15/10/2007

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (13/10/2007)

Αγαπητοί θεατές, είναι έθιμο να λέει ο καταδικασμένος σε θάνατο δυο-τρεις τελευταίες κουβέντες, έτσι για να λευτερώσει την ψυχή του και να ταξιδέψει πιο λαφριά στους ουρανούς. Λοιπόν, αξιότιμες κυρίες και δεσποινίδες και κύριοι, όσο και να σας φαίνεται περίεργο, είμαι αθώος. Γιατί τι κακό μπορεί να κάνει σε τούτο τον κόσμο ένας φουκαράς κατεργάρης μπροστά στους μεγαλοκατεργάρηδες της γης; Πάω στην κρεμάλα επειδή έκλεψα δυο δεκάρες, κι αυτοί που κλέβουν τον ιδρώτα του κοσμάκη θα πεθάνουν στα κρεβάτια τους. Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας; Σκότωσα για να μη με σκοτώσουν, κι αυτοί που σκοτώνουν για να κερδίσουν έχουν αγάλματα στις πλατείες. Με πνίγει το δίκιο μου και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Είμαι μικρός και μ’ έφαγε το ανάστημά μου…
Μπέρτολντ Μπρεχτ, « Η όπερα της πεντάρας»

08/10/2007

Το πένθος ταιριάζει στο ΠΑΣΟΚ (6/10/2007)

Πασόκος δεν υπήρξα ποτέ. Ούτε τόσο δα. Ούτε από μακριά. Μπορώ να πω, μάλιστα, ότι στο μεγαλύτερο μέρος του ενεργού και ανενεργού πολιτικού μου βίου υπήρξα αντιπασόκος. Μερικές φορές μέχρι εμπάθειας. Άλλοτε λόγω αριστερών συνδρόμων, άλλοτε λόγω αντικυβερνητικής αλλεργίας. Και το ΠΑΣΟΚ -ζωή να ’χει- στον τριαντατριάχρονο βίο του έχει υπάρξει κυρίως ως κυβέρνηση. Για 19 από τα 33 χρόνια του.

Αυτό αποτελεί από μόνο του μια φυσική ανισορροπία. Φανταστείτε έναν 33χρονο που ανακαλύπτει ότι πέρασαν τα καλύτερα χρόνια του με ελάχιστες ερωτικές εμπειρίες, χωρίς εφηβικές ανησυχίες, χωρίς νεανικές παραβάσεις, χωρίς περιπέτειες, ζαβολιές, παρασπονδίες και ρίσκα. Χωρίς γρατσουνιές, μώλωπες και σκισμένα ρούχα. Χωρίς να έχει νιώσει ποτέ την αδρεναλίνη του να ανεβαίνει στα ύψη. Σαν παρθένος που τον παρέδωσαν αμύητο στα χέρια ακριβής πόρνης, σε μπουρδέλο πολυτελείας. Όλη την εφηβεία, όλη τη νεανική ακμή του την πέρασε σε καθωσπρέπει σαλόνια, στα μέγαρα της εξουσίας, σε βαρετές δημόσιες σχέσεις. Τι στέρηση πρέπει να νιώθει! Ένας νέος, που το αίμα του θα έπρεπε να βράζει, να αισθάνεται ολάκερος νερόβραστος!

Το ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, είχε ελάχιστες εμπειρίες αντιπολίτευσης, σχεδόν δεν πέρασε παιδικές αρρώστιες, δεν πήρε ρίσκα εκτός εξουσίας κι όλες οι ρήξεις που υποσχέθηκε έγιναν καθωσπρέπει πολιτικές, στρογγυλές επιλογές, μελαγχολικοί συμβιβασμοί. Απ’ αυτούς που προσθέτουν πολλά χρήματα, περιττά κιλά και χοληστερίνη.

