εσείς με ποια πλευρά είστε;

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 7-8/3/2026


Τεχεράνη, κτίριο που έχει πληγεί από ισραηλινό πύραυλο, στην οδό Πατρίς Λουμούμπα, τον Ιούνιο του 2025, όπως μας πληροφορεί το Wikimedia Commons. Αλήθεια, έχει η Αθήνα οδό "Πατρίς Λουμούμπα"; 


«Μα, με τους μουλάδες, που καταπιέζουν τις γυναίκες, με τους φρουρούς της επανάστασης που πυροβολούν στο ψαχνό τούς διαδηλωτές, με τους ιεροδικαστές που επιβάλλουν θανατικές ποινές για μοιχεία, με την αστυνομία αμφίεσης που κυνηγά τις νεαρές κοπέλες που δεν φορούν χιτζάμπ, με το ιερατείο του Αγιατολάχ που θέλει να αφανιστεί το κράτος του Ισραήλ, με το βαθύ κράτος του Ιράν που θέλει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, με τη Χαμάς που προκάλεσε το μακελειό στη Γάζα, με τη Χεζμπολάχ που έχει καταστήσει τον μισό Λίβανο πεδίο βολής των Ισραηλινών;»


Πίσω από αυτά τα τάχα αθώα και βολικά ερωτήματα έχει οχυρωθεί ένα συνονθύλευμα προσώπων, ομάδων, δυνάμεων, τάξεων, χωρών, συνασπισμών. Από τον αλλοπρόσαλλο Τραμπ μέχρι τον κατσαπλιά Νετανιάχου. Από τον επικεφαλής του ΝΑΤΟ μέχρι τους στρατηγούς του IDF. Από τους κατασκευαστές πυραύλων μέχρι τους πλοιοκτήτες που μεταφέρουν υδρογονάνθρακες. Από τους χρήσιμους ηλίθιους που κάνουν πλάτες στα αμερικανικά και ισραηλινά βομβαρδιστικά μέχρι τους εκδότες που βλέπουν στην πολεμική αναταραχή ευκαιρία «ένωσης Ελλάδας-Κύπρου»! Και από τους ακροδεξιούς φασίστες που αντικατέστησαν τον αντισημιτισμό με την ισλαμοφοβία, μέχρι τους «ακροκεντρώους» που στη διάρκεια της γενοκτονίας εις βάρος των Παλαιστινίων και της σφαγής των χιλιάδων νηπίων έβλεπαν ως μόνη λύση να εξοντωθούν τα «κτήνη της Χαμάς». 


Δεν είναι η πρώτη φορά, ίσα ίσα έχει γίνει αιματηρός κανόνας εδώ και μισό αιώνα, η πλήρης αντιστροφή δικαίου και αδίκου, καλού και κακού, αμυνόμενου και επιτιθέμενου, ορθολογισμού και παραλογισμού στη Μέση Ανατολή. Και παραπάνω από μισόν αιώνα, σχεδόν 80 χρόνια, από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Αυτή ήταν άλλωστε η ιδιομορφία του μεταπολεμικού διεθνούς δικαίου, που κουτσά στραβά κατοχύρωνε κρατικές κυριαρχίες, εθνικές ταυτότητες και δικαιώματα μετακινούμενων ή διωκόμενων πληθυσμών: στη Μέση Ανατολή η εφαρμογή του νέου διεθνούς δικαίου βασίστηκε στην κραυγαλέα παραβίασή του. Με μαζικό διωγμό και προσφυγοποίηση γηγενών πληθυσμών υπέρ ενός ανύπαρκτου μέχρι τότε έθνους που δεν το ένωσε το βίωμα του εντελώς πρόσφατου ολοκαυτώματος από τους Γερμανούς ναζί, παρά μόνον ένα «μεταμοσχευμένο» μίσος για τους άγνωστους μέχρι τότε Αραβες. Το κράτος του Ισραήλ ήταν εξ ιδρύσεως μια καρκινική απόκλιση στο σώμα του διεθνούς δικαίου, υποδοχέας και ενισχυτής όλης της αποικιοκρατικής αλαζονείας για το μέλλον των αραβικών πληθυσμών. 

 

Ολη η μεταπολεμική ιστορία της Μέσης Ανατολής εξελίχθηκε με βάση αυτή την ανώμαλη συνθήκη, ως νεκρή ζώνη του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς τάξης πραγμάτων, με το στρατοκρατικό Ισραήλ να επεκτείνεται και να επιτίθεται κατά βούληση και να υποβάλει στη λοιπή Δύση λίστες των εκάστοτε εχθρών και φίλων. Δεν είναι απλά ο χωροφύλακας των Αμερικανών και των πρώην αποικιοκρατών στην περιοχή. Είναι ο υποβολέας της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής τους εδώ και πολλές δεκαετίες. Τουλάχιστον από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 και μετά. 

Η ιρανική ισλαμική επανάσταση ήταν ένα ισχυρό, τεράστιο ρήγμα σε αυτή τη μεταπολεμική συνθήκη, στην ανώμαλη «κανονικότητα» μιας αραβικής χερσονήσου υπό δυτική επιτήρηση, αλλά ταυτόχρονα ένας συντελεστής μιας νέας ισορροπίας στην περιοχή. Από τα 47 χρόνια ύπαρξής του περίπλοκου ιρανικού συστήματος διακυβέρνησης, που καταχρηστικά θεωρείται και χαρακτηρίζεται θεοκρατικό, καθώς έχει περισσότερους αιρετούς θεσμούς κλήρου και λαϊκών απ’ ό,τι έχουν οι δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, και πάντως δεν έχει σχέση με τις αραβικές απολυταρχίες των βασιλέων και πριγκίπων με τα βασίλεια ΙΧ που λατρεύει η Δύση, τα 30 χρόνια είναι σε καθεστώς κυρώσεων, απομόνωσης, πληγμάτων από το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Προφανώς στο Ιράν έχει διαμορφωθεί ένα αυταρχικό καθεστώς, οι Φρουροί της Επανάστασης είναι ταυτόχρονα μια επιχειρηματική αριστοκρατία τεράστιων διαστάσεων, οι υπερεξουσίες του ισλαμικού ιερατείου συγκρούονται με τη δίψα μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και καταπιεσμένων μειονοτήτων για περισσότερες ελευθερίες, αλλά σε κάθε περίπτωση το σύγχρονο ισλαμικό Ιράν δεν είναι η αποκρουστική, δαιμονοποιημένη καρικατούρα που παρουσιάζει βολικά ο παραμορφωτικός καθρέφτης της Δύσης. Κι ακόμη, από το τέλος του πολύνεκρου και πολυετούς πολέμου με το Ιράκ, το 1988, που στοίχισε 300.000 νεκρούς και στις δυο χώρες, το Ιράν κινείται με πολύ περισσότερο σεβασμό στις στοιχειώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, από οποιαδήποτε άλλη υπερδύναμη της «δημοκρατικής και φιλελεύθερης» Δύσης. 

Επομένως, σε όποιους υποβάλλουν αυτά τα τάχα αθώα ερωτήματα και διλήμματα, «με ποιον είστε, με τους μουλάδες ή με τους απελευθερωτές Αμερικανο-ισραηλινούς» δεν έχω καμιά ταλάντευση για την απάντησή μου: ξέρω με ποιον ΔΕΝ είμαι. Δεν είμαι με τους επιτιθέμενους, δεν είναι με τους σφαγείς των λαών, δεν είμαι με τους γενοκτόνους των Παλαιστινίων, δεν είμαι με τον αλλόφρονα Τραμπ, δεν είμαι με τον κατσαπλιά Νετανιάχου, δεν είμαι με τους ψοφοδεείς Ευρωπαίους ηγέτες που έχουν καταπιεί τη γλώσσα τους, δεν είμαι με τις κυβερνήσεις που προσφέρουν γην και ύδωρ στα αμερικανικά φονικά συστήματα, δεν είμαι με τον αυτογελοιοποιούμενο και αυτοδιαλυόμενο ΟΗΕ, δεν είμαι με αυτούς που κουρελιάζουν τους στοιχειώδεις κανόνες της ανθρώπινης συνύπαρξης, που καταλύουν με το «έτσι θέλω» κρατικές κυριαρχίες, δεν είμαι με τους υποκριτές, με τους οσφυοκάμπτες, με τους εθελόδουλους. Και είμαι με οποιονδήποτε και για όσο προβάλλει αντίσταση στον αναδυόμενο νεοφασισμό της διεθνούς πολεμικής πειρατείας και αλητείας.


ΥΓ Αλήθεια, φαντάζεστε τους φυλακισμένους Ελληνες κομμουνιστές κι αριστερούς, όλους τους δημοκράτες που κυνηγούσε αλύπητα η δικτατορία του Μεταξά, να λέγανε τον Οκτώβρη του 1940 αντί του «Οχι» ένα «ναι» στον ιταλικό φασισμό προκειμένου να απαλλαγούν από τον εγχώριο φασισμό; 

ΚΙΜΠΙ 





ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

«Στήριξη κια αγάπη στον πληττόμενο λαό του Ιράν

Μετά τη μαζική γενοκτονία των Παλαιστινίων, επιχειρείται τώρα η καταστροφή του Ιράν με υποκριτική ρητορεία υπέρ της δημοκρατίας. Το Ιράν χρειάζεται μεν ένα άνοιγμα στις δημοκρατικές ελευθερίες, σήμερα όμως βρίσκεται αντιμέτωπο με μια θανάσιμη μαζική δαγκάνα από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ με τη στήριξη των περισσοτέρων χωρών-μελών του ΝΑΤΟ. Επί δύο σχεδόν χιλιετίες από τους Περσικούς Πολέμους, Ελλάδα και Ιράν έχουν συμφιλιωθεί με προσέγγιση, συνεργασίες, σεβασμό και κυρίως πολιτιστικές συναλλαγές. Ιδιαίτερα το γνήσιο, λαϊκό, ηθικό τμήμα της διανόησης, της εργασίας και της νέας γενιάς βιώνει τις σημερινές πρώτες βαθιές πληγές των φίλων μας και τον πόνο τους. Ας σταθούμε όρθιοι! Κινητοποίηση με συγκεντρώσεις αλληλεγγύης σε όλη τη χώρα. Πρωτοβουλία για μια διεθνή ριζοσπαστική συνάντηση και κοινή στάση ενίσχυσης του πληττόμενου τόπου. Αποστολές στο Ιράν για την ενθάρρυνση του λαού του. Αγώνας για την αποχώρηση της πατρίδας μας από το ΝΑΤΟ, απελευθέρωσή μας από το μακελειό των ΗΠΑ και μαζί των υπηρετών τους, πολλών χωρών της Ε.Ε.

