19/03/2011

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (19/3/2011)

«Ένας πάρα πολύ δυνατός σεισμός. Προβλέπεται να χτυπήσει το Τόκιο στις 18 Φεβρουαρίου, στις οκτώμισι το πρωί. Σε τρεις μέρες από σήμερα. Ένας σεισμός πολύ μεγαλύτερος απ’ αυτόν που έπληξε το Κόμπε τον περασμένο μήνα. Ο αριθμός των νεκρών από έναν σεισμό αυτού του μεγέθους θα υπερβεί τους εκατόν πενήντα χιλιάδες – κυρίως λόγω ατυχημάτων στο δίκτυο των συγκοινωνιών: εκτροχιασμοί, πτώση οχημάτων, συγκρούσεις, κατάρρευση εναερίων αυτοκινητοδρόμων και των σιδηροδρομικών γραμμών, κατάρρευση του υπογείου σιδηροδρόμου, ανατίναξη των φορτηγών καυσίμων. Τα κτίρια θα μεταμορφωθούν σε σωρούς από μπάζα, οι ένοικοί τους θα γίνουν λιώμα. Φωτιές παντού, το οδικό δίκτυο υπό διάλυση, τα ασθενοφόρα και τα πυροσβεστικά οχήματα άχρηστα, άνθρωποι σωριασμένοι παντού, να πεθαίνουν. Εκατόν πενήντα χιλιάδες άνθρωποι! Αληθινή κόλαση. Ο κόσμος θ’ αναγκαστεί να συνειδητοποιήσει πόσο εύθραυστη είναι αυτή η πιεστική κοινωνική σύμβαση που λέγεται “πόλη”», είπε ο Βάτραχος κουνώντας με νόημα το κεφάλι. «Το επίκεντρο θα είναι κοντά στο υποκατάστημα του Σιντζούκου».
«Κοντά στο υποκατάστημα του Σιντζούκου;».
«Πιο συγκεκριμένα, θα χτυπήσει ακριβώς κάτω από το υποκατάστημα του Σιντζούκου της Τράπεζας Ασφαλούς Πίστεως του Τόκιο».
Απλώθηκε βαθιά σιωπή.
«Κι εσύ», είπε ο Καταγκίρι, «σχεδιάζεις να σταματήσεις αυτό το σεισμό;».
«Ακριβώς», έγνεψε ο Βάτραχος. «Αυτό ακριβώς προτείνω να γίνει. Εσύ κι εγώ θα πάμε υπογείως κάτω από το υποκατάστημα του Σιντζούκου της Τράπεζας Ασφαλούς Πίστεως του Τόκιο ν’ αναμετρηθούμε με το Σκουλήκι».

Χαρούκι Μουρακάμι, «Μετά το σεισμό»

12/03/2011

Νεκροζώντανοι (12/3/2011)

«Δώστε μου 20 κιλά ζωή και 10 κιλά αυτοδιάθεση. Να τα στείλετε στο σπίτι. Τι χρωστάω;». Μα, μπαίνουν στο ζύγι τα έννομα αγαθά, τα δικαιώματα; Φυσικά. Στο νομικό μας σούπερ μάρκετ ζυγίζονται και τιμολογούνται. Θεωρητικώς, το απόλυτο δικαίωμα είναι το δικαίωμα στη ζωή, όλα τα άλλα είναι παρελκόμενα. Κάπως έτσι, οι δικαστές που άσκησαν δίωξη εναντίον όσων υποτίθεται ότι ξεπέρασαν τα όρια αλληλεγγύης στους μετανάστες απεργούς πείνας έκριναν ότι η άρνηση των μεταναστών να σιτισθούν ήταν μεν δικαίωμά τους, έκφραση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση, αλλά υποδεέστερο του δικαιώματος στη ζωή. Και σωστά, κατά την κρατούσα ερμηνεία του συντάγματος και του Ποινικού Κώδικα.

« Όλοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων», λέει το άρθρο 5 παρ. 2 του συντάγματος. Κι αυτή η παράθεση των δικαιωμάτων ερμηνεύεται και σαν κάποιου είδους ιεράρχησή τους, παρ’ ότι η αμέσως προηγούμενη παράγραφος 1 μοιάζει να βάζει στο πρώτο σκαλί των αστικών δικαιωμάτων το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του». Πλην όμως η αυτοδιάθεση εμετρήθη εζυγίσθη και ευρέθη ελλιπής. Όπως το βάρος των απεργών πείνας που ήρθαν αντιμέτωποι με τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.

Τελικά, ποιος νίκησε στην Υπατία; Η ζωή ή η αυτοδιάθεση; Η κυβέρνηση, που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε την πρώτη, ή οι μετανάστες που τόλμησαν να διαλέξουν τη δεύτερη, φλερτάροντας με τον θάνατο; Ή έληξε με ισοπαλία; Παρ’ ότι ελάχιστοι μπορούν να αμφισβητήσουν ανοικτά την ηθική νίκη που πέτυχαν οι απεργοί πείνας, έχει σημασία να αναρωτηθούμε αν η νίκη αυτή επιτεύχθηκε στο έδαφος του διλήμματος «ζωή ή αυτοδιάθεση;». Θαρρώ πως η αναμέτρηση έγινε σε ένα τελείως διαφορετικό πεδίο. Στην αναίρεση του διλήμματος. «Είμαστε μόνοι, ασυγχώρητα μόνοι. Αυτό εκφράζω λέγοντας πως ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Καταδικασμένος γιατί δεν έπλασε μόνος του τον εαυτό του κι ωστόσο ταυτόχρονα ελεύθερος γιατί από τη στιγμή που βρέθηκε στον κόσμο είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει…», έγραφε ο Σαρτρ, υποδεικνύοντας ότι το δίλημμα «ζωή ή αυτοδιάθεση» δεν υπάρχει. Η ζωή είναι αδιανόητη χωρίς την αυτοδιάθεση, και η δεύτερη είναι το απόλυτο, αδιαμφισβήτητο περιεχόμενό της. Ακόμη κι όταν ο καταδικασμένος σε ανίατη, θανατηφόρα αρρώστια επιλέγει να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα. Ή όταν ο απελπισμένος Άραβας του Μαγκρέμπ αυτοπυρπολείται στέλνοντας ένα δυναμικό μήνυμα χειραφέτησης σε εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά και όταν ένας μετανάστης βάζει σε κίνδυνο τη ζωή του για να εξασφαλίσει τους απλούστερους όρους της ύπαρξής του: το δικαίωμα να βρίσκεται σε μια χώρα, να αναζητήσει δουλειά, να αμειφθεί και να ασφαλιστεί νόμιμα γι’ αυτήν.

Στον αντίποδα αυτής της απόλυτης σύζευξης ζωής και ελευθερίας, βρίσκεται η κυβερνητική και δικαστική διάζευξη που, ανεξάρτητα από τις πολιτικές σκοπιμότητες και ιδιοτέλειές της, καταλήγει σε έναν φιλοσοφικό παραλογισμό: Σημασία έχει να ζεις, όχι πώς ζεις. Ακόμη κι αν ο τρόπος που ζεις, τα ασφυκτικά όρια ελευθερίας-ανελευθερίας αναιρούν τη δυνατότητα να ζεις (αυτό έγινε οδυνηρή κυριολεξία στα Χανιά, όταν την περασμένη Κυριακή δεκάδες μισθωτοί σκλάβοι από το Μπαγκλαντές, υπάλληλοι νοτιοκορεάτικης εταιρείας με έδρα τη φλεγόμενη Λιβύη που ναύλωσε ελληνικό πλοίο θεωρούμενο ξένο έδαφος -όλες οι «ελευθερίες» του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού συμπυκνωμένες σε μια πλωτή φυλακή-, έπεσαν στα παγωμένα νερά στη θέα των αστυνομικών και της βέβαιης απέλασης. Να πώς ο περιορισμός της αυτοδιάθεσης αναιρεί την ίδια τη ζωή).