Θα μπορούσε κανείς να πει το ίδιο και για τη Νέα Δημοκρατία, αλλά στην πραγματικότητα αυτή δεν υπήρξε ποτέ το νέο κόμμα που ήταν το 1974 το ΠΑΣΟΚ. Η Ν.Δ. ήταν η αμήχανη, φυσική συνέχεια όλων των συντηρητικών μορφωμάτων της προδικτατορικής περιόδου, με τα ίδια πάνω κάτω υλικά, τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες φαμίλιες που συνδέονται με όλες τις εναλλαγές ανωμαλίας και ομαλότητας της μεταπολεμικής πολιτικής ιστορίας (αν υπήρξε ποτέ έστω κι ένα μικρό διάλειμμα ομαλότητας). Δεν πήρε χαμπάρι από τη μικρή ιδεολογική κοσμογονία που συνέβη στη Δικτατορία και λίγο μετά απ’ αυτήν.

Το ΠΑΣΟΚ ήταν κάτι πραγματικά καινούργιο. Όχι μόνο γιατί έφερε στο πολιτικό προσκήνιο την τρομακτικά απούσα στην Ελλάδα σοσιαλιστική συνιστώσα – πανταχού παρούσα σε όλη τη Δυτικοευρώπη εδώ και έναν αιώνα. Αλλά και γιατί έδωσε στην πολιτική διαπάλη ένα νέο περιεχόμενο, αντιπαραθέτοντας στον απολιτίκ διαχωρισμό «δημοκρατικών» και μη δυνάμεων, μια νέα κοινωνική πόλωση. Έστω και ρητορικά, έστω και μέσα σε έναν ωκεανό ιδεολογικών συγχύσεων και χοντροκομμένων πολιτικών δανείων από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, έφερνε στο κέντρο της πολιτικής τις κοινωνικές δυνάμεις. Έστω κι αν τις σκιαγραφούσε πολύ θολά, πολύ απλοϊκά. Κάτι τέτοιο, μέχρι το 1974, το έκανε μόνο το ΚΚΕ και η όλη Αριστερά. Η περίφημη πασοκική συμμαχία των μη προνομιούχων ήταν κάτι χειροπιαστό, ικανή να φιλοξενήσει στα ασαφή της σύνορα τους μισοπρολετάριους, τους μικροϊδιοκτήτες, τους μικρογαιοκτήμονες, τους μικροαστούς, τους μικροεπιχειρηματίες και όλο το εκκολαπτήριο των περίφημων νέων τζακιών που αργότερα εκσφενδονίστηκαν στο νεοελληνικό αστικό σύμπαν, μετέωροι ανάμεσα στον παρασιτισμό και την οικονομική καινοτομία. Αυτή η ανεπιτήδευτη ασάφεια της πασοκικής κοινωνικής συμμαχίας των μη προνομιούχων αντιστοιχούσε λίγο-πολύ και στον ολότελα ρευστό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας, στα δυσδιάκριτα σύνορα των τάξεων που δύσκολα μπορούσαν να ταυτοποιηθούν με το διπολικό σχήμα της Αριστεράς «αστοί και προλετάριοι». Οι αγρότες που συνέχιζαν να συνωστίζονται στις πόλεις, οι μισθωτοί που συνωθούνταν στον διαρκώς διογκούμενο κρατικό τομέα, οι έκπτωτοι προλετάριοι – θύματα της αποβιομηχάνισης, οι τεχνίτες και οι επαγγελματίες, που δοκίμαζαν τις δυνάμεις τους στη «δική τους δουλειά», διψούσαν για οικονομικές και κοινωνικές ευκαιρίες. Όλες τους οι προσδοκίες αποτυπώθηκαν σαρωτικά στην πολιτική πλημμυρίδα ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80.