“δίπλα μου τραγουδώντας μέσα στην Αγριότητα – και η Αγριότητα θα γίνει Παράδεισος τώρα…”

 Omar Khayyam, 1048 - 1123». 


Κείμενο αλληλεγγύης που υπογράφουν 50 και πλέον προοδευτικοί πολίτες https://www.efsyn.gr/ellada/koinonia/503148_stirixi-kai-agapi-ston-plittomeno-lao-toy-iran



Sunday, March 1, 2026

Ο κόμβος στο χτένι κι ο κόμπος στον λαιμό

Από τη στήλη ΑΝΩ ΚΑΤΩ, Η Εφημερίδα των Συντακτών 28/2/2026-1/3/2026




 Του ΚΙΜΠΙ

«Μικρό χωριό, αλλά κόμβος η Θυμαριά», έλεγε ο σταθμάρχης Μίμης Φωτόπουλος στην –70άχρονη πλέον– ταινία του Σακελλάριου «Ούτε γάτα ούτε ζημιά». Η Θυμαριά ήταν ο σημερινός Αγιος Στέφανος, και μπορεί πράγματι τότε να ήταν σιδηροδρομικός κόμβος για την Αττική και τη λοιπή Ελλάδα, που δυο σιδηροδρομικές γραμμές είχε όλες κι όλες, μια στην Πελοπόννησο και μια στην ανατολική ηπειρωτική χώρα, ίσως και να της ήταν αρκετές.

Εκτοτε, σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις της μετεμφυλιακής Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένης της χούντας, γέμισαν την Ελλάδα κόμβους: μεταφορικούς, εμπορευματικούς, τουριστικούς, διαμετακομιστικούς, επενδυτικούς, βιομηχανικούς, τεχνολογικούς, αγροτοκτηνοτροφικούς, λιμενικούς, χρηματοπιστωτικούς, ενεργειακούς, στρατιωτικούς. Κι ακόμα περισσότερο, δεν έσπερναν μόνο τη χώρα με κόμβους κάθε λογής, την καταστούσαν ολόκληρη κόμβο διεθνούς χρήσης, κέντρο διερχομένων για κάθε εταίρο και σύμμαχο από δυσμάς προς ανατολάς, από βορρά προς νότο. Σπανίως και αντιστρόφως.

Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν είναι ο τάχα κομβικός ρόλος της Ελλάδας σε οποιοδήποτε πεδίο τής δίνει κάποιο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό βάρος, αλλά αφενός η χρεοκοπία της το 2010 και η χρήση της ως προτεκτοράτου μνημονιακών δοκιμών, αφετέρου η μετατροπή της σε οικόπεδο που το καταπατούν οι πάντες: οι επενδυτές της αρπαχτής, οι απαλλοτριωτές κρατικών επιχειρήσεων, ο αμερικανικός στρατός, οι ισραηλινοί έποικοι, οι αντι-μεταρρυθμιστές, οι ολετήρες δημοσίων αγαθών, οι πολυεθνικές υδρογονθράκων.
Πανηγυρίζει εσχάτως ο Κυριάκος Μητσοτάκης που η χώρα έγινε «κόμβος» και για το αμερικανικό υγροποιημένο αέριο. Και μαζί του πανηγυρίζει ένας σεβαστός αριθμός εγχωρίων ομίλων που σε κάθε κυβερνητικό κόμβο επιτυχίας δένουν έναν κόμπο κερδοφορίας στο μαντίλι τους. Ούτε ο μεν ούτε οι δε αναρωτιούνται γιατί ελάχιστοι συμμερίζονται τον ενθουσιασμό τους. Κάθε κόμβος στο χρυσό κομπολόι τους, είναι ένας κόμπος στον λαιμό μας: για τους χαμένους των Τεμπών, τους πνιγμένους μετανάστες, τους παρακολουθούμενους των υποκλοπών, τους εξαπατημένους του ΟΠΕΚΕΠΕ, τους δαρμένους των συλλαλητηρίων, τους παραπλανημένους της ψευδοκατάρτισης.

Πότε αυτός ο κόμπος –ή κόμβος– θα κατέβει από τον λαιμό και θα φτάσει στο χτένι; Και ποιος θα τον λύσει;

Saturday, February 21, 2026

Ποιον ενοχλεί η λέξη «κομμουνιστής»;

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 21-23/2/2026


"Οι Κυνηγοί" μπροστά στην άφθαρτη σορό του αντάρτη.

Την περασμένη Τρίτη, αφού έχει γίνει η αποκάλυψη των φωτογραφικών ντοκουμέντων από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών πατριωτών από τους ναζί στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, που η ύπαρξή τους κανέναν δεν έπρεπε να εκπλήξει με δεδομένη τη σαδομαζοχιστική αφοσίωση της ναζιστικής βιομηχανίας θανάτου στη γραφειοκρατία και στη διεξοδική καταγραφή κάθε εγκλήματος που διεκπεραίωναν ως νόμιμο καθήκον, ανέβασα κι εγώ μιαν άλλη φωτογραφία στο φου μπου. Μια φωτογραφία από την ταινία «Κυνηγοί» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, του 1977. Είναι η φωτογραφία έξι κυνηγών που βρίσκουν ένα πτώμα μέσα στα χιόνια. Τη συνόδευσα με την εξής ανάρτηση: «Σε όσους έχουν απορίες ή κενά για την ερμηνεία της αμήχανης αντίδρασης της Ακροδεξιάς, της Δεξιάς, του ακραίου Κέντρου και σχεδόν όλης της εγχώριας ελίτ απέναντι στα τεκμήρια της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών (σ.σ. ποιος ενοχλείται από τη λέξη;) της Καισαριανής, συστήνω ανεπιφύλακτα τη θαυμάσια κινηματογραφική αλληγορία του Αγγελόπουλου "Οι Κυνηγοί" (1977). Την έχει το Cinobo, μαζί με όλες τις ταινίες του Theo. Για λεπτομέρειες επιφυλάσσομαι, στον "Ελεύθερο Σκοπευτή", στην "Εφ.Συν." του προσεχούς ΣΚ».

Το φου μπου, με την ανελέητη αλγοριθμική νοημοσύνη του, αφοσιωμένη στη δήθεν πολιτική ορθότητα που ανταγωνίζεται επάξια τη ναζιστική λογιστική του θανάτου, απέκρυψε τη φωτογραφία με το μήνυμα: «Ευαίσθητο περιεχόμενο. Η φωτογραφία καλύπτεται για να μπορούν να αποφασίζουν οι χρήστες αν θέλουν να τη δουν». Πόσο δημοκρατικό και πολιτισμένο, πόσο τρυφερό και φροντιστικό διαβάζεται-ακούγεται... Βεβαίως, σ' αυτή τη λογοκριτική παρέμβαση, που αδυνατεί να ξεχωρίσει τη φωτογραφία μιας ταινίας από μια πραγματική σκηνή θανάτου, υπάρχει η παρηγορητική διάσταση πως τελικά η τεχνητή νοημοσύνη είναι ακόμη αρκετά ανόητη. 

Κι επειδή τον λόγο μου τον τηρώ, πάμε στην ουσία της ταινίας του Theo, παραγνωρισμένης κατ' εμέ, αν και εξαιρετικά ευφυούς πολιτικά, σε ιδέα και σενάριο -μαζί με τον Αγγελόπουλο- του Στρατή Καρρά. Χοντρικά συμβαίνουν τα εξής: Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1977, σε ένα ορεινό, χιονισμένο τοπίο, κάπου στη Β. Ελλάδα, ίσως κοντά στα σύνορα με Βουλγαρία, πρώην Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, έξι κυνηγοί -ένας βιομήχανος, ένας πολιτικός, ένας στρατιωτικός, ένας εργολάβος, ένας πρώην νομάρχης, ένας ξενοδόχος- βρίσκουν θαμμένο στο χιόνι το πτώμα ενός αντάρτη του εμφυλίου πολέμου, απίστευτα διατηρημένο κι άταφο σχεδόν τριάντα χρόνια. Τον μεταφέρουν στο ξενοδοχείο, όπου τους περιμένουν γυναίκες ή ερωμένες τους που προετοιμάζονται για το πρωτοχρονιάτικο πάρτι, τον αποθέτουν σε ένα τροχήλατο τραπέζι που μοιάζει με καρότσι νεκροτομείου, κι εκεί, ενώπιον του άταφου και άφθαρτου νεκρού, ένας ένας, μία μία, αυτοί οι προφανείς κι επιφανείς εκπρόσωποι της ελληνικής άρχουσας τάξης που είχαν φροντίσει να εξαφανίσουν ή να διαστρεβλώσουν τις μεγάλες αναμετρήσεις της σκληρής δεκαπενταετίας που άρχισε με τη δικτατορία του Μεταξά και τέλειωσε με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας το 1949, έρχονται αντιμέτωποι με την αιφνιδιαστικά ανασυρμένη, άφθαρτη σαν τη σορό του νεκρού αντάρτη ιστορική μνήμη. 

"Οι Κυνηγοί" μπροστά στο πτώμα της μνήμης. 

Εδώ θα έλεγα «η συνέχεια επί της οθόνης», αλλά με τις κινηματογραφικές αλληγορίες του Αγγελόπουλου αυτό δεν έχει νόημα, η απαιτητική παρακολούθησή τους, πέρα από εικαστική απόλαυση, είναι παιχνίδι αποκωδικοποίησης και μια εμπειρία στοχασμού - άσχετο αν σε κάποιους δεν αρέσει. Η ταινία εξελίσσεται σε ένα είδος δίκης, ή ανάκρισης, όπου καθένας από τους πυλώνες ισχύος και εξουσίας καταθέτει μια μαρτυρία, ψέμα ή αλήθεια, έναν υπαινιγμό για τον ρόλο του στην ιστορία που κατέληξε στον νεκρό αντάρτη. Οχι απαραίτητα τον συγκεκριμένο. Αλλά όλους τους νεκρούς, τους κυνηγημένους, τους φυλακισμένους, τους δολοφονημένους, τους εξόριστους της προπολεμικής, πολεμικής και μεταπολεμικής Ελλάδας. Από τους 200 εκτελεσμένους από τους ναζί κομμουνιστές της Καισαριανής μέχρι τους εκτελεσμένους από το μετεμφυλιακό καθεστώς κομμουνιστές Μπελογιάννη, Μπάτση, Πλουμπίδη, Καλούμενο, Αργυριάδη και τους πάνω από 3.500 εκτελεσμένους των έκτακτων στρατοδικείων. Στους «Κυνηγούς» του Αγγελόπουλου, το πρωτοχρονιάτικο πάρτι της ελληνικής ελίτ διακόπτεται από κάτι απρόσμενο: ανακαλύπτουν ότι το πτώμα λείπει, κι έπειτα αντικρίζουν ολοζώντανο τον νεκρό αντάρτη, επικεφαλής μιας ομάδας ανταρτών με προτεταμένα όπλα που αντιστρέφουν την ιστορία: Οι «Κυνηγοί» της εξουσίας έρχονται αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο να δικαστούν και να καταδικαστούν. Αλλά, ευτυχώς γι' αυτούς, δεν ήταν παρά ένας εφιάλτης. Το επόμενο πρωινό παίρνουν το πτώμα και το ξαναθάβουν κάτω από το χιόνι. 