Σε τελευταία ανάλυση, το να στρέφεις την ελευθερία ενάντια στη ζωή και αντιστρόφως καταλήγει στο να καταδικάζεις τους δικαιούχους των δύο εννόμων αγαθών σε μια κατάσταση ζωντανών-νεκρών. Ήτοι ζόμπι. Σκάσε και τρώγε. Σου εξασφαλίζουμε την ελευθερία να ζεις, σε εξαναγκάζουμε μάλιστα να ζεις, αν και δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι θα έχεις τα μέσα για να ζεις. Σκάσε και τρώγε, λοιπόν. Και πιες, ανάσανε, βήξε, μάσα, φτύσε, ρούφα, φύσα, κουνήσου, σήκω, κάτσε, περπάτα, κοιμήσου, ξύπνα, κατούρα, δες, άκου, μίλα, ξανασκάσε, για να βεβαιωθούμε ότι είσαι ζωντανός, ότι όλες οι ζωτικές σου λειτουργίες είναι ακμαίες, κι αν κάποιες απ’ αυτές υπολειτουργούν, εν ανάγκη θα σε διασωληνώσουμε, θα υποστηρίξουμε μηχανικά την αναπνοή του. Σε θέλουμε ζωντανό, τουλάχιστον τόσο ζωντανό όσο και ένας κλινικά νεκρός.

Αυτή την κατάσταση «νεκρής ζωής» αρνήθηκαν οι επαναστάτες Έλληνες του 1821 – για να τους θυμηθούμε, μέρες που έρχονται, όταν επέλεγαν το εμβληματικό σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος», παρ’ ότι και η ανοχή του τουρκικού ζυγού άφηνε κάποια περιθώρια επιβίωσης, μαζί με μια μίζερη ποσόστωση αυτοδιάθεσης. Αυτή την υπόσταση «ζόμπι» απέρριπτε κι ο Ρήγας, που δεν είχε καμιά ταλάντευση για το πώς θα ζυγίσει ποιητικά ελευθερία και θάνατο στον «Θούριό» του, γράφοντας το περίφημο «καλύτερα μιας ώρας/ ελεύθερη ζωή/ παρά σαράντα χρόνια/ σκλαβιά και φυλακή». Και την ίδια κατάσταση ζωντανού-νεκρού αρνούνται οι εξεγερμένοι του Μαγκρέμπ, τρέφοντας αφειδώς με θάνατο τον αγώνα για χειραφέτηση, αυτοδιάθεση, ελευθερία.