Μην το ψάχνετε πολύ, μην ανοίγετε βαρύγδουπα εγχειρίδια πολιτικοοικονομικής ανάλυσης του μεταπολιτευτικού κοινωνικού μετασχηματισμού (παρ’ ότι υπάρχουν πολλά με τα οποία μπορείτε, κυρίως, να διασκεδάσετε). Ψάξτε το εμπειρικά, ανάμεσά σας, στο περιβάλλον σας. Αν έχετε περάσει το κατώφλι των 40, έχετε δει προφανώς αρκετούς παλιούς φίλους, γνωστούς, συμμαθητές, συμφοιτητές, συναδέλφους, συγγενείς να ανεβαίνουν θεαματικά στα ρετιρέ της κοινωνικής κλίμακας: λογιστές να γίνονται τραπεζίτες, προσωπάρχες να εξελίσσονται σε ιδιοκτήτες ομίλων, φατουρατζήδες να μεταμορφώνονται σε μεγαλοεργολάβους, τυχοδιώκτες να εκτοξεύονται στην κορυφή των επενδύσεων, μικρομαγαζάτορες να είναι ιδιοκτήτες βιομηχανικών κολοσσών ή μεγάλων εμπορικών αλυσίδων. Όλοι τους είναι προϊόντα του «αιώνα ΠΑΣΟΚ» (που ήταν πολύ μικρότερος από αιώνα). Όλοι τους του οφείλουν είτε την προνομιακή τους σχέση με τις κρατικές προμήθειες είτε τη γενναιόδωρη πολιτική αρωγή στην οικονομική τους μεγέθυνση.

Το κυβερνοΠΑΣΟΚ έφτιαξε νέα μεγάλα τζάκια, αλλά και νέα μεσαία και μικρά τζάκια. Ο μετασχηματισμός στον οποίο συνέβαλε μπορεί να μην αφορούσε την πλειοψηφία των «μη προνομιούχων» που τελικά έμειναν ανέστιοι (χωρίς τζάκια), αλλά αφορούσε αρκετούς. Λίγο με το κοινοτικό χρήμα, λίγο με το κρατικό χρήμα, που γνώρισε μέρες ακμής χάρη στην πρωτοφανή διεύρυνση της φορολογικής βάσης (κάποτε φορολογείτο όχι πάνω από το 10% των ψηφοφόρων, σήμερα πάνω από το 50%), συνέβαλε στην πιο θεαματική αναδιανομή εισοδήματος των μεταπολεμικών χρόνων. Ο κοινωνικός πλούτος ξέφυγε από τον ασφυκτικό έλεγχο της πολύ στενής οικονομικής ελίτ, των παραδοσιακών αστών που στήριζαν με σθένος το συντηρητικό πόλο του πολιτικού συστήματος (και φυσικά όλες τις αυταρχικές εκτροπές της μεταπολεμικής περιόδου). Διαχύθηκε σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, έστω και με όρους στρεβλούς, αντιπαραγωγικούς, ληστρικούς ή και καταστροφικούς γι’ αυτό που αποκαλούμε «εθνική οικονομία». Κι αυτά τα στρώματα, αυτές οι μικρές και μεγάλες νησίδες ευνοημένων, κάθετα διασπαρμένες στην κοινωνική πυραμίδα, στήριξαν με πάθος τον νέο πολιτικό πόλο για 19 χρόνια. Και στην περίοδο του «σοσιαλισμού» του και στην περίοδο της «σταθεροποίησης» και στην έσχατη εκδοχή του «εκσυγχρονισμού» του.

Αλλά αυτή η «προσφορά» του ΠΑΣΟΚ είναι και η θεμελιώδης αδυναμία του. Διαμόρφωσε μια τυχοδιωκτική, παρασιτική σχέση με τα στρώματα που ευνόησε. Ιδιαίτερα με τα οικονομικά ισχυρότερα. Κι αυτά του στρέφουν σήμερα την πλάτη, με τον τυχοδιωκτισμό και τον παρασιτισμό που το ίδιο τους εμφύσησε. Συνωστίζονται στον άλλο, συντηρητικό, πόλο της εξουσίας που εγγυάται, τουλάχιστον, διασφάλιση των κεκτημένων. Τους βρυχηθμούς για μεταρρυθμίσεις, μαχαίρια που φτάνουν στο κόκαλο, εξυγίανση στις σχέσεις δημόσιας και ιδιωτικής οικονομίας δεν τους παίρνουν τοις μετρητοίς. Το έμαθαν πια: σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει.