Ο εφιάλτης των νικητών της ιστορίας, αναστημένος, ολοζώντανος. 

Αυτό ακριβώς εξηγεί την αμήχανη αντίδραση της εγχώριας ελίτ στην αποκάλυψη των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής, αυτό ερμηνεύει την ενόχλησή της στην αναφορά της ιδεολογικής και πολιτικής τους ταυτότητας, στη λέξη κομμουνιστής, αλλά δεν υπάρχει άλλη λέξη, γιατί αυτό ήταν οι 200, ήταν κομμουνιστές, ως μέλη είτε του ΚΚΕ είτε άλλων οργανώσεων, γι' αυτό ήταν φυλακισμένοι από τη δικτατορία του Μεταξά, γι' αυτό ο δικτάτορας αρνήθηκε την προσφορά των φυλακισμένων κομμουνιστών να πάνε στο αλβανικό μέτωπο, γι' αυτό η κατοχική «κυβέρνηση» τους παρέδωσε στους Γερμανούς, γι' αυτό η ναζιστική διοίκηση προανήγγειλε ηχηρά, ως προπαγανδιστική τρομοκρατία, την εκτέλεση «200 κομμουνιστών» σε αντίποινα για την ΕΛΑΣίτικη ενέδρα στους Μολάους, γι' αυτό ο «Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος» κλείνει την τρομοκρατική προειδοποίησή του με την υπόμνηση ότι «υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος αυτού Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς». 

Αυτοί οι «Ελληνες εθελονταί», ή εν πάση περιπτώσει οι χορηγοί τους, οι πολιτικοί φίλοι τους, οι χρηματοδότες τους, οι μέντορές τους, οι ηγέτες τους, οι ξένοι προστάτες τους, οι απόγονοί τους, οι εργοδότες τους, αποτέλεσαν το συνονθύλευμα των νικητών μιας μακράς πολιτικής, κοινωνικής αλλά και διεθνούς αναμέτρησης. Εγκαταστάθηκαν ως οικονομικό και πολιτικό καθεστώς, με όλες τις ακραίες παραλλαγές του, στη μεταπολεμική Ελλάδα κι ευθύνονται για ό,τι είναι αυτή η χώρα σήμερα. 

Οι άλλοι, οι ηττημένοι, οι κομμουνιστές, οι συνοδοιπόροι τους, στην πραγματικότητα δεν δοκιμάστηκαν ποτέ - λίγα, αλλά πρωτοπόρα για τις συνθήκες πολέμου και κατοχής πρόλαβαν να εφαρμόσουν στις περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας. Ηττήθηκαν, τιμωρήθηκαν, διαψεύστηκαν διπλά: μία από τους δηλωμένους εχθρούς τους, μία από τους εικαζόμενους φίλους τους. Ηταν χιλιάδες, ήταν ο ανθός αυτής της χώρας, οι περισσότεροι δεν είχαν διαβάσει το Μανιφέστο, το Κράτος κι Επανάσταση, φυσικά ούτε το Κεφάλαιο, δεν ήξεραν να τραγουδούν τη Διεθνή, κάποιοι δεν ήξεραν καν να βάζουν την υπογραφή τους. Αλλά ένιωθαν κομμουνιστές. Κατάλαβαν και πίστεψαν κάτι απλούστατο, σχεδόν αυτονόητο: πως ο άνθρωπος μπορεί να ευτυχήσει όταν δεν θα χρειάζεται να χωρίσει τίποτα με τον διπλανό του, τον γείτονα, τον χωριανό του, τον συνάδελφο, τον συμπατριώτη, τον συνάνθρωπό του, όταν δεν θα αφήνει κανένα χώρο για αδικία και καταπίεση. Και είναι «κομμουνισμός» αυτό; Ισως είναι ακριβώς αυτό. Κι ίσως γι' αυτό η λέξη ακόμη ενοχλεί. Κι ας έχει βολικά ταυτιστεί ο υπαρκτός κι ανύπαρκτος «κομμουνισμός» με τις θλιβερές καρικατούρες του, τις απεχθείς δικτατορίες που φοράνε τη σκευή του. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Eίμαι κομμουνιστής

Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ώς τα νύχια,

αγάπη θα πει βλέπω, σκέφτομαι, κατανοώ,

αγάπη θα πει το παιδί που γεννιέται,

το φως που πλημμυρίζει

αγάπη θα πει να δέσεις μια κούνια στ’ άστρα

αγάπη θα πει να χύνεις τ’ ατσάλι μ’ απέραντο μόχθο

Είμαι κομμουνιστής.

Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ώς τα νύχια…


Ναζίμ Χικμέτ, «Οι ρομαντικοί» 


Saturday, February 14, 2026

Το τελευταίο κολοκοτρωνέικο

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 14-15/2/2026 



Την αρχή της ιστορίας μπορείς να την πάρεις από όπου θες. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ας πούμε, όταν η «Ελευθεροτυπία» των 100 (;) συντακτών, που την πήρε ο Κίτσος και την έκανε μια κανονική Ι.Χ. εφημερίδα, έφυγε από την Πανεπιστημίου κι ήρθε για καμιά δεκαριά χρόνια στην Κολοκοτρώνη 8, Σύνταγμα, με πίσω αυλή την πλατεία Καρύτση, πριν μετακομίσει στα μινωικά παλάτια της Μίνωος, στον Νέο Κόσμο, Θεός σχωρέστα κι αυτά, μαζί με τα τυπογραφεία, τα αρχεία, τους τίτλους κι όλα τα διαμοιρασθέντα ιμάτια του εσταυρωμένου ιστορικού εντύπου.

 

Οδός Κολοκοτρώνη 8, λοιπόν, με το άγαλμα του έφιππου Θεοδώρου, του στρατηγού της Τριπολιτσάς, πλάτη σε μας, γιατί το μπροστινό του κοιτάζει ανατολικά και το ξίφος γυμνό δείχνει κατά τον Λυκαβηττό, που δεν τον λες κι απάτητη κορφή για να το πάρεις ως υπόδειξη ηρωικής εφόρμησης. Πιο σωστά έπρεπε το άγαλμα να κοιτάζει προς το Σύνταγμα και το ξίφος να δείχνει προς τα τότε Ανάκτορα, νυν Βουλή, γιατί ο Γέρος του Μωριά δεν τα είχε και πολύ σε υπόληψη τα φλογερά και ριζοσπαστικά Συντάγματα της Επανάστασης, ούτε το πρώτο Σύνταγμα της βασιλευομένης Ελλάδας, αυτό του 1844 – «σύντριμμα» τα αποκαλούσε όλα με κάθε ευκαιρία. Ο στρατάρχης το είχε το αυταρχικό μέσα του, εδώ που τα λέμε, και σε κείνη την ιστορική άλωση έκανε κανονικό κι ανελέητο μακελειό εναντίον δικαίων και αδίκων. 

Υπάρχει ένας γοητευτικός συνδυασμός ετερόκλητων ιστορικών στοιχείων στην ευρύτερη περιοχή: το Σύνταγμα με τις πάμπολλες μεταμορφώσεις του, η Παλιά Βουλή, η νέα Βουλή, ο Αη Γιώργης του Καρύκη ή Καρύτση, γνήσιο ελληνοβυζαντινό αρχιτεκτόνημα της βαυαρικής Ελλάδας, με τα κομμάτια που αποκολλήθηκαν πριν πέντε χρόνια από το καμπαναριό του, χωρίς ευτυχώς να σκοτώσουν κανέναν, ακόμη άφτιαχτα, το διατηρητέο κτίριο του ΤΣΜΕΔΕ που το δίνουν για ξενοδοχείο, αλλά απεγνωσμένα εδώ κι έναν χρόνο προσπαθούν να το σώσουν οι συνταξιούχοι μηχανικοί, μια φορά τη βδομάδα κάνουν μια εκδήλωση στο πεζοδρόμιο μπροστά στο κτίριο, με μουσική, ποίηση, κείμενα, ενώ η μονίμως μποτιλιαρισμένη Κολοκοτρώνη τούς προσφέρει έξτρα ακροατήριο, στα λίγα λεπτά ακινητοποίησης των αυτοκινήτων. Κι έπειτα, είναι το αρχηγείο του πρώην ΔΟΛ στη Χρήστου Λαδά, που τώρα έγινε βιοκλιματικό –και καλά– κτίριο της ΔΕΗ, τα μαγαζιά της πλατείας Καρύτση, η τελευταία φουρνιά τους έπειτα από το καταστροφικό πέρασμα του covid 19 που έκλεισε τους προκατόχους, το θέατρο Μουσούρη, η «Δραχμή» με τραπεζάκια μέσα-έξω, τα μαγαζιά της στοάς, κι αυτά της οδού Καρύτση με τις αδιάκοπες οβιδιακές μεταμορφώσεις τους –μόνο το βιβλιοπωλείο της Ιεράς Διακονίας μένει ακλόνητο–, η εξαιρετική μπιραρία στη γωνία το κτιρίου μας που συχνά μας φιλοδωρούσε με την τσίκνα από τα τηγανίσματα και ψησίματα μεζέδων που χτύπαγαν μέσω των φωταγωγών τα ρουθούνια μας, κι έπειτα όλα αυτά τα μαγαζιά της Κολοκοτρώνη, από Σταδίου μέχρι Αιόλου, από τη Rolex μέχρι τα σουβλατζίδικα, τα άπειρα καφέ, τα μπαράκια, το νεοφερμένο μπεργκεράδικο που έκλεισε το ακριβώς απέναντί του και πλημμυρίζει τη γειτονιά με μια φρικτή μυρωδιά καμένου λίπους, αλλά και το παμπάλαιο καφεκοπτείο Αρμενάκου, που όταν καβουρντίζει κόκκους καφέ από Κένυα ή Κολομβία, όλη η περιοχή ευωδιάζει κι ευτυχώς υπερκαλύπτει τη δυσοσμία του απροσδιόριστης προέλευσης τηγανόλαδου στο οποίο εμβαπτίζονται δεκάδες κιλά πατάτας κάθε μέρα στο μπεργκεράδικο. 