Σας ακούγονται λίγο γραφικά, υπερβολικά ηρωικά, κάπως μετα-υλιστικά όλα αυτά; Ακούστε και το παρακάτω. Προσωπικώς, βλέπω μια ενδιαφέρουσα αναλογία ανάμεσα στην κατάσταση «νεκροζώντανου» που προτείνεται ως επιλογή επιβίωσης σε άτομα, συλλογικότητες, υποτελείς τάξεις και στην κατάσταση «ζόμπι» στην οποία έχουμε περιέλθει ως κοινωνία εδώ και ενάμιση χρόνο. Στο δίλημμα «ζωή ή αυτοδιάθεση» μπορεί κανείς να αντιστοιχήσει το δίλημμα που τέθηκε εκβιαστικά «μνημόνιο ή χρεοκοπία», με το μνημόνιο να εκπροσωπεί τη συντήρηση μιας οικονομίας και μιας ολόκληρης κοινωνίας στη νεκροζώντανη κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Έχουμε, υποτίθεται, αποφύγει τον «ξαφνικό θάνατο» μιας κρατικής χρεοκοπίας, αλλά υποβαλλόμαστε στο μαρτύριο ενός αργού θανάτου, με αλλεπάλληλα κύματα λιτότητας και περιστολής δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, έχουμε απεμπολήσει το δικαίωμα στην οικονομική αυτοδιάθεση, τη χειραφέτηση από την παγίδα του χρέους και τελικά τη δυνατότητα να πούμε στη Διεθνή της τοκογλυφίας, στους πιστωτές, «δεν πληρώνω». Έναν χρόνο από την ώρα που η ελληνική κοινωνία εγκαταστάθηκε στην εντατική, πηγαινοέρχεται στο χειρουργείο όπου της αφαιρούνται ένα προς ένα ζωτικά όργανα, πλην όμως διατηρείται στη ζωή. Διασωληνωμένη. Με μια υπόκωφη, μηχανικά υποστηριζόμενη ανάσα. Κι αυτό λέγεται ζωή. Αυτή είναι η απάντηση που δίνουν στο κατασκευασμένο δίλημμα η Moody’s, οι τράπεζες κάτοχοι των ελληνικών ομολόγων, οι ευρωκράτες, ο Στρος-Καν που κυνικά ομολογεί πως «οι Έλληνες έχουν χωθεί μέσα στα σκατά», η γερμανική πολιτική ηγεσία και οι συνοδοιπόροι της που έχουν επιβάλει στην ελληνική κοινωνία μιαν ελεγχόμενη ζωή, έναν ελεγχόμενο αργό θάνατο, μιαν ελεγχόμενη χρεοκοπία. Ποια ήταν η εναλλακτική λύση; Αυτή που δαιμονοποιήθηκε πριν από έναν χρόνο και σήμερα ενδέχεται να γίνει -αλλά με πολύ χειρότερους όρους- μονόδρομος. Η άρνηση του χρέους, η διαγραφή εκείνου του μέρους του που βασίζεται στις σχέσεις οικονομικής δουλείας με τους πολυεθνικούς προμηθευτές της μίζας και της εξαγοράς, η χειραφέτηση από την τοκογλυφία εις βάρος του δημόσιου πλούτου, η αυτοδιάθεση της κοινωνίας από τους πιστωτές της. Είναι απλή και ακίνδυνη η λύση αυτή; Όσο απλή και ακίνδυνη ήταν η απεργία πείνας των μεταναστών της Υπατίας. Το ρίσκο ήταν εξαρχής γνωστό, αλλά και η επιλογή του απόλυτη. «Ζωή ή αυτοδιάθεση;». Αυτοδιάθεση. Για να υπάρξει ζωή μετά την Υπατία, μετά τη χρεοκοπία.
Σε κάθε αγώνα -ατομικό, συλλογικό, κοινωνικό, εθνικό-, σε κάθε αίτημα και διεκδίκηση υπάρχει ένας ηθικός πυρήνας που δεν περιγράφεται με όρους δούναι και λαβείν, επένδυσης και απόδοσης, αξίας και υπεραξίας, αλλά με τους όρους που υπονοεί ο Σαρτρ στο απόσπασμα που προαναφέραμε. Είμαστε καταδικασμένοι στην ελευθερία, με όποιο τίμημα μπορεί να επιφυλάσσει αυτό.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (12/03/2011)

Η απαισιοδοξία γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία: αναπαράγεται σακατεύοντας τη θέλησή μας για δράση.
Υπάρχει μια τάση να θεωρούμε πως αυτό που βλέπουμε στην παρούσα στιγμή είναι κι αυτό που θα συνεχίσουμε να βλέπουμε. Ξεχνάμε πόσο συχνά σ’ αυτόν τον αιώνα αιφνιδιαστήκαμε από τις αναπάντεχες καταρρεύσεις θεσμών, από εντυπωσιακές αλλαγές στην ανθρώπινη σκέψη, από απρόσμενες εξεγέρσεις ενάντια σε τυραννικά καθεστώτα, από τη διάλυση συστημάτων εξουσίας που έμοιαζαν ανίκητα.
Τα δεινά που υπάρχουν είναι επαναλήψεις των δεινών που υπήρχαν πάντα –πόλεμος, ρατσισμός, κακομεταχείριση των γυναικών, θρησκευτικός και εθνικιστικός φανατισμός, πείνα. Τα καλά που συμβαίνουν είναι απρόσμενα.
Απρόσμενα κι όμως ερμηνεύσιμα με βάση κάποιες αλήθειες που αντιλαμβανόμαστε πότε-πότε, αλλά τείνουμε να ξεχνάμε: Η πολιτική δύναμη, όσο τρομερή κι αν δείχνει, είναι πιο εύθραυστη απ’ όσο νομίζουμε.