Το ΠΑΣΟΚ περνά, λοιπόν, αναγκαστικά σε μια μακρά περίοδο πένθους, βαθιάς λύπης – όπως γλαφυρά λέει και ξαναλέει ο Βενιζέλος. Τι πενθεί; Πρώτον, έναν θάνατο. Τον θάνατο της νεότητάς του, σπαταλημένης σε μια μακρόχρονη σχέση με την εξουσία, η οποία του ρούφηξε όλη την ικμάδα. Δεύτερον, ένα διαζύγιο. Το διαζύγιο με το κοινωνικό συνονθύλευμα που ήταν κάποτε οι «μη προνομιούχοι», αλλά χάθηκε μέσα στον χυλό του μεσαίου χώρου, μεταλλάχθηκε, διαφοροποιήθηκε και διασπάστηκε. Κάποιοι μεταμορφώθηκαν σε προνομιούχους, σε τροφίμους του κρατικού πρυτανείου, σε ευνοούμενους του Μίδα. Άλλοι έμειναν στάσιμοι, «μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας». Κι άλλοι ρίχτηκαν στον κοινωνικό Καιάδα και βρίσκονται ίσως σε χειρότερο σημείο από τότε που πίστεψαν διαδοχικά τις επαγγελίες του σοσιαλισμού, της αλλαγής, της προόδου ή του εκσυγχρονισμού.

Αλλά το πένθος -λένε οι ψυχολόγοι- έχει έναν βαθύτατα παιδαγωγικό, λυτρωτικό χαρακτήρα. Ισχύει για πρόσωπα, ενδεχομένως να μπορεί να ισχύσει και για συλλογικότητες. Καταβυθιζόμενο στη θλίψη του, το ΠΑΣΟΚ έχει τρεις ιστορικές ευκαιρίες: Πρώτον, να γίνει κόμμα – διότι ουδέποτε υπήρξε κάτι παραπάνω από μια λέσχη φίλων της εξουσίας, ένα κόμμα-κράτος, ένα «κίνημα» αλλά χωρίς πολλά-πολλά με τα κινήματα. Να μαλώσει με τον εαυτό του, να παίξει ξύλο, να αντιπαρατεθεί, να γίνει ένας ζωντανός πολιτικός οργανισμός, που διαφωνεί, συντίθεται, ενδεχομένως και αποσυντίθεται ή διασπάται. Δεύτερον, ν’ αναζητήσει καινούργιους φίλους, συμμάχους, πιθανότατα στα στρώματα που έμειναν έξω από το εικοσάχρονο πανηγύρι της εξουσίας, αποκλεισμένα και πεινασμένα. Το να αναλωθεί στην ανακατάληψη του χώρου που έχει ήδη αλώσει η Νέα Δημοκρατία είναι περιττός κόπος. Πόσα κεντρώα κόμματα χρειάζεται αυτή η κοινωνία πια; Νισάφι! Τρίτον, το ΠΑΣΟΚ έχει την ευκαιρία να γίνει αυτό που έπρεπε να είναι ήδη από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, αλλά δεν έγινε ποτέ. Η αριστερή σοσιαλδημοκρατία που δεν διέθετε ποτέ το ελληνικό κομματικό σύστημα, η πολιτική δύναμη που θα πάψει να βλέπει την επέκεινα Αριστερά σαν ορντέβρ πριν το μεγάλο φαγοπότι.
Τι μπορεί να προκύψει απ’ αυτή τη νέα χημεία; Μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας; (Ησυχάστε, η λέξη τουλάχιστον, δεν δαγκώνει). Άγνωστο, αλλά είναι μια ευκαιρία για να ξεφύγουμε απ’ τον απίστευτο πολιτικό πολτό που καταναλώνουμε εδώ και δεκαετίες.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (6/10/2007)