Σε αυτό το συνονθύλευμα αγοράς, εστίασης και αναψυχής, που συγκεντρώνει πλέον το ενδιαφέρον και των τουριστών που μένουν στα πάμπολλα Airbnb της περιοχής, δυο βήματα από τα επίκεντρα της καθημερινής ιστορίας του δρόμου –τα Προπύλαια, η Σταδίου, η Πανεπιστημίου, η Βασιλίσσης Σοφίας, ο απαγορευμένος πλέον Αγνωστος Στρατιώτης, οι πλατείες Συντάγματος και Κλαυθμώνος που τις έχουν οργώσει εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές και δεκάδες χιλιάδες άνδρες των ΜΑΤ για δεκαετίες, με σημάδια συγκρούσεων, με οδοστρώματα εμποτισμένα από τα τοξικά των δακρυγόνων, τις βενζίνες των μολότοφ ή το καθαρό νεράκι του «Αίαντα», με πεζοδρόμια που έχουν βαφτεί με αίμα διαδηλωτών, από τα χρόνια του Οθωνα μέχρι τις μέρες μας– βρισκόταν εδώ και 13 χρόνια η «Εφημερίδα των Συντακτών». 


Κολοκοτρώνη 8, 2ος και 7ος όροφος τα πρώτα 12 χρόνια, 3ος και 4ος τον τελευταίο χρόνο. Η θέση της στρατηγικά επιτελική. Αν εξαιρέσει κανείς τον καθημερινό αγώνα για θέση στάθμευσης, που προσωπικά μου έχει κοστίσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό σε κλήσεις, το κτίριο είναι «στο κέντρο των γεγονότων». Αυτών τουλάχιστον που έρχονται στον αφρό, γιατί τα πολλά και σημαντικά γεγονότα υπάρχουν παντού και τα βαθύτερα και καθοριστικά φωλιάζουν στ’ ανύποπτα. 


Μετακομίζουμε, όχι γιατί χωρίζουμε, που θα έλεγε το λαϊκό άσμα, αλλά γιατί ο νέος βασικός μέτοχος της εταιρείας έχει ένα μεγάλο σύγχρονο κτίριο στην Ακτή Κονδύλη, όπου συστεγάζονται κι άλλες εταιρείες του, προφανώς με καλύτερες υποδομές από τα ετοιμόρροπα γραφειάκια μας και τις τρεκλίζουσες καρέκλες μας. 


Αλλά παρ’ όλα αυτά, εμένα τουλάχιστον, θα μου λείψει το «χρέπι» μας, που στέγασε καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής δημοσιογραφίας: της «Ελευθεροτυπίας» στη Μεταπολίτευση και της «Εφημερίδας των Συντακτών» στα χρόνια των μνημονίων. Λίγοι από τους μεγαλύτερους ίσως έχουν βιώματα κι από τις δύο φάσεις χρήσης του κολοκοτρωνέικου κτιρίου, και δη του 2ου ορόφου, και του 7ου, με το τεράστιο μπαλκόνι και την αξιολάτρευτη θέα στην Ακρόπολη (και ολίγον στον Λυκαβηττό). Εγώ έζησα μόνο τα τελευταία σχεδόν εφτά χρόνια, σχέση με την «Ελευθεροτυπία» δεν είχα. Αλλά κι αυτά τα εφτά χρόνια μού ήταν αρκετά για να αγαπήσω με έναν παράδοξο, σχεδόν μαζοχιστικό τρόπο, τα γραφεία με τις φθαρμένες, σαρακοφαγωμένες επιφάνειες, τα πληκτρολόγια που μετατρέπονταν σε βιότοπους από τα φαγητά και τα ποτά που έπεφταν πάνω, τους τοίχους που καθένας διακοσμούσε κατά βούληση με τους «ήρωές» του, άλλος τον Τσε, άλλος τον Κάστρο, άλλος τον Τρότσκι, τον Λένιν, τον Μάο, τον Καζαντζίδη, τις ζωγραφιές ή τις φωτογραφίες των παιδιών τους, ή μερικά θαυμάσια εξώφυλλα της «Εφ.Συν.». Θα μου λείψει η ατημελισιά και η αταξία, με τις στίβες εφημερίδων και βιβλίων σε διαδρόμους, το γραφείο-κλουβί των συναδέλφων της διόρθωσης με φόντο μια ταπετσαρία που απεικόνιζε μια Σπανιόλα –ο αστικός μύθος λέει ότι μάλλον σ' αυτόν τον χώρο γυρίστηκαν τσόντες τη χρυσή εποχή του ελληνικού πορνό–, αλλά και το σούπερ ντούπερ στούντιο που στήσαμε με τη βοήθεια των αναγνωστών, θα μου λείψουν ακόμα και τα ίχνη των ηχηρών καβγάδων επί της ύλης και του πνεύματος της «Εφ.Συν.» που φτάναν μέχρι και στους ανυποψίαστους θαμώνες της Καρύτση, γιατί η αυτοδιαχείριση και η συνεταιριστική δημοκρατία τα είχε κι αυτά: τον λεκέ στον τοίχο από κάποιο υγρό που εκτοξεύθηκε από θυμό, το σημάδι στο πλακάκι από κάποιο ποτήρι που δεν έπεσε κατά λάθος στο πάτωμα, το βούλιαγμα στην επιφάνεια ενός γραφείου που έφαγε γροθιά. 

Αυτό, λοιπόν, είναι το τελευταίο κολοκοτρωνέικο κείμενο της στήλης. Από την ερχόμενη εβδομάδα γινόμαστε του λιμανιού. Και του σαλονιού; Θα δείξει. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργον μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε τον δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέρα των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ημέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε... 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, «Λόγος στην Πνύκα», 1838 


Saturday, February 7, 2026

Η μεγάλη πλατεία της ανθρωπότητας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 7-8/2/2026


Εχω ξαναπάει στο Μιλάνο, πάνω από τριάντα χρόνια πριν, αλλά έτυχε πριν από λίγες μέρες να ξαναβρεθώ εκεί, στην οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας, στον βιομηχανικό Βορρά που κάποτε ήταν το τεράστιο πεδίο του ιταλικού βιομηχανικού θαύματος, ίσως πολύ πιο προχωρημένου και εκλεπτυσμένου από το υπερεκτιμημένο γερμανικό θαύμα. Το Μιλάνο, που ως Μεδιόλανον ήταν και το εφαλτήριο νομιμοποίησης και ραγδαίας επικράτησης του χριστιανισμού πριν από 14 αιώνες προς τη Δύση και την καθ' ημάς Ανατολή, στη διάρκεια του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Μεγάλο Πόλεμο ήταν το «ενδιαίτημα» ενός νεανικού και δραστήριου προλεταριάτου, που σε μεγάλο βαθμό γοητεύτηκε από την Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα, άλλοτε κυρίαρχο πολιτικά στον ιταλικό Βορρά, σήμερα κυριαρχούμενο από νεοφασιστικά και κρυπτοφασιστικά μορφώματα. 


Νεφοσκεπές, μουντό, κρύο, το Μιλάνο διατηρεί πολλά από τα στοιχεία της βιομηχανικής ακμής της Ιταλίας, ένα τεράστιο κέντρο διερχομένων από και προς τις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις, τις Fiat cities, τις Guzzi cities, τις Pirelli cities, τα μεγάλα μεγέθη ευρωπαϊκής και σοφιστικέ εφαρμογής του φορντισμού, που τόσο έγκαιρα, τόσο διορατικά, τόσο πρώιμα μελέτησε ο Γκράμσι στα ανύποπτα χρόνια της φυλακής και της φασιστικής επέλασης και τόσο όμορφα και αινιγματικά απεικόνισε ο Αντονιόνι στις ταινίες του τη δεκαετία του 1960, κυρίως στην τριλογία της αποξένωσης με την αείμνηστη θεά, Μόνικα Βίτι. 


Το Μιλάνο παραμένει οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας και έδρα της άλλοτε κραταιάς Confindustria, του πανίσχυρου συνδέσμου των Ιταλών βιομηχάνων που διαμόρφωσε και το μεταπολεμικό κομματικό σύστημα στη χώρα, με βασική επιδίωξη να μην μπει ποτέ στη διακυβέρνηση το πανίσχυρο PCI, τουλάχιστον πριν αυτό περάσει στο θολό πεδίο του «ιστορικού συμβιβασμού». Σήμερα, όμως, το Μιλάνο έχει κι αυτό τουριστικοποιηθεί με ποικίλους τρόπους, όλη η μητροπολιτική περιφέρεια εδώ και μήνες είναι πλημμυρισμένη από τις διαφημίσεις των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων που υποτίθεται ότι φιλοξενούνται από το Μιλάνο, αν και οι πίστες των αγώνων είναι στην Cortina, τέσσερις ώρες μακριά. 

Το κέντρο του τουριστικού Μιλάνου, λοιπόν, είναι φυσικά ο καθεδρικός ναός Duomo, μια επιβλητική γοτθική εκκλησία που συναγωνίζεται επάξια την Παναγία των Παρισίων και κατασκευάστηκε όπως κι αυτή στη διάρκεια έξι αιώνων, αρχικά ως επίδειξη της θεόσταλτης ισχύος της δυναστείας των Σφόρτσα, στη συνέχεια ως αναπόδραστο καθήκον όλων των ηγεμόνων και καθεστώτων μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα. Κατά κάποιο τρόπο, ο καθεδρικός Duomo του Μιλάνου και η επιβλητική μεγάλη πλατεία που τον περιβάλλει, με τα μουσεία που φιλοξενούν μεταξύ άλλων Ντα Βίντσι και Μπραμάντε, με στοά των πολυτελών αγορών Gucci, Dior, Prada στις τιμές των οποίων ενσαρκώνεται η εύστοχη επισήμανση του Ανταμ Σμιθ ότι η κυριότερη λειτουργία του πλούτου για τους πλούσιους έγκειται στην επίδειξή του (παπούτσια 1.000 ευρώ, τσάντα από 3.000 και πάνω, τζάκετ 5.000 ευρώ κοκ.), είναι μια πλατεία διασταύρωσης όλης της βιοποικιλότητας των ανθρωπίνων πλασμάτων, με τα διαφορετικά εισοδήματα, τις διαφορετικές αντιλήψεις, τους διαφορετικούς στόχους, αλλά με την ίδια συναίσθηση: η Duomo του Μιλάνου είναι το κέντρο ενός μικρού σύμπαντος στο οποίο μπορεί κανείς να προβάλει το «θέλω» και να καταβάλει το «έχω» του. Μπορεί να δει μέρος του εσωτερικού ναού για 10 ευρώ, μπορεί να δει και το περιστύλιό του με σημαντικά έργα για 20 ευρώ, μπορεί να ανέβει στις ταράτσες του και να απολαύσει το πανόραμα του Μιλάνο για 50-100 ευρώ, μπορεί να σταθεί έξω και να βγάλει σέλφι μπροστά στην επιβλητική πρόσοψη για 0 ευρώ. 