Χάουαρντ Ζιν, «Αυτοβιογραφία»

06/03/2011

Πρόοδος, συντήρηση, αντίδραση (5/3/2011)

Είναι σαν να βρίσκεσαι μπροστά στον καθρέφτη. Ας πούμε πως προβάρεις ένα καινούργιο κουστούμι, και θέλεις να πεις στον ράφτη ότι παρατηρείς μιαν ατέλεια. Το αριστερό πέτο, για παράδειγμα, είναι πιο φαρδύ από το δεξί. «Δίκιο έχετε», λέει ο ράφτης, «αλλά δεν μιλάμε για το αριστερό. Το δεξί πέτο μου βγήκε φαρδύτερο». «Όχι, όχι», επιμένεις εσύ, «το αριστερό έχει το πρόβλημα, δεν είμαι στραβός». Και τότε ο ράφτης, που κοιτάει εσένα κι όχι το είδωλό σου στον καθρέφτη, καταλαβαίνει και κάνει την κρίσιμη ερώτηση: «Το αριστερό όπως το βλέπω εγώ ή όπως το βλέπετε εσείς;» Κι εσύ, αντί απάντησης, απλώς δείχνεις με το χέρι σου το προβληματικό πέτο.

ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ συμβαίνει στην κλίμακα αξιών – την πολιτική, την οικονομική, την κοινωνική ή την ιδεολογική. Οι άνθρωποι που είναι απόλυτα απορροφημένοι από το είδωλό τους στον καθρέφτη μπερδεύουν όλες τις κλίμακες: την κλίμακα Δεξιάς - Κέντρου -Αριστεράς κι ακόμη περισσότερο την κλίμακα προόδου – συντήρησης - αντίδρασης. Εξ ου και διαθέτουμε μια κυβέρνηση αντιεξουσιαστών στην εξουσία, κατά τον ισχυρισμό του πρωθυπουργού στην παρθενική συνεδρίαση του Υπουργικού του Συμβουλίου πριν από ενάμιση χρόνο, που ωστόσο έχει επιβάλει τόση εξουσία όση δεν γνώρισε ποτέ η χώρα στα μεταπολιτευτικά χρόνια. Ο ισχυρισμός εμπεριέχει, ωστόσο, μια ενδιαφέρουσα ομολογία: ότι οι κοινωνίες και η ανθρωπότητα εν γένει καλό θα είναι σταδιακά να απαλλάσσονται από την εξουσία, διότι η τελευταία τούς προσφέρει κυρίως δεινά. Επομένως, στην κλίμακα προόδου και αντίδρασης, οι αντιεξουσιαστές τείνουν προς την πρώτη, ενώ οι εξουσιαστές μας σπρώχνουν προς τη δεύτερη.