…Η άποψη για τις «σοσιαλιστικές νησίδες» στα πλαίσια του ελληνικού καπιταλισμού είναι φυσική συνέπεια της σοσιαλρεφορμιστικής θεωρίας για βαθμιαίο, χωρίς άλματα, πέρασμα στον σοσιαλισμό, με την ανοχή της αστικής τάξης που είτε πιάνεται στον «ύπνο» είτε, επειδή είναι «καλή», «εθνική» και «παραγωγική», συγκατατίθεται στη βαθμιαία εξελικτική πορεία προς το σοσιαλισμό. Η άποψη αυτή απορρέει, επίσης, από το χαρακτηριστικό για τους σοσιαλρεφορμιστές μπέρδεμα ανάμεσα στο μέσο και στο σκοπό. Μπέρδεμα που οδηγεί το ΠΑΣΟΚ, συχνά, στη διατύπωση της γνώμης ότι κάθε δημοκρατική μεταρρύθμιση, ακόμα και κάθε εκσυγχρονιστικό μέτρο του κρατικομονοπωλιακού συστήματος, είναι ένα κομμάτι σοσιαλισμού.
Νίκου Κοτζιά, «Ο Τρίτος Δρόμος του ΠΑΣΟΚ» (1983)

01/10/2007

Ο αιώνας των άκρων στη Μεσαιοχώρα (29/9/2007)

Μέχρι πρότινος όλα ήταν κεντροβαρή στη Μεσαιοχώρα. Η πολιτική και τα κόμματα είχαν κατσικωθεί στο κέντρο της πολιτικής κλίμακας. Ό,τι βρισκόταν αριστερότερα ή δεξιότερα του νοητού-ανοήτου μέσου της οριζόταν ως άκρο. Ο,τι ήταν μεσαίο αποθεωνόταν. Οι πολιτικοί είχαν σταματήσει να αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί ή δεξιοί, με όλες τις ενδιάμεσες διαβαθμίσεις. Προτιμούσαν να παρουσιάζονται ως μέσοι, μεσαίτεροι και μεσαίτατοι. Η Μεσαιοχώρα είχε μετατραπεί σ’ ένα είδος Άσπρου Νάνου του κοινωνικού σύμπαντος, συμπυκνωμένη στο κέντρο της. Η κοινωνική πυραμίδα, λες και είχε στερηθεί την κορυφή και τη βάση της, ομφαλοσκοπούσε περί το μέσον της, τους μεσοχωρίτες της. Οι τεχνοκράτες συνιστούσαν για όλα τα προβλήματα μέσες λύσεις. Οι φοροτέχνες έβαζαν όλοι τους την τέχνη για να σώσουν τις περιουσίες των μεσόπλουτων. Ο μεσοτόμος Σολομών ήταν ο αγαπημένος τους ήρωας. Οι συνθέτες εξυμνούσαν τη μεσαία τάξη. Ο μεσεγγυητές, οι μεσίτες, οι μεσολαβητές και οι μεσάζοντες ήταν τα αγαπημένα επαγγέλματα. Ακόμη και οι ράφτες είχαν πάψει να ρωτούν τους πελάτες τους αν ήσαν αριστεροί ή δεξιοί ώστε να δώσουν την κατάλληλη κλίση στους καβάλους των παντελονιών. Τους θεωρούσαν όλους «μέσους». Η φράση «μέσες-άκρες» είχε αυστηρά λογοκριθεί κατά το δεύτερο ήμισυ. Και οι πολιτικοί ηγέτες ορκίζονταν πως προτιμούν να βρεθούν εκτός εξουσίας παρά να διανοηθούν το αδιανόητο: την συνεργασία με τα άκρα.