Αλλά μπορεί και να σταθεί, για μία ώρα, όρθιος, σιωπηλός, με μια σημαία της Παλαιστίνης στα χέρια ή ένα πλακάτ που καταγγέλλει τη γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων. Οπως ο Αντόνιο, της φωτογραφίας, περίπου 60 ετών, και ακόμη καμιά 30αριά μεσήλικες, γυναίκες και άνδρες, που από τον περασμένο Ιούνιο, κάθε μέρα από τις 6 μέχρι τις 7 το απόγευμα, την ώρα που κλείνει η Duomo για το κοινό, στέκονται με τις παλαιστινιακές σημαίες και τα πλακάτ μπροστά στον καθεδρικό, σε δύο σειρές, σιωπηλοί μεν, αλλά κραυγαλέα εύγλωττοι. «Γιατί είστε εδώ;», ρώτησα τον πρώτο της μιας σειράς και λίγο πιο κάτω και τον τελευταίο, συμπτωματικά και οι δύο με το όνομα Αντόνιο ή Τονίνο. «Per la umanita», ήταν η απάντηση και των δύο, για την ανθρωπότητα ή για την ανθρωπιά, παίζουν και τα δύο στη μετάφραση, αν και δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο. Για οκτώ μήνες, 240 μέρες, 240 ώρες αυτές οι παλαιστινιακές σημαίες τής -αραιής, είναι αλήθεια- ανθρώπινης αλυσίδας, που ίσως και να ενοχλούν τους τουρίστες και τις βραδινές φωτογραφίσεις τους μπροστά στο μεγαλειώδες, γεμάτο γοτθικό στόμφο κτίριο, θυμίζουν ότι υπάρχουμε, λίγο πριν πνίξουμε τις τύψεις μας σε μια προσιτή και χορταστική πίτσα, ένα καλομαγειρεμένο ζυμαρικό, μια caprese με φρέσκια μοτσαρέλα κι ένα ποτήρι κρασί. 


Βεβαίως, αν απομακρυνθεί κάποιος από την αλυσίδα της ανθρωπιάς και κατευθυνθεί προς την αριστερή πλευρά της Duomo, θα ανακαλύψει ότι το μεγαλείο των θεών, των αγίων, των δουκών, των ηγεμόνων, των αρχιεπισκόπων, των παπών που θέλησαν να αφήσουν ένα αδρό αποτύπωμά τους στο επιβλητικό κτίριο έχει υποκύψει στον ήχο του χρήματος. Οχι των κερμάτων που πέφτουν στα δεκάδες κουτιά εντός του ναού «υπέρ απόρων», «υπέρ συντήρησης γλυπτών», «υπέρ αρχιεπισκοπής», αλλά των δεκάδων χιλιάδων που μπορεί να κοστίζει η διαφήμιση των McDonalds ή της ταινίας για τη «Μελάνια» του Τραμπ, που προβάλλονται εναλλάξ, με πολλές άλλες, πάνω στα τεράστια πανό που κρέμονται από τις ταράτσες του ναού. Κανείς δεν προσβάλλεται, κανενός η πίστη δεν θίγεται, μάλλον αρκεί η εξήγηση που πέφτει στο τέλος της λούπας των φωτεινών διαφημίσεων: «Τα διαφημιστικά μηνύματα στον ναό έχουν σκοπό τη συγκέντρωση πόρων για τη συντήρησή του». Υποθέτουμε ότι αν για λίγα δευτερόλεπτα προβαλλόταν στο ίδιο σημείο η παλαιστινιακή σημαία, η Μελόνι θα διέταζε τη σύλληψη όλων των εμπλεκομένων και ο Σαλβίνι ίσως και τον βομβαρδισμό της Duomo. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Εδώ η σιωπή του θανάτου είναι πίστη

μιας αστικής σιωπής ανθρώπων που παρέμειναν


άνθρωποι, μιας πλήξης που μέσα στην πλήξη

του Πάρκου, διακριτική αλλάζει: και η πόλη

που, αδιάφορη, την περιορίζει ανάμεσα


σε τρώγλες και σε Εκκλησίες, ασεβής μέσα στον οίκτο,

χάνει εκεί τη λάμψη της. 


Πιερ Πάολο Παζολίνι, «Οι στάχτες του Γκράμσι» (1954). 

Μετάφραση Κοσμά Κοψάρη (vakxikon.gr)




Sunday, January 25, 2026

Η τρέλα του 47ου προέδρου των ΗΠΑ

Η Εφημερίδα των Συντακτών 24-25/1/2026



 Κάθε φορά που τον ακούς αναρωτιέσαι: «Μα, τώρα μιλάει σοβαρά; Μήπως κάνει πλάκα; Μπας και μπλοφάρει;». Αλλά, όχι. Μιλάει σοβαρά. Με την έννοια πως εννοεί αυτά που λέει. Τα πιστεύει. Εστω κι αν σε ελάχιστα 24ωρα μπορεί να ξεχάσει ή να τα αλλάξει αισθητά, ακόμη και ριζικά. Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό που λένε αρκετοί ψυχίατροι, ψυχαναλυτές, γνωσιακοί, νευρολόγοι, ότι πιθανότατα ο Τραμπ πάσχει από σοβαρή ναρκισσιστική διαταραχή ή έναν ανεξέλεγκτο παλιμπαιδισμό που τον ωθεί, ακριβώς σαν τα νήπια που δεν έχουν λόγους και φίλτρα να αναχαιτίσουν τις επιθυμίες τους, να πει «μ' αρέσει, το θέλω, το παίρνω». Και γαία πυρί μειχθήτω. 


Είναι, άραγε, ορθολογικό να αντιμετωπίζει κάποιος ορθολογικά τον αλλόφρονα πρόεδρο των ΗΠΑ; Ο Τραμπ της δεύτερης φοράς δεν έχει και τόσο σχέση με τον Τραμπ της πρώτης, τότε μπορούσε κανείς να διακρίνει στις κινήσεις του κάποια ίχνη στρατηγικής, σχεδιασμού, ήταν προφανές πριν από δέκα χρόνια ότι ένα μεγάλο τμήμα της παρηκμασμένης και επιχειρηματικής Αμερικής και δη της δραματικά συρρικνωμένης βιομηχανίας ήθελε να πάρει το αίμα του πίσω από την επιθετική παγκοσμιοποίηση που, όχι απλώς ευνόησε, αλλά μερικές φορές και διά της βίας επέβαλε. Η ελεγχόμενη απο-παγκοσμιοποίηση μέσω ενός δασμολογικού «αντάρτικου» των ΗΠΑ και μέσω εκβιασμών και διμερών συμφωνιών για εκχώρηση προνομίων στα αμερικανικά προϊόντα έβγαζε κάποιο νόημα. Ενα είδος «πατριωτικού καπιταλισμού», με μικρές δόσεις προστατευτισμού που πάντως δεν διέλυαν εντελώς το σύστημα διεθνών συναλλαγών, κατ' εξοχήν άλλωστε δημιούργημα του πλανητικά δικτυωμένου αμερικανικού χρηματιστηριακού κεφαλαίου, ας πούμε ότι δεν αντέφασκε κραυγαλέα με αντίστοιχες ρητές ή υπόρρητες στρατηγικές της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας, της Κίνας, της Ιαπωνίας.

 

Η δεύτερη φορά Τραμπ είναι απλώς ένα χάος. Πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2024 και στους πρώτους μήνες θητείας του, γύρω από το σύνθημα MAGA (Make America Great Again), μπορούσε να διακρίνει κανείς κάποιου είδους προτεραιότητες, συμμαχίες και στόχους. Στις προτεραιότητες ήταν να κλείσουν τα στρατιωτικά μέτωπα που προκαλούσαν συνεχείς περισπασμούς στην κουρασμένη υπερδύναμη. Στις συμμαχίες παρακολουθήσαμε μια ιδιότυπη σύγκλιση του παλιού βιομηχανικού και πετρελαϊκού καπιταλισμού με τους κυρίαρχους του διαδικτύου, της ψηφιακής οικονομίας, της τεχνητής νοημοσύνης, με τη χρηματιστηριακή φούσκα της Wall Street -συνήθως πιο φιλική με τους Δημοκρατικούς- να χειροκροτεί ενθουσιωδώς τη συνάντηση, Και στους στόχους διακρίναμε σαφώς την απαίτηση του Τραμπ να αποσπάσει όσο τον δυνατό περισσότερα πλεονάσματα υπέρ των ΗΠΑ από κάθε σημείο του πλανήτη, όχι διά του κλασικού ιμπεριαλισμού κατάκτησης αγορών, πόρων, χρηματοροών, αλλά με τον τσαμπουκά της μεγαλύτερης (ακόμη) οικονομίας του και τη βία των δασμών υπέρ αυτής. Σ' αυτό το στρατήγημα, που ας πούμε ότι έβγαζε κάποιο νόημα, ο Τραμπ, το επιτελείο του και οι χορηγοί του πέτυχαν κάποια άμεσα κέρδη, αν και είναι άγνωστες οι μακροπρόθεσμες παρενέργειες. 


Διαβάζοντας, μάλιστα, κάποιος τη νέα «Αμερικανική Στρατηγική Ασφάλειας», αυτό που ο νάρκισσος πλανητάρχης αποκαλεί Δόγμα Τραμπ ως συμπλήρωμα του ηλικίας δύο αιώνων Δόγματος Μονρόε, διατυπωμένο σε ένα δημόσιο κείμενο-μανιφέστο προς την παγκόσμια κοινή γνώμη, αλλά κυρίως προς τις ηγεσίες εταίρων, συμμάχων και άσπονδων εχθρών, διαπιστώνει έναν βαθμό επεξεργασίας και ορθολογισμού. Για κάθε περιοχή του πλανήτη υπάρχει κι ένας στόχος, που μπορεί να διαβαστεί και ως προειδοποίηση ή ανοιχτή απειλή για το τι μπορεί να της συμβεί αν οι κοινωνίες της και οι ηγεσίες τους δεν συμμορφωθούν στον στόχο που τους επιβάλλει η υπερδύναμη. Για παράδειγμα, για την Ευρώπη διακηρύσσεται πως «στόχος μας είναι να βοηθήσουμε την Ευρώπη να διορθώσει την τρέχουσα εσφαλμένη πορεία της» και να «ανακτήσει τη χαμένη αυτοπεποίθησή της». Κατά κάποιο τρόπο ο Τραμπ προσπαθεί να συμπυκνώσει χρονικά τη στρατηγική της Pax Americana που ακολουθείται με συνέπεια για επτά δεκαετίες από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. 