ΩΣΤΟΣΟ, ο απορροφημένος από το είδωλό του στον καθρέφτη παρατηρητής τα μπερδεύει, αν υποθέσουμε ότι είναι απλώς αφηρημένος, και νομίζει ότι είναι επίγονος του Μπακούνιν και απόγονος των κομμουνάρων, ενώ απλώς είναι συνεχιστής του έργου τσάρων, αυτοκρατόρων και θλιβερών διοικητών προτεκτοράτων. Εξάλλου, ανεξάρτητα από το τι βλέπει ο ίδιος στον καθρέφτη, η κίνησή του στη γεωμετρία της πραγματικότητας είναι συγκεκριμένη. Εμπεριέχει πολιτικές και ταξικές επιλογές. Ευνοεί εκείνους και πλήττει τους άλλους. Τείνει στην πρόοδο της ανθρωπότητας (στην απελευθέρωσή της από όσο τον δυνατό περισσότερους καταναγκασμούς) ή στην αντίδραση (στη δημιουργία νέων καταναγκασμών ή στη συντήρηση παλιών). Όπως έγραψε και ο μακαρίτης Χάουαρτν Ζιν στην αυτοβιογραφία του, «δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σε ένα τρένο που κινείται». Και η ανθρωπότητα είναι ένα τρένο που κινείται. Το ερώτημα είναι σε ποια κατεύθυνση το οδηγούμε.

ΜΕ ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ
στον καθρέφτη (του ίδιου και της τάξης του) σάστισε για μια ακόμη φορά ο πρόεδρος του ΣΕΒ. «Αν επικρατήσουν οι ποικιλώνυμες δυνάμεις της αντίδρασης», είπε «με την περικεφαλαία του υπερπατριωτισμού και την προβιά του αντικαπιταλισμού, η Ελλάδα θα καταντήσει μια υποβαθμισμένη τριτοκοσμική χώρα της Νοτιανατολικής Μεσογείου. Κι ο λαός μας θα υποστεί συνέπειες τέτοιες, που θα κάνουν την τωρινή σκληρή εποχή του μνημονίου να μοιάζει με παράδεισο». Το σχήμα του προέδρου του ΣΕΒ είναι απλό αλλά σαφές. Στην πλευρά της αντίδρασης στέκονται οι αντιμνημονιακές δυνάμεις συλλήβδην, με το ένα σκέλος τους να ρέπει στον εθνικισμό και το άλλο στον αντικαπιταλισμό. Στις δυνάμεις της προόδου τάσσονται όσοι υπερασπίζονται το μνημόνιο και απαιτούν «και κάτι παραπάνω από αυτό». Δηλαδή; Ο πρόεδρος του ΣΕΒ είναι αρκετά γλαφυρός στο σημείο αυτό: «Να περάσουμε από τη χρεοκοπημένη μεταπολίτευση των πελατών στη νέα μεταπολίτευση των πολιτών», «να φέρουμε στο προσκήνιο μια κοινωνική εμπροσθοφυλακή με καθαρή συνείδηση των δυσκολιών και των ευθυνών». Αλλά, εκτός από γλαφυρός, είναι και αρκετά ευφυής για να αποφεύγει να συγκεκριμενοποιήσει το μανιφέστο της «προόδου» που εκφράζει. Τον προδίδει, όμως, η επιφυλακτική έστω δήλωση πίστης του στο μνημόνιο. Αν σε αυτό προσθέσουμε κι αυτά που έρχονται, το γαλλογερμανικό Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας, για παράδειγμα, έχουμε μια αρκετά σαφή περιγραφή της «προόδου».

ΠΡΟΟΔΟΣ ΕΙΝΑΙ, λοιπόν, η βίαιη μείωση των μισθών, κατά προτίμηση με την παράκαμψη της συλλογικής διαπραγμάτευσης, ει δυνατόν και με την πλήρη κατάργησή της, όπως προβλέπει το υπό συζήτηση Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας. Πρόοδος είναι ο περιορισμός της κοινωνικής διαπραγμάτευσης στο γήπεδο της μιας πλευράς, της εργοδοτικής, μέσα στους τείχους του εργοστασίου, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των ελεγκτικών θεσμών του κράτους. Πρόοδος είναι να γίνει η διαπραγμάτευση ατομική, κι ακόμη περισσότερο εποχική, ν’ ακολουθεί ο μισθός τον επιχειρηματικό και οικονομικό κύκλο. «Σήμερα έχουμε κεσάτια, δεν έχει μισθό. Αύριο μπορεί να είσαι πιο τυχερός…».