Τι συνέβη κι όλα ανατράπηκαν τόσο θεαματικά στη Μεσαιοχώρα, δεν είναι σαφές. Όλα πάντως έγιναν μέρα-μεσημέρι, ενώ ο ήλιος μεσουρανούσε. Μέχρι το μεσονύκτιο η Μεσαιοχώρα είχε σχεδόν μεταλλαχθεί σε Ακροχώρα – αν και ουδείς διανοήθηκε να προτείνει τη μετονομασία της.

Ούτε εξέγερση μεσολάβησε, ούτε επανάσταση, ούτε σημειώθηκε θεαματική ανατροπή στην εκλογική διάταξη δυνάμεων της Μεσαιοχώρας. Ούτε καν κυβέρνηση άλλαξε. Κι όμως, στην παραδοσιακή πολιτική κλίμακα παρατηρούνταν πραγματικός συνωστισμός στα αριστερά και στα δεξιά. Μεγαλύτερος και από τον συνωστισμό στο λιμάνι της Σμύρνης το 1922. Χωρίς καταστροφή όμως. Οι μετατοπίσεις πραγματοποιούνταν ως εξής: Η ακροδεξιά αντιπολίτευση έκανε στροφή στη Δεξιοκεντροαριστερά. Η κεντροδεξιά κυβέρνηση έκανε αμφίπλευρη στροφή στην Κεντροαριστερά και στην Ακροδεξιά. Η κεντροαριστερή αντιπολίτευση έκανε στροφή στα αριστερά (σκέτα). Η κοινοβουλευτική Αριστερά μετατοπίστηκε στην Αριστεροαριστερά. Και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, έχοντας χάσει και το τελευταίο χιλιοστό από τον ήδη ελάχιστο ζωτικό της χώρο, αναγκάστηκε να κάνει στροφή προς τα δεξιά.

Σαν κάποιος μαγικός άνεμος να είχε φυσήξει και να ωθούσε τους πάντες πέρα από το νοητό κέντρο της πολιτικής κλίμακας. Πολιτικούς, επικοινωνιολόγους, δημοσκόπους, γραφειοκράτες, επιχειρηματίες, ακόμη και τραπεζίτες. Ένας μαζικός έρωτας σε ό,τι δηλώνει και δηλώνεται αριστερό ή δεξιό είχε κατακλύσει τη Μεσαιοχώρα. Τη μεσότητα αντικατέστησε η ακρότητα. Οι μεσόπλουτοι έπεσαν σε παρακμή. Όλοι ασχολούνταν με τους πάμπτωχους και τους ζάπλουτους. Τα νέα ανερχόμενα επαγγέλματα ήσαν οι ακροβάτες, οι ακροβολιστές, οι ακρολόγοι και οι ακρωτηριαστές (σωμάτων, κομμάτων, σχολικών βιβλίων). Οι ράφτες πελάγωσαν γιατί έπρεπε να ξαναμάθουν την παλιά τεχνική για αριστερόστροφους και δεξιόστροφους καβάλους. Έγινε της μόδας ν’ αφήνουν οι γονείς απερίτμητη την ακροβυστία των αρσενικών τους παιδιών. Ακόμη κι οι διατροφικές συνήθειες άλλαξαν και οι (πρώην) Μεσοχωρίτες έμαθαν να τρώνε τα κρέατά τους ακρόκαυστα, «σενιάν», σαν τους Ευρωπαίους. Το real estate μετέθεσε το κέντρο δράσης του στις ακροπόλεις και στα ακρωτήρια. Οι αναλογιστές των ασφαλιστικών ταμείων έπαψαν ν’ ασχολούνται με τους μεσόλευκους και τους μεσόκοπους της εργασίας. Μετέθεσαν όλη τους την τρυφερότητα στους υπέργηρους και όλη τους τη σκληράδα στους νεόκοπους του ασφαλιστικού σύμπαντος. Ο αιώνας των άκρων ανέτειλε στη Μεσαιοχώρα. (Οι μαθηματικοί και οι γεωμέτρες, βεβαίως, είχαν τις αντιρρήσεις τους. Επεσήμαιναν ακροθιγώς ότι στην πραγματικότητα οι ευθείες δεν έχουν άκρα ούτε μέσον, αφού εκτείνονται στο άπειρον. Αλλά ποιος να τους ακούσει;).

Η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος, ενθαρρυμένη από το γεγονός ότι η πρώτη της θητεία δεν αποδείχθηκε μεσοβασιλεία, είχε επιβάλει σε όλους τους βουλευτές και πολιτευτές της να παρακολουθήσουν τρίμηνα εντατικά σεμινάρια πατριωτισμού και κοινωνικής πολιτικής. Στο τέλος των σεμιναρίων, οι βουλευτές εξετάζονταν σε ερωτήματα του είδους: «Τι εστί κοινωνικό κράτος; Είστε υπέρ της αναδιανεμητικής οικονομικής πολιτικής; Ποια στρώματα απαρτίζουν την ευρεία συμμαχία των μη προνομιούχων; Τι συνέβη στη Σμύρνη το 1922; Ποιοι είναι οι προαιώνιοι εχθροί του έθνους; Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;». Επίσης, όλοι οι κρατικοί αξιωματούχοι υποχρεώνονταν να απαγγείλουν – και μάλιστα ενώπιον ιερέα: «Αποτάσση τη αγορά; Και πάσι τοις έργοις αυτής; Και πάση τη λατρεία αυτής; Και πάσι τοις αγγέλοις αυτής; Και πάση τη πομπή αυτής;». «Αποτάσσομαι», ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει ο κατηχούμενος αξιωματούχος. Και ακολουθούσε η απαγγελία του συμβόλου της εθνικής και κοινωνικής πίστεως. Σταδιακά, από το κυβερνητικό λεξιλόγιο εκτοπίστηκαν άλλοτε αγαπημένες λέξεις, όπως: αγορά, μεσαίος χώρος, ελεύθερος ανταγωνισμός, παγκοσμιοποίηση, φιλελευθεροποίηση, κέρδος, λαϊκός καπιταλισμός, νεοφιλελευθερισμός. Έδωσαν τη θέση τους σε λέξεις όπως: κράτος πρόνοιας, ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός, έλεγχος κερδοσκοπίας, αναδιανομή εθνικού πλούτου, πατριωτικός καπιταλισμός, εθνική οικονομία, κοινωνική αλληλεγγύη. Ένα νέο φρέσκο αεράκι ανανεωμένου εθνισμού ανάμικτου με σοσιαλμανία έπνεε στη φιλελεύθερη παράταξη που ανάρτησε πλάι στις φωτογραφίες του ιδρυτή της και αυτές του Παναγή Παπαληγούρα, της Πηνελόπης Δέλτα (αλλά και της κ. Μ. Ρεπούση, εσταυρωμένης δεξιά του Άγνωστου Στρατιώτη).

Πιο θεαματική ήταν η μετάλλαξη στο κατεξοχήν κέντρο της πολιτικής κλίμακας. Η αξιωματική αντιπολίτευση, αφού είχε υποστεί την πολυετή ανακαίνιση του εκσυγχρονισμού, αφού μεσουράνησε επί εικοσαετία στο νοητό μέσον της κοινωνίας και της πολιτικής, αφού είχε περάσει τον Ρουβίκωνα της αγοράς -και παρά λίγο να πνιγεί στο μέσον του- αφού είχε εμβολιάσει τους πολίτες στην πολιτική της μεσότητος ( ήτοι της μετριότητος), τώρα βουτούσε στα βαθιά νερά της νεκραναστημένης πάλης των τάξεων. Οι επίδοξοι ηγέτες της, ο ένας με μέση δαχτυλίδι κι ο άλλος χωρίς ίχνος μέσης, εμφανίζονταν πλέον ακρομανείς, ακρόχολοι και ακρότονοι, αν και επικίνδυνα ακροσφαλείς. Υπόσχονταν να οδηγήσουν το κόμμα στο αριστερότερο άκρο του, καθένας απ’ τον δικό του δρόμο και τελικά στο μόνο επιθυμητό άκρο, την εξουσία. Το πλήρωμα του κομματικού σκάφους ζαλίστηκε μέχρι ναυτίας από την αριστερόστροφη πλεύση του κι όλοι κοίταζαν με δέος τα νερά, έτοιμοι να ναυαγήσουν. Ευτυχώς, κίνδυνος να θρηνήσουν θύματα δεν υπήρχε. Οι καπεταναίοι ήσαν ακρόπλοοι: έπλεαν στα αβαθή.

Αφού η νέα πολιτική ορθότητα έφερε στη μόδα ό,τι αριστερό και δεξιό, στα ίδια τα κατά συνθήκη άκρα της πολιτικής κλίμακας, στην Αριστερά και στην ντεμέκ (μακεδονιστί) Ακροδεξιά, επικράτησε μεν θεσμική ευδαιμονία, αλλά και μια μικρή ιδεολογική αποσταθεροποίηση. Αφού η νέα ορθοδοξία επέτρεπε πια στους πιστούς της να κάνουν τον σταυρό τους με τ’ αριστερό και να μουντζώνουν με το δεξί, μήπως ήταν η ώρα να προβάλουν τα πνευματικά τους δικαιώματα στο τι εστί αριστερό και το δεξιό; Προσέφυγαν λοιπόν στο δικαστήριο, το οποίο, για να αποφευχθεί η σύγχυση, επέβαλε τη δημιουργία οργανισμού πιστοποίησης. Μάλιστα, καθώς ο ΕΛΟΤ ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί στη ζήτηση για την πιστοποίηση αριστερών και δεξιών πολιτικών, προγραμμάτων, συνθημάτων και προσώπων, δημιουργήθηκαν κι άλλοι οργανισμοί πιστοποίησης, κατά τα πρότυπα πιστοποίησης των βιολογικών προϊόντων.

Έτσι, η νέα λαγνεία των άκρων αγκάλιασε όλες τις πνευματικές, πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της Μεσαιοχώρας, που ωστόσο εξακολουθούσε να πλέει στο μέσο του πουθενά. Αρκετοί μεσοχωρίτες διατήρησαν πάντως την παλιά, μεσαία τους συνήθεια: όταν μπούχτιζαν από τις ακρότητες έτειναν τον μεσοδάκτυλο, στο γνωστό φαλλικό συμβολισμό που σημαίνει: fuck you!

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (29/9/2007)

…Ένα μέρος για εργασία, άλλο για στέγαση, ένα τρίτο για αγορές, ένα τέταρτο για μάθηση, ένα πέμπτο για διασκέδαση. Ο τρόπος με τον οποίο ο χώρος οργανώνεται συνεχίζει την αποσύνθεση των ανθρώπων που ξεκίνησε με τη διαίρεση της εργασίας μέσα στο εργοστάσιο. Κόβει το κάθε άτομο σε μερίδες, κόβει τον χρόνο μας, τη ζωή μας σε ξεχωριστά κομμάτια, έτσι ώστε σε καθένα από αυτά να είμαστε παθητικοί καταναλωτές στο έλεος των εμπόρων, έτσι ώστε ποτέ να μην συμβαίνει η εργασία, η κουλτούρα, ο πολιτισμός, η ευχαρίστηση, η ικανοποίηση των αναγκών και η προσωπική μας ζωή να μπορούν και να πρέπει να αποτελούν ένα πράγμα: Μια ενοποιημένη ζωή που διατηρείται από την κοινωνική δομή της κοινότητας.
Αντρέ Γκορζ, «Η κοινωνική ιδεολογία του αυτοκινήτου», 1973

Με τους μουλάδες, αδελφές μου, με τους μουλάδες

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 26/9/2026   Οσοι περιμένατε τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για να δει άσπρη μέρα- ή μαύρη, αν είστε του ντίζελ- το ρεζ...