Αν, όμως, προσπαθήσει να συσχετίσει κάποιος το «εγχειρίδιο» του Δόγματος Τραμπ με τα καθημερινά, δημόσια «πλήγματα» Τραμπ θα χάσει το μέτρο, τον μπούσουλα, την επαφή με τον ορθό λόγο. Στις παραμονές του Β' Π.Π., τα επιτελεία, οι αναλυτές, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της ΕΣΣΔ προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη στρατηγική σκέψη του Χίτλερ διαβάζοντας το Mein Kampf. Ενδεχομένως να έβρισκαν εκεί κάποιες χρήσιμες ενδείξεις που να πρόδιδαν κάποιου είδους σχέδιο, αλλά το συνονθύλευμα ανορθολογισμού, μυστικισμού, σκοταδισμού, θρησκευτικού φονταμενταλισμού που ήταν η βάση κάθε ομιλίας, κάθε απόφασης, κάθε επιλογής του Χίτλερ έπρεπε να έχει σημάνει άλλου είδους συναγερμό. Οι δυτικές δυνάμεις επέτρεψαν για μερικά κρίσιμα χρόνια με σαφή -αν και αυτοκαταστροφική- ιδιοτέλεια στην τρέλα, στην ανεξέλεγκτη κι επικίνδυνη ψυχική διαταραχή να γίνει διεθνής πολιτική, να εξοπλιστεί, να γίνει διπλωματία, προπαγάνδα, διακρατικές συμφωνίες, πολεμικές εκστρατείες και, τελικά, μια ασύλληπτη μαζική βιομηχανία θανάτου, στα κρεματόρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης και στα χιλιάδες ολοκαυτώματα σε όλη την Ανατολική και Νότια Ευρώπη. 


Θέλω να πω ότι το να αντιμετωπίζει κάποιος τον Ντόναλντ Τραμπ απλώς ως έναν ακραίο, αμετροεπή και αθυρόστομο Αμερικανό πρόεδρο, με τους κωδικούς των πυρηνικών στο χέρι, το να προσπαθούν οι ηγέτες της Ε.Ε. και της λοιπής Δύσης να βγάλουν νόημα από την ασυναρτησία λόγων και έργων, το να προτάσσουν τη «διάσωση της διατλαντικής σχέσης», στο όνομα της οποίας θα ακούσουν και θα συζητήσουν κάθε παλαβομάρα του πλανητάρχη, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου ορθολογική επιλογή. Δεν ήταν ούτε το 1936, δεν είναι ούτε το 2026. Δεν πρόκειται καν για τακτική «εξημέρωσης του θηρίου», προκειμένου να διασωθεί κάποιο μείζον κοινό συμφέρον. Απέναντι στην τρέλα του Γεωργίου του Τρίτου, του βασιλιά που χρεώθηκε την απώλεια της Αμερικής για τη Βρετανική Αυτοκρατορία, η συνωμοσία ανατροπής του ίσως ήταν αυτονόητη πράξη αυτοσυντήρησης. Απέναντι στην τρέλα του Ντόναλντ Τραμπ και του μανιοκαταδιωκτικού επιτελείου του ίσως η πλήρης απομόνωση των ΗΠΑ από φίλους, εταίρους και εχθρούς, σίγουρα με σημαντικό οικονομικό κόστος (σ.σ. αλλά μήπως δεν είχε τεράστιο κόστος η «εξαγωγή» της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 σε όλο τον κόσμο;), είναι η μόνη ορθολογική αντίδραση Δύσης και Ανατολής. Make America Normal Again!


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Θέλουμε να στρατολογούμε, να εκπαιδεύουμε, να εξοπλίζουμε και να αναπτύσσουμε τον ισχυρότερο, τον πλέον φονικό και τεχνολογικά τον πιο προηγμένο στρατό στον κόσμο, ώστε να προστατεύει τα συμφέροντά μας, να αποτρέπει πολέμους και -εφόσον χρειάζεται- να τους κερδίζει γρήγορα και αποφασιστικά, με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για τις δυνάμεις μας. Και θέλουμε έναν στρατό στον οποίο το κάθε μέλος των ενόπλων δυνάμεων να είναι υπερήφανο για τη χώρα του και βέβαιο για την αποστολή του.

Θέλουμε την πιο ισχυρή, αξιόπιστη και σύγχρονη πυρηνική αποτροπή στον κόσμο, καθώς και μια αντιπυραυλική άμυνα επόμενης γενιάς -συμπεριλαμβανομένου ενός «Χρυσού Θόλου» για την αμερικανική επικράτεια- ώστε να προστατεύονται ο αμερικανικός λαός, τα αμερικανικά συμφέροντα στο εξωτερικό και οι σύμμαχοι της Αμερικής.


Λευκός Οίκος, «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής», Νοέμβριος 2025 (μετάφραση Θανάση Βασιλείου)


Sunday, January 18, 2026

Μικρές, καθημερινές συναντήσεις με το κράτος

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 17-18/1/2026

Ποτέ δεν ξέρεις πότε και πού θα συναντηθείς με το κράτος... 


Ευτυχώς ο σφοδρός χιονιάς που η μετεωρολογική τρομοκρατία μάς έφερε ως θανατηφόρα χιονοστιβάδα στα μπαλκόνια μας δεν έκανε κάτι παραπάνω από να κινήσει την αγορά καυσόξυλων και πετρελαίου θέρμανσης. Οι δροσερές λιακάδες, σχεδόν Αλκυονίδες, δεν επέτρεψαν σε ανυποψίαστους πολίτες να αναφωνήσουν το κλασικό θυμωμένο κλισέ: «Πού είναι το κράτος;» Στο οποίο το τραγούδι «Madam, madam...» των Μουζουράκη - Αμπαζή απαντά ρητά «Δεν υπάρχει κράτος, μαντάμ!». 

Διαφωνώ πλήρως με την αφοριστική προσέγγιση, αντιθέτως πιστεύω ότι το κράτος υπάρχει παντού, καθημερινά, στον ύπνο και στον ξύπνιο μας, στη δουλειά και στη σκόλη μας. Υπάρχει διά της φυσικής παρουσίας του, αλλά και διά της αφύσικης απουσίας του απ' όλα τα πεδία που παραχώρησε σε ιδιώτες, απ' όλα τα δημόσια αγαθά που μετέτρεψε σε εμπόρευμα, απ' όλες τις υπηρεσίες που κάποτε ήταν δουλειά του κράτους και τώρα είναι μπίζνα του ιδιωτικού παρα-κράτους. Γιατί κράτος δεν είναι κι αυτοί που κατέχουν τους αυτοκινητόδρομους, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, ακόμη και τις βουνοκορφές μας; 

Το κράτος είναι παντού, ενίοτε σε υπερβολικές έως θανατηφόρες δόσεις, φυτρώνει σε κάποιες με άπειρες μορφές του εκεί που δεν το σπέρνεις, άλλοτε είναι χρήσιμο κι αποτελεσματικό, συνήθως όχι εκεί που εμείς, αλλά εκεί που αυτό, ως υπερφυσικός Λεβιάθαν, θέλει και πάμπολλες φορές αποτυγχάνει, ιδιαίτερα όταν οι πολιτικοί διαχειριστές του το δηλητηριάζουν με μεγάλες ποσότητες «επιτελικότητας», δίνουν στους φίλους τους τα «φιλέτα», τις εύκολες και κερδοφόρες δουλίτσες και κρατάνε για τον ταλαίπωρο στρατό των δημοσίων υπαλλήλων τον κατιμά, τη βρομοδουλειά της χάρτινης ή ψηφιακής γραφειοκρατίας. 

Το κράτος υπάρχει και προς επίρρωση της βεβαιότητάς μου θα σας αφηγηθώ πέντε-έξι μικρές, καθημερινές, προγραμματισμένες ή απρόσμενες συναντήσεις με το κράτος που συνέβησαν σε μία και μόνη μέρα. Εντάξει, δεν θα είναι και η "Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» (Σολτζενίτσιν), ούτε η 16/6/1904 του Λεοπόλδου Μπλουμ («Οδυσσέας» του Τζόις). Θα είναι κάτι απείρως ταπεινότερο. Μπορεί να θυμίσει μια δική σας μέρα με μερικές αναπάντεχες συναντήσεις με το κράτος. 

Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο, μπορεί να φανεί και από τα πρώτα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Αν για παράδειγμα φεύγεις από τη δουλειά νύχτα με το αυτοκίνητό σου έχοντας κατεβάσει δυο τσιπουράκια για να πάνε τα φαρμάκια -ή τα πατατάκια- κάτω κι ακολουθώντας ένα δρομολόγιο που θεωρείς ασφαλές από αστυνομικά μπλόκα, καθώς το κράτος προτιμά τους κεντρικούς και φωτισμένους δρόμους, πέφτεις σε μια αποκλεισμένη μακρά οδό που διαπερνά τρεις δήμους (Αθήνα, Καισαριανή, Βύρωνα). Μεγάλα κατασκευαστικά οχήματα με νυχτερινά φώτα βρυχώνται πάνω από μια τρύπα. Και ιδού η πρώτη μεταμεσονύχτια συνάντησή μου με το κράτος με τη μορφή κρατήρα που άνοιξε στο οδόστρωμα, αποκαλύπτοντας ένα υπέδαφος σαθρό από τα περάσματα του μετροπόντικα κι όλης της  εργολαβικής αποικίας αρουραίων που διασχίζουν την αθηναϊκή γη κάτω από τα πόδια μας. 

Δεν βαριέσαι, συμβαίνουν αυτά, «η ταλαιπωρία είναι προσωρινή, τα έργα μόνιμα», αλλαγή δρομολογίου, αναγκαστικά μέσω Παγκρατίου όπου μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά έχω τη δεύτερη αποκαλυπτική συνάντησή μου με το κράτος. Αυτή τη φορά με τη μορφή αυτού που ήθελα πάση θυσία να αποφύγω, του μπλόκου για αλκοτέστ. Θηριώδης η ανάπτυξή του, προηγείται επιτροπή υποδοχής με μηχανήματα που κάνουν την πρώτη διαλογή, οι μισοί διώχνονται, οι άλλοι μισοί με ένδειξη προχωρούν στο δεύτερο κλιμάκιο ελέγχου, πιο σοβαρά τα πράγματα εδώ, «φυσήξτε δυνατά και παρατεταμένα στο σωληνάκι μιας χρήσης», το μηχάνημα λέει ότι είμαι πάνω από το όριο, ευγενής αλλά αποφασιστική η επικεφαλής αστυνομικός, «θα περιμένετε 15 λεπτά για τη δεύτερη μέτρηση», αγενείς και κάπως ειρωνικοί οι νεότεροι, παίρνουν το κλειδί του αυτοκινήτου και το δίπλωμα, περιμένω το 15λεπτο, δεν με σώζει ένα μπουκαλάκι νερό, και το δεύτερο φύσημα πάνω από το όριο. Δεν έχω να πω κάτι, δίκιο έχουν, διαμαρτύρομαι μόνο για τα περιφερειακά, το αυτοκίνητο θα το πάρει ο γερανός, «τι θα κάνω με τόσα πράγματα;», «πάρε ταξί, να το σκεφτόσουνα πριν πιεις» λέει το όργανο, «λίγος σεβασμός, το ότι είμαι παραβάτης δεν σου δίνει το δικαίωμα να μιλάς έτσι» λέω, τι βρήκα τώρα να πω κι εγώ. 