ΠΡΟΟΔΟΣ είναι επίσης να μειωθεί το κόστος των απολύσεων, ακόμα και να καταργηθεί – «γιατί κάθε τόπος κατακτά τη θέση που εξασφαλίζουν οι δημιουργικότεροι πολίτες του, όχι οι κηφήνες του», όπως λέει ο πρόεδρος του ΣΕΒ. Πρόοδος είναι ακόμη η παράταση του εργασιακού βίου πέρα από τα 65 ή και τα 70 (δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο απίστευτη αύξηση της παραγωγικότητας, άρα και της ανταγωνιστικότητας, θα προκύψει όταν οι 70άρηδες ξαναμπούν στις γραμμές παραγωγής και βάλουν φωτιά στους τόρνους και στα πληκτρολόγια…). Πρόοδος είναι να «απελευθερωθεί» η εργασία από τα δεσμά της σταθερής εργάσιμης μέρας και εβδομάδας, να ξεχάσουμε το οκτάωρο και το πενθήμερο, να ξεχάσουμε ακόμα και τις νομικές εγγυήσεις της εργασιακής σχέσης, ν’ αφήσουμε εργαζόμενο κι εργοδότη να τα βρίσκουν κάθε φορά «σαν ίσος προς ίσον» – με την ισότητα ελέφαντα και μυρμηγκιού. Πρόοδος είναι ακόμα να σπάσει ο μισθωτός τα «δεσμά» της εξειδίκευσης, να φανταστεί τον εαυτό του σαν έναν διά βίου καταρτιζόμενο παραγωγό, σήμερα πωλητή, αύριο χειριστή μηχανημάτων, του χρόνου προγραμματιστή PC και του αντίχρονου διανομέα πίτσας. Ο νέος homo universalis της καπιταλιστικής προόδου είναι ένας άνθρωπος απόλυτα ελαστικός, με ακατάπαυστα εναλλασσόμενες ιδιότητες και δεξιότητες, αλλά τελικά χωρίς καμία απ’ αυτές.

ΚΑΙ, ΦΥΣΙΚΑ, πρόοδος είναι τα γνωστά πιεστικά αιτήματα: να μειωθεί η φορολογία των επιχειρήσεων, να διευκολυνθεί η δημιουργία τους, ώστε να ιδρύονται ακόμη και σε 10 δευτερόλεπτα, να εκποιηθεί η δημόσια περιουσία (και ποιος θα την πάρει; Μαντέψτε!) κ.λπ.

ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ του δίκιο έχει ο πρόεδρος του ΣΕΒ και η τάξη που εκπροσωπεί. Ο οικονομικός πολιτισμός που οικοδομήθηκε τα μεταπολεμικά χρόνια, βασισμένος σε έναν βαθμό κοινωνικής διαπραγμάτευσης, σε ένα σχετικά σταθερό πλαίσιο προστασίας και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και σε ένα «συμβόλαιο» που εξασφάλιζε ταξική ειρήνη και μια στοιχειώδη κοινωνική συνοχή, έχει εξαντλήσει την προωθητική του δύναμη για την πλευρά του κεφαλαίου. Το πιο άπληστο και αδηφάγο τμήμα του ασφυκτιά μέσα στο πλαίσιο αυτό, παρατηρώντας με αγωνία το ποσοστό κέρδους να πιέζεται. Θέλει να σπάσει τις αλυσίδες αυτού του «κοινωνικού συμβολαίου». Και ονομάζει πρόοδο την απελευθέρωσή του απ’ αυτό.

ΚΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΛΛΗ, όσοι υπερασπίζονται το consensus αυτό, τα κοινωνικά στρώματα που προσπαθούν να διασώσουν τα λίγα ή πολλά κεκτημένα τους, δικαίως μπορούν να συγκαταλεχθούν στις δυνάμεις της «συντήρησης», διότι επιχειρούν απεγνωσμένα να συντηρήσουν τους όρους της ύπαρξής τους. Λογικό. Αφού η «πρόοδος» μεταφράζεται σε οικονομική υποβάθμιση, κοινωνική περιθωριοποίηση ή και εξόντωσή τους. Αν μάλιστα, πέρα από τη στοιχειώδη άμυνα που οργανώνουν, προβάλουν και κάποια μικρή ή μεγάλη αντεπίθεση ανάκτησης του χαμένου εδάφους, ακόμη και διεύρυνσης δικαιωμάτων -καλύτερες αμοιβές, λιγότερες ώρες δουλειάς, περισσότερες κοινωνικές παροχές-, κάλλιστα μπορούν να συμπεριληφθούν στις δυνάμεις της «αντίδρασης».

ΑΥΤΗ Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ
της ιστορικής κλίμακας αξιών, η αναστροφή της στο είδωλο του καθρέφτη, δεν είναι βέβαια πρωτοφανής. Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ χρειάζονται πάντα έναν μύθο πάνω στον οποίο θα θεμελιώσουν τους νέους όρους ηγεμονίας τους, τις νέες συνθήκες υποτέλειας που απαιτούν από τους πληβείους της κοινωνίας. Αλλά, αυτή η μυθοπλασία έχει όρια. Πρώτον, για να γίνει αξιόπιστη, πρέπει να συντηρεί την ελάχιστη προσδοκία των ανθρώπων ότι η θυσία που τους απαιτείται οδηγεί σε ένα νέο επίπεδο ευημερίας. Αυτό ουδόλως περιγράφεται στο όραμα «προόδου» του προέδρου του ΣΕΒ. Δεύτερον -και για να επιστρέψουμε στη μεταφορά του τρένου-, οι μηχανοδηγοί του πρέπει να εμπνέουν την ελάχιστη εμπιστοσύνη στους επιβάτες ότι δεν θα το εκτροχιάσουν ή δεν θα το ρίξουν στον γκρεμό, πράγμα προδιαγεγραμμένο με την πολιτική του μνημονίου. Και στην περίπτωση αυτή το ασφαλέστερο βήμα προόδου είναι απλώς κάποιος να σταματήσει το τρένο.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (5/3/2011)


… Στο Νταβός
, ακούγοντας τους ηγεμόνες του ευέλικτου βασιλείου, αντιλήφθηκα ξαφνικά κάτι ουσιαστικό. Το «εμείς» είναι επίσης μια επικίνδυνη αντωνυμία γι’ αυτούς. Νιώθουν άνετα στην επιχειρηματική αταξία, αλλά φοβούνται την οργανωμένη αντιπαράθεση. Φοβούνται φυσικά την αναγέννηση των συνδικάτων, αλλά νιώθουν έντονα και προσωπικά άβολα, κινούνται νευρικά ή αποφεύγουν να σε κοιτάξουν στα μάτια ή ξεφεύγουν κάνοντας πως κρατούν σημειώσεις, αν εξαναγκαστούν να μιλήσουν για τους ανθρώπους που, στο δικό τους γλωσσικό ιδίωμα, «μένουν πίσω». Ξέρουν ότι οι περισσότεροι από εκείνους οι οποίοι εργάζονται στο ευέλικτο καθεστώς μένουν πίσω, και φυσικά λυπούνται γι’ αυτό. Όμως η ευελιξία την οποία εγκωμιάζουν δεν δίνει και δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε καθοδήγηση για μια φυσιολογική ζωή. Τα νέα αφεντικά απέρριψαν τη σταδιοδρομία με την παλιά έννοια της λέξης ως δρόμο στον οποίο μπορούν να ταξιδέψουν οι άνθρωποι. Ανθεκτικοί και χωρίς παρεκκλίσεις δρόμοι δράσης είναι ξένα εδάφη.
Richard Sennett, «Ο ελαστικοποιημένος άνθρωπος»

Με τους μουλάδες, αδελφές μου, με τους μουλάδες

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 26/9/2026   Οσοι περιμένατε τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για να δει άσπρη μέρα- ή μαύρη, αν είστε του ντίζελ- το ρεζ...