Ηρθε το... οικογενειακό ιππικό, η κόρη, να μαζέψει τον άσωτο πατέρα. Βλέπουμε το αυτοκίνητο να το μαζεύει ο γερανός, ο οδηγός μάς ενημερώνει για τα πρακτικά, «91 ευρώ το σήκωμα και 13 ευρώ κάθε μέρα φύλαξης», «έχετε καιρό σύμβαση με την αστυνομία;» ρωτάω, «ουουου, πολλά χρόνια» απαντά, κι αυτή είναι η τρίτη κατά σειρά συνάντησή μου με το κράτος στην εκδοχή ανάθεσης όχι μόνο σε μεγάλα, αλλά και σε μικρά ψάρια. Το κράτος, ακόμη και στις δίκαιες εκδοχές του όπως το κυνήγι της επικίνδυνης οδήγησης, παραμένει ένα οικοσύστημα συμβιωτισμού ή παρασιτισμού για μια μεγάλη ποικιλία πλασμάτων της αγοράς 

 Δεν θυμάμαι αν μεσολάβησαν ονειρικές συναντήσεις με το κράτος στη διάρκεια του σύντομου κι ανήσυχου ύπνου μου, το πρωί όμως, όταν ξεκίνησα τη γραφειοκρατία ανασύνταξης εν όψει της 30ήμερης στέρησης διπλώματος, παραλαβής του αυτοκινήτου από τη μάντρα με συνοδεία άλλου οδηγού και καταβολής μιας πρώτης δόσης της δίκαιης λυπητερής, έπεσα πάνω σε μια ειδοποίηση των ΕΛΤΑ για συστημένο. 

Η συνάντηση με το κράτος στην εκδοχή των δημόσιων συγκοινωνιών δεν ήταν κακή, αρκεί να έχεις χρόνο και υπομονή, αλλά η εκδοχή του δημόσιου ταχυδρομείου, σε ένα κατάστημα που γλίτωσε το λουκέτο, είχε κάτι θλιβερό: λίγοι πελάτες, μικρή αναμονή, σημάδι πως η μεθοδευμένη συρρίκνωση επιδρά, μια κυρία της καθαριότητας περνά νωχελικά τις γυάλινες επιφάνειες από δαχτυλιές με ένα μπλε υγρό κι ένα χαρτομάντιλο.

Παίρνω την επιστολή. Είναι από τον ΕΦΚΑ. Διότι ένας παραβάτης του ΚΟΚ στην έβδομη δεκαετία της ζωής του προφανώς έχει εκκρεμότητες με το ασφαλιστικό σύστημα - αλλά και με την αμεριμνησία της εργασιακής νιότης του, όταν το θρυλικό παράπονο του Ξανθόπουλου «Μάνα, δεν μου κολλάν τα ένσημα» ακουγόταν ως ανέκδοτο. Να όμως που μπορεί να εξελιχθεί σε βάσανο. Στη δι' αλληλογραφίας συνάντησή μου με το κράτος-ΕΦΚΑ διάβαζα, έστω και με καθυστέρηση ενάμιση χρόνου από σχετικό αίτημά μου, ότι τα ένσημα που μπορεί να μου κολλάγανε, αλλά εγώ έχασα, δεν υπάρχουν, όπως «δεν υπάρχετε ούτε σεις ούτε ο εργοδότης στο ταμείο ασφάλισης εκδοροσφαγέων -παράδειγμα, δεν ξέρω αν καν υπήρξε τέτοιο-, ήσασταν στα μητρώα του πριν καταργηθεί. "Μα εγώ δεν ζήτησα αυτό, δεν ανήκω στη συμπαθή τάξη των εκδοροσφαγέων..."». Η έσχατη εκκρεμότητά μου με το κράτος μένει επ' αόριστον ανοιχτή μέχρι την επόμενη συνάντηση. Ελπίζει κανείς με τη μορφή της σύνταξης. 

Στις διαδρομές μου μεταξύ σπιτιού, ΕΛΤΑ, Τροχαίας, καταστήματος ΕΦΚΑ, είχα και δύο αναπάντεχες συναντήσεις με το κράτος στην πιο συχνή εκδοχή του, αυτή της αστυνομίας, τουλάχιστον στην Αθήνα. Δύο φορές σε διάστημα μιάμισης ώρας στις εξόδους σταθμών του μετρό με σταμάτησαν ένστολοι για εξακρίβωση στοιχείων - και μένα κι άλλο κόσμο. «Ταυτότητα». Τη δίνω. Μιλάει τηλεφωνικά σε συνάδελφό του που προφανώς έχει μπροστά του κάποια βάση δεδομένων. «Ημεδαπός, όνομα, επώνυμο, αριθμός Χ... ΟΚ, ευχαριστώ συνάδελφε». Μου δίνει την ταυτότητα, «μπορείτε να πηγαίνετε, ευχαριστώ». «Τι είναι αυτό;» ρωτάω από περιέργεια. «Ελεγχοι για φυγόδικους ή φυγόποινους» απαντάει το όργανο. «Πιάνει κι αυτό;» λέω περιπαικτικά δείχνοντας τη ροζ κλήση για το αλκοτέστ. Ευτυχώς έχει χιούμορ. Απλώς χαμογελάει. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

«Το κράτος είστε εσείς». 

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ομιλία σε άντρες των ΜΑΤ το 1992



Sunday, January 11, 2026

Η Μ. Καρυστιανού και η αγορά παρρησίας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 10-11/1/2026

Πνύκα. Ποιος θέλει να ανέβει στο βήμα της; 


Η λέξη παρρησία, παρ’ ότι ο Φουκό έκανε φιλότιμη προσπάθεια να αποκαταστήσει τη βαρύτητα και τις μεταλλάξεις της στο πέρασμα των αιώνων, υπήρξε συστατικό στοιχείο της αθηναϊκής δημοκρατίας, θεωρητικά του αρτιότερου συστήματος αμεσοδημοκρατικής διακυβέρνησης, έστω κι αν αυτή αφορούσε τη δουλοκτητική ελίτ. Παν + ρήσις. Τα λέω όλα, μιλάω για τα πάντα, έχω γνώμη για όλα, λέω τη γνώμη μου ανοιχτά και με θάρρος. Η παρρησία ήταν απαιτητό στοιχείο ήθους για τους πολίτες της Αθήνας, οι περισσότεροι από τους οποίους όλο και από κάποιο θεσμικό όργανο της δημοκρατίας θα πέρναγαν υποχρεωτικά -η πολιτική λούφα απαγορευόταν ή αποδοκιμαζόταν-, είτε ήταν βοσκοί, αλλαντοπώλες, μανάβηδες, είτε φιλόσοφοι, έμποροι, πλοιοκτήτες. 

Εντάξει, ο Θουκυδίδης το έχει λίγο αποδομήσει όλο αυτό -«λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε ενός ανδρός αρχή»-, αλλά τυπικά στην αγορά του κλεινού άστεως, από Μαραθώνα ώς Ελευσίνα, κι από Αλιμο ώς Πάρνηθα, ο καθένας μπορούσε να γίνει πολιτικός. 

Είκοσι πέντε αιώνες μετά φαίνεται ότι η αγορά παρρησίας δεν χωράει στον κορσέ της αγοράς κομμάτων. Εχει δικαίωμα η Μ. Καρυστιανού να λέει τη γνώμη της για όλα; Δικαιούται να ξεφύγει από τον ρόλο της θυμωμένης μάνας; Μπορεί να σκέφτεται πολιτικά; Μπορεί να είναι πολιτικός; Δικαιούται να ιδρύσει κόμμα, ή έπρεπε να περιοριστεί στον ρόλο της τιμητικής υποψηφιότητας που ευχαρίστως θα της πρόσφεραν όλα τα κόμματα δεξιότερα και αριστερότερα της Ν.Δ.; Και σε τι διαφέρει η φιλοδοξία της Καρυστιανού από αυτήν του Βελόπουλου, του Νατσιού, της Ζωής, του Καρατζαφέρη, του Θεοδωράκη, του Σαμαρά, του Φάμελλου, του Χαρίτση, του Τσίπρα, του Μητσοτάκη, του Κουτσούμπα, αλλά και των ηγετίσκων του εξωκοινοβούλιου που έκαστος υπερασπίζεται το μικρομάγαζό του, λες και η κομματική αγορά απαιτεί ειδικές επαγγελματικές δεξιότητες ή κληρονομικό χάρισμα; 

Δεν λέω, και μένα μου ’πεσε βαρύ, ασαφές και υπερ-δεξιό το μανιφέστο Καρυστιανού, αλλά μήπως οι αφ’ υψηλού επικριτές της πρέπει να στοχαστούν πόσο δεξιότερα έχουν φέρει οι ίδιοι όλο το πολικό φάσμα, συμπολιτευόμενοι ή αντιπολιτευόμενοι; 


Saturday, January 3, 2026

Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 3-4/1/2026


Η Jean Seberg πωλήτρια της Herald Tribune στους δρόμους του Παρισιού, φορώντας το αντίστοιχο διαφημιστικό T-shirt. 1960, "Με κομμένη την ανάσα" του Γκοντάρ, με τον Μπελμοντό στα καλύτερά του. Τη δεκαετία του 1960 το να πουλάς εφημερίδα στους δρόμους ήταν τρέντι ακόμη και για μια καθωσπρέπει αμερικανική εφημερίδα...


Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός. Ή, για την ακρίβεια, οι άνθρωποι είναι ζωντανά πλάσματα, διαρκώς εξελισσόμενα μαζί με τα κατεξοχήν δημιουργήματά τους, τις λέξεις, τις φράσεις, τις γλώσσες, τις διαλέκτους, δηλαδή την υλική υπόσταση της σκέψης τους. Οι γηραιότεροι λοιδωρούμε και υποτιμούμε με ευκολία τις νεότερες γενιές, τη γενιά των σόσιαλ μίντια, του ίνστα και του τικτόκ, των σλανγκ της ψηφιακής επικοινωνίας, των μηνυμάτων που γράφονται στο πληκτρολόγιο των κινητών με ταχύτητα ήχου, αδιάφορα για την ορθογραφία και τη διδασκόμενη σύνταξη, γεμάτα αυθαίρετα περικεκομμένες λέξεις κι άλλες συντεθειμένες από άλλες, ασαφούς ετυμολογίας, αλλά ικανές να αποδώσουν ένα αντικείμενο, μια τάση, μια κοινωνική συμπεριφορά που μέχρι πρότινος δεν υπήρχε. 

Κανένας γλωσσαμυντορισμός, καμιά «αστυνομία έκφρασης» δεν μπορεί να αποτρέψει την αντιφατική επίδραση εκατομμυρίων χρηστών κάθε γλώσσας, την αέναη «δημιουργική καταστροφή» με την οποία οι άνθρωποι κάθε επιπέδου εκπαίδευσης, από τους πλήρως αναλφάβητους μέχρι τους κατόχους πανεπιστημιακής έδρας, σπάνε τους κανόνες, αχρηστεύουν παλιές λέξεις και φράσεις και δημιουργούν νέες, ακατάληπτες μέχρι να επικρατήσουν. Το λάθος –αυτό που σήμερα θεωρούμε λάθος– είναι ο πρόγονος του σωστού. 

Η διεργασία της γλωσσικής «δημιουργικής καταστροφής» δεν έχει μια φορά στην κλίμακα του χρόνου, από το παρελθόν προς το μέλλον, για να δημιουργήσει μια νέα εικόνα, να δώσει ένα νέο νόημα. Μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα. Η εποχή της ψηφιοποίησης παντός επιστητού επιτρέπει στους νέους ανθρώπους να βουτούν στις αποθήκες της αναλογικής εποχής, να δώσουν νέα ζωή σε φράσεις, ατάκες, κλισέ που σήμερα είναι ρετρό. Κάτι τέτοιο συνέβη με την ατάκα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» που έλεγε ο Γιάννης Μπέζος σε ένα επεισόδιο της προ 25ετίας σειράς «Ακρως οικογενειακόν». Γεμάτος απορία για την ευρεία χρήση τα τελευταία τρία χρόνια, ως σαρκαστικό σχόλιο σε εκτιμήσεις, «ειδήσεις», απόψεις ανυπόστατες, υπερβολικές, ψευδείς ή εντελώς παρωχημένες, αναζήτησα την προέλευση και τη σημασία της. 

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είχε να μου προτείνει τίποτα, αλλά βρήκα αρκετές αναρτήσεις με την άχρηστη πληροφορία της μέρας, της βδομάδας, του μήνα, που εξηγούσαν ότι την προ εικοσιπενταετίας ατάκα ο πάτερ φαμίλιας Μπέζος την είπε σε ένα επεισόδιο της σειράς για να σχολιάσει τον τίτλο εφημερίδας που ξεφύλλιζε: «Ο Παναθηναϊκός πάει φέτος για πρωτάθλημα»! Ο «γαύρος» ξύπνησε μέσα του και τρόλαρε την ενοχλητική πρόβλεψη με το ερώτημα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» Επειτα, η ατάκα έγινε meme για κάθε χρήση, έγινε σχόλιο αρχηγού κόμματος – του γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα που τρολάριζε τους ισχυρισμούς περί πρωτιάς της ΔΑΠ στις τελευταίες φοιτητικές εκλογές, έγινε κλιπάκι του Luben, μπήκε σε τίτλους ειδήσεων σε ενημερωτικές ιστοσελίδες («Γερμανία: Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» ήταν ο τίτλος ανάρτησης στο rosa.gr που σχολίαζε πόσο πολύ θυμίζουν Μεσοπόλεμο και περίοδο ανόδου των ναζί οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στην πρώην «ατμομηχανή» της Ε.Ε.). 

Το μόνο που δεν έχω εντοπίσει ακόμη είναι αν υπήρξε εφημερίδα που τόλμησε να χρησιμοποιήσει σε τίτλο τη σχεδόν retro ατάκα. Αλλά για ποια εφημερίδα θα μπορούσε να αναρωτηθεί μια εφημερίδα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;». Ολες οι εφημερίδες, οι έντυπες, οι χάρτινες, οι ασπρόμαυρες, οι έγχρωμες, οι μεγάλου σχήματος, οι ταμπλόιντ, οι πολιτικές, οι οικονομικές, οι αθλητικές, οι λάιφ στάιλ, οι καθημερινές, οι εβδομαδιαίες, οι παραταξιακές, οι κομματικές, έχουν το ίδιο υπαρξιακό πρόβλημα: οι νέοι άνθρωποι που τρολάρουν την πολιτική και λοιπή επικαιρότητα και αμφισβητούν την «αλήθεια» πομπωδών κυβερνητικών διακηρύξεων, ξύλινων κομματικών δεσμεύσεων, εξωραϊσμένων οικονομικών επιδόσεων με την ατάκα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» στην πλειονότητά τους δεν έχουν πιάσει εδώ και χρόνια, ίσως και ποτέ μέχρι σήμερα στη ζωή τους, μια κανονική, χάρτινη εφημερίδα. Κάποιοι μπορεί να μη γνωρίζουν καν ότι εξακοκολουθούν να κυκλοφορούν εφημερίδες, να μην έχουν προσέξει κάποιο από τα όλο και λιγότερα σημεία πώλησης εφημερίδων που έχουν μείνει στην Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις και τα ελάχιστα που υπάρχουν στην υπόλοιπη επικράτεια. Ακόμα και οι καλύτερα εκπαιδευμένοι γόνοι σχετικά μορφωμένων και πολιτικά μυημένων οικογενειών θα βλέπουν ως εξωγήινα πλάσματα τους ώριμους ή μεσήλικες γονείς τους τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα να διανύουν αρκετά χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο ή να περπατούν τουλάχιστον είκοσι λεπτά για να αγοράσουν την «εφημερίδα τους», όταν η ενημέρωση, μια τεράστια αγορά πληροφόρησης, παραπληροφόρησης, αντιπληροφόρησης, αποπληροφόρησης, είναι διαθέσιμη με μερικά κλικ στο κινητό, στο τάμπλετ, στο λάπτοπ, στο PC τους, στην «έξυπνη» τηλεόρασή τους. 

Κατά κάποιο τρόπο, η διατυπωμένη σε ανυποψίαστο χρόνο ατάκα του Γ. Μπέζου εξελίσσεται σε μια θλιβερή κυριολεξία για τον έγχαρτο Τύπο γενικώς, που για την τεράστια πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας –και όχι μόνο της ψηφιακής «πρωτοπορίας» της– έχει γίνει παρελθόν, retro συνήθεια, vintage αντικείμενο χωρίς την παραμικρή αντίσταση από τους βασικούς συντελεστές του: ιδιοκτήτες, επενδυτές, χρηματοδότες, δημοσιογράφους, τεχνικούς, διοικητικούς, διαφημιστές, διαφημιζόμενους. Ισως διόλου τυχαία η πιο πρόσφατη πρωτοβουλία-φιλοδοξία της αρμόδιας Ενωσης Ιδιοκτητών είναι η δημιουργία ενός «μουσείου ελληνικού Τύπου». Φαίνεται πως είναι μοιρολατρικά συμφιλιωμένη με την ιδέα ότι πολύ σύντομα το Μουσείο θα είναι ο μόνος χώρος όπου θα βρίσκει θέση η χάρτινη εφημερίδα, έπειτα από ιστορία τεσσάρων αιώνων στη μετά Γουτεμβέργιο εποχή. «Από πότε είναι αυτή, αλλά και κάθε εφημερίδα;» Από τις αρχές του 17ου αιώνα και μετά, όταν η εφημερίδα αποτελούσε ακόμη την κατά Μαρξ «πρωινή προσευχή του αστού» στις εμπορευματικές αυτοκρατορίες και στις βιομηχανικές δυνάμεις της Ευρώπης. Στις τυπωμένες σελίδες κάθε εφημερίδας συμπυκνωνόταν η οργανωμένη πρόταση του εκδότη –και της κοινωνικής ή πολιτικής ομάδας του– για το τι συμβαίνει στον κόσμο κάθε μέρα, στον μικρόκοσμο των εμπόρων ή στον μεγά-κοσμο των αποικιών σε όλες τις ηπείρους. 

Η υποχώρηση της έντυπης συγκροτημένης και επιλεγμένης πληροφόρησης –γιατί δεν είναι «είδηση» κάθε τι που συμβαίνει στον κόσμο– έναντι της ψηφιακής ενημερωτικής πλημμυρίδας από εκατομμύρια πηγές, χωρίς ιεράρχηση, χωρίς προτεραιότητες, χωρίς πλαισίωση, χωρίς ανάλυση και σύνθεση, είναι βεβαίως παγκόσμιο φαινόμενο και αργόσυρτα εξελισσόμενο εδώ και δυο δεκαετίες. Ωστόσο, πουθενά στον αναπτυγμένο ή αναπτυσσόμενο καπιταλιστικό κόσμο δεν έχει πάρει τις διαστάσεις που έχει πάρει στην Ελλάδα. Λες και είναι η ψηφιακή πρωτοπορία του πλανήτη, με μηδενικό ψηφιακό αναλφαβητισμό, μια Νεφελοκοκκυγία του παγκόσμιου icloud, η χώρα όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα βιάζεται να στείλει το χαρτί στο μουσείο, να εξαφανίσει το δίκτυο διανομής και πώλησης, να κάνει την εφημερίδα προϊστορία της ενημέρωσης, να αφήσει τη γενιά των memes ναυαγό σε έναν ωκεανό αποπληροφόρησης και σύγχυσης. 

Ζητούνται εθελοντές να διαψεύσουν τη «μοίρα» του τέλους της εφημερίδας. Οχι από προσκόλληση στην αναλογική προϊστορία, αλλά από διορατικότητα για τον ρόλο του Τύπου στη διαμόρφωση τάσεων και καταστάσεων. Από πότε σταμάτησε αυτός ο ρόλος;


Ο Κέιν και η ενημερωτική αυτοκρατορία του χαρτιού... 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Κέιν: Κύριε Κάρτερ, ορίστε ένας τρίστηλος τίτλος στην εφημερίδα Chronicle. Γιατί δεν έχει τρίστηλο τίτλο η εφημερίδα Inquirer;

Χέρμπερτ Κάρτερ: Η είδηση ​​δεν ήταν αρκετά μεγάλη.

Κέιν: Κύριε Κάρτερ, αν ο τίτλος είναι αρκετά μεγάλος, τότε κάνει και την είδηση ​​αρκετά μεγάλη.

Κύριος Μπερνστάιν: Σωστά, κύριε Κέιν.

Ορσον Γουέλς, «Πολίτης Κέιν» (1